Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2017
Από την εκδήλωση της ΠΟΠΣΜ στην Βέροια 22-1-2017
Ετικέτες
Δραστηριότητες ΠΟΠΣΜ,
Εκδηλώσεις,
Ελληνισμός,
Λαογραφία,
Πολιτισμός
Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2017
Εκδηλώσεις ΠΟΠΣΜ
Εκδηλώσεις ΠΟΠΣΜ
Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Πολιτιστικών Συλλόγων Μακεδόνων (ΠΟΠΣΜ) σας προσκαλεί στα Συμπόσια Μακεδονικής Παράδοσης & Ιστορίας που θα πραγματοποιηθούν το Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2017 και ώρα 18:00 στο Πνευματικό Κέντρο Σκύδρας, καθώς και την Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2017 και ώρα 18:00 στο Ξενοδοχείο ΑΙΓΑΙ στην Βέροια. Ήδη έχουν πραγματοποιηθεί αντίστοιχα Συμπόσια στη Δράμα και στις Σέρρες, ενώ δρομολογείται η πραγματοποίησή τους και στους λοιπούς Νομούς της Μακεδονίας. Στόχος τους είναι η ενημέρωση των γηγενών Μακεδόνων για θέματα που αφορούν στη γνήσια Μακεδονική Παράδοση, αλλά και η παρουσίαση του έργου και των δράσεων που προγραμματίζει η ΠΟΠΣΜ.
Στη διάρκειά τους θα παρουσιαστούν εισηγήσεις σχετικές με την Παράδοση, θα αναπτυχθούν θέματα που αφορούν στη λειτουργία των Πολιτιστικών Συλλόγων στο πλαίσιο τήρησης της Παράδοσης και θα εμβαθύνουν στα οφέλη που προκύπτουν από το σεβασμό στην τήρηση της Παράδοσης. Ο πρόεδρος της ΠΟΠΣΜ κ. Γεώργιος Τάτσιος θα παρουσιάσει το έργο και τους στόχους της Ομοσπονδίας. Θα αναπτύξει ιδιαίτερα το σημαντικό από κάθε πλευρά εγχείρημα για ίδρυση Έδρας Μακεδονικής Παράδοσης & Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και από την επιστημονική τεκμηρίωση της Μακεδονικής Παράδοσης ως καίριο τμήμα της Ελληνικής Παράδοσης.
Τέλος, μια σπουδαία παράμετρος και εμπειρία από τη διεξαγωγή αυτών των Συμποσίων είναι η ανοικτή διαβούλευση που πραγματοποιείται μετά το πέρας των εισηγήσεων, όπου δίνεται η ευκαιρία για γνωριμία με τη νεοσύστατη Ομοσπονδία (ΠΟΠΣΜ) και για διάλογο σε θέματα που απασχολούν τους γηγενείς Μακεδόνες.
Ετικέτες
Δραστηριότητες ΠΟΠΣΜ,
Εκδηλώσεις,
Λαογραφία
Τρίτη 19 Απριλίου 2016
Απόλυτα επιτυχημένη η 1η Πανελλήνια Συνάντηση!
Απόλυτα επιτυχημένη η 1η Πανελλήνια
Συνάντηση Μακεδόνων!
Τυχεροί όσοι βρέθηκαν στο Καυτανζόγλειο στάδιο της Θεσσαλονίκης, το Σάββατο 16 Απριλίου 2016, στην 1η Πανελλήνια Συνάντηση των Μακεδόνων! Ένα φαντασμαγορικό θέαμα, μια πανδαισία ήχων και χρωμάτων! 143 πολιτιστικοί σύλλογοι, 40 μουσικά συγκροτήματα και πάνω από 3200 χορευτές...
Ένας απίστευτος πολιτιστικός πλούτος!
Δημήτρης Ευαγγελίδης-Μανώλης Βαλσαμίδης
Από το ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Πανδαισία Μακεδονικών ήχων, χρωμάτων και μεγάλος ενθουσιασμός. Αυτό ήταν η «1η Πανελλήνια Συνάντηση Μακεδόνων» που πραγματοποιήθηκε στις 16 Απριλίου 2016 στο «Καυταντζόγλειο» στάδιο Θεσσαλονίκης.
Σαράντα μουσικοί από όλο τον γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας με γκάιντες, μακεδονικές λύρες, ζουρνάδες και κλαρίνα, τρείς χιλιάδες χορευτές με τις παραδοσιακές μακεδονίτικες φορεσιές τους από κάθε γωνιά της Μακεδονικής γης, χόρεψαν παραδοσιακούς Μακεδονικούς χορούς ενθουσιάζοντας τους πέντε χιλιάδες θεατές που παρακολουθούσαν αυτό το εντυπωσιακό υπερθέαμα.
Χορευτές, μέλη των συμμετεχόντων πολιτιστικών συλλόγων και θεατές, παρά την τρίωρη διάρκειά της και το προχωρημένο της ώρας, δεν ήθελαν να λήξει αυτή η γιορτή του Μακεδονικού Ελληνισμού και έδωσαν ραντεβού για του χρόνου.
Με αυτή την εκδήλωση ο Μακεδονικός Ελληνισμός έδειξε την αποφασιστικότητά του να υπερασπιστεί το όνομά του, να διεκδικήσει τα δίκαια αιτήματά του αλλά και να προστατέψει την γνήσια λαϊκή Μακεδονική παράδοση από καλά οργανωμένες και παραπλανητικές προσπάθειες σλαβοποίησής της.
Ο Πρόεδρος της Ομοσπονδίας Γιώργος Τάτσιος, ο οποίος στον επίσημο χαιρετισμό του τόνισε ότι δεν δεχόμαστε κανέναν να χρησιμοποιεί το όνομά μας, ανακοίνωσε την έναρξη συνεργασίας με το «Πανεπιστήμιο Μακεδονίας» της Θεσσαλονίκης με σκοπό την ίδρυση Έδρας Μακεδονικής Παράδοσης...
[...]
Η Υφυπουργός Μαρία Κόλλια-Τσαρουχά χαιρέτισε με ενθουσιασμό την εκδήλωση που κρατάει ζωντανή την λαϊκή μας παράδοση, τιμά την καταγωγή μας και κάνει περήφανους τους Μακεδόνες Έλληνες. Τόνισε επίσης με έμφαση ότι καμία προσπάθεια αλλοίωσης της μακεδονικής μας ταυτότητας δεν θα περάσει και ότι δε νοείται Ελλάδα χωρίς Μακεδονία.
[...]
Την παρουσίαση της εκδήλωσης και τις ιστορικές αναφορές για κάθε περιοχή της Μακεδονίας έκανε ο Νικόλαος Κόιος, Επίκουρος καθηγητής ΑΕΑΘ και διευθυντής σύνταξης της «Πεμπτουσίας».
Ετικέτες
Δραστηριότητες ΠΟΠΣΜ,
Εκδηλώσεις,
Επικαιρότητα,
Λαογραφία
Πέμπτη 9 Ιουλίου 2015
Εκδηλώσεις Συλλόγων ΠΟΠΣΜ
Ετικέτες
Δραστηριότητες ΠΟΠΣΜ,
Εκδηλώσεις,
Επικαιρότητα,
Λαογραφία
Τρίτη 7 Ιουλίου 2015
Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2015
Εκδοτική δραστηριότητα Συλλόγων
Ετικέτες
Εκδοτική δραστηριότητα,
Επικαιρότητα,
Ιστορία,
Λαογραφία
Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2014
Τα Ρουγκάτσια στο Ρουμλούκι
Τα Ρουγκάτσια στο Ρουμλούκι
Ένα από τα ωραιότερα Ρουµλουκιώτικα έθιµα που τελούνται έως και σήµερα µε κάποιες παραλλαγές σε σχέση µε το παλιό τυπικό, είναι τα Ρουγκάτσια. Πρόκειται για µία οµάδα φουστανελοφόρων που φέρουν σπαθιά και κατά την διάρκεια του Δωδεκαηµέρου περιφέρονται στα χωριά του κάµπου χορεύοντας µε τους ήχους των ζουρνάδων και του νταουλιού σε κάθε σπίτι που επισκέπτονται έναν κύκλο τεσσάρων συνεχόµενων χορών, που όλοι µαζί ονοµάζονται "Ρουγκατσιάρικος".
Κύριος σκοπός της τέλεσης του εθίµου είναι η συγκέντρωση χρηµάτων, παλαιότερα γεννηµάτων, που τα προσφέρει ο νοικοκύρης του κάθε σπιτιού που επισκέπτονται, σαν ενίσχυση για την οικοδόµηση νέου ναού ή την συντήρηση παλαιού, πολλές φορές δε και σχολικού κτιρίου στο χωριό από το οποίο κατάγονται οι χορευτές της οµάδας.
Σχετικά µε την ετυµολογία της λέξεως Ρουγκάτσια, έχουν διατυπωθεί κατά καιρούς διάφορες απόψεις. Συναντάται και σε άλλες περιοχές του Βορειοελλαδικού χώρου (Μακεδονία-Θεσσαλία), δηλώνοντας τις µεταµφιέσεις ανδρών, που κατά την διάρκεια του Δωδεκαηµέρου και δη στις τρεις μεγαλύτερες εορτές των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων, περιόδευαν στις πολιτείες και τα χωριά. Χαρακτηριστικό γνώρισµα αυτών των µεταµφιέσεων είναι ότι οι συµµετέχοντες παίρνουν αλλού την µορφή ζώων, όπως αρκούδα, λύκος, τράγος, καµήλα και αλλού ντύνονται µε ρούχα οπλισµένων ανδρών (όπως συµβαίνει και στο Ρουµλούκι). Εκτός όµως από τη λέξη Ρουγκάτσια, αναφέρονται και ως Αρουγκουτσιάρια, Λουγκατσιάρια, Ρουγκουτσιάρια, Ρογκατσάδες, Ρουγκανάδες, Σουρβατζήδες, Μπαµποέρηδες, Μπαµπουσιαραίοι, Καπιταναραίοι, Αράπηδες και βεβαίως στον Πόντο ως Μωµόγεροι και ως Καρακοτζάδες στους ολιγοπρόσωπους θιάσους των Ελλήνων των Τουρκόφωνων χωριών του Δυτικού Πόντου.
Από τους ερευνητές και τους λαογράφους έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις και ερµηνείες για την προέλευση της λέξεως Ρουγκάτσια. Ο πατέρας της Ελληνικής λαογραφίας Ν. Πολίτης πιστεύει ότι προέρχεται από την Λατινική λέξη Rogatio, που είναι ουσιαστικό του ρήµατος Rogo και σηµαίνει απαιτώ, έχω την αξίωση να µου δώσουν κάτι για τον κόπο µου, κάτι που δεν απέχει και πολύ από την πραγµατικότητα, αφού τα Ρουγκάτσια αιτούνταν και συγκέντρωναν χρήµατα και γεννήµατα από κάθε σπίτι που επισκέπτονταν.
Κάποιοι άλλοι ερευνητές ισχυρίζονται ότι οφείλουν το όνοµά τους στη σλαβική λέξη "Ρόγκ", που θα πει κέρατο, θεωρία που και αυτή έχει κάποια σχέση µε τα Ρουγκατσιάρια που τελούνταν σε άλλες εκτός του Ρουµλουκιού περιοχές, αφού αρκετοί από τους µεταµφιεσµένους συµµετέχοντες φορούσαν και κεφαλαριές ζώων µε κέρατα βοδιών, τράγων, και κριαριών και άλλοι από το Βουλγαρικό rogac (ελάφι).
Κατά µία άλλη εκδοχή, προέρχεται από τον ήχο ρούγου - ρούγου, που έβγαζαν τα κυπροκούδουνα που φορούσαν οι µασκαρεµένοι. Προς ενίσχυση αυτής, συνηγορεί και το γεγονός ότι σε ορισµένα χωριά των Γρεβενών, τα Ρουγκατσιάρια τα λένε "ρούγκους" και στην Φυτειά της Βέροιας "Ρουγγανάδες".
Ο Ναουσαίος φιλόλογος και λογοτέχνης, ερευνητής Θωµάς Γαβριηλίδης θεωρεί ότι προέρχεται από τα ρόϊδα , µε τα οποία ήταν στολισµένοι οι ένοπλοι συνοδοί του θεϊκού ζευγαριού του Διονύσου κατά την τέλεση των "Μικρών Διονυσίων" στην αρχαιότητα, όπου τα ροϊδάρια γίνονται µε την πάροδο του χρόνου Ρογκατσιούδια> Ρογκαστάρια> Ρουγκάτσια.
Τέλος, παραθέτω και µία σχετική παράδοση, που κατέγραψα στο Ρουµλούκι και πιο συγκεκριµένα στο χωριό Νησελούδι. Σύµφωνα µ'αυτήν, κατά την διάρκεια των Ελληνοπερσικών πολέµων στην αρχαιότητα, όταν πέρασαν από την περιοχή οι Πέρσες, διεξήγαγαν μάχη µε τους Έλληνες εκεί όπου σήµερα βρίσκεται η Καµάρα του Κλειδίου, το αποµεινάρι δηλαδή της µεγάλης τοξωτής γέφυρας του Λουδία. Οι Έλληνες ήταν τότε ντυµένοι µε φουστανέλες (προφανώς εννοούνται οι χιτώνες) και µόλις τους αντίκρυσαν οι Πέρσες αναφώναξαν: "Α! τους Ρόγκατσιους", δηλαδή τους αγριάνθρωπους, τους ατηµέλητους. Από τότε λοιπόν, ονοµάστηκαν οι φουστανελοφόροι που απαρτίζουν την οµάδα ως Ρουγκατσιάρηδες και το έθιµο ως Ρουγκάτσια ή Ρουγκατσιάρια. Πράγµατι, στο Ρουµλουκιώτικο ιδίωµα υπάρχει η λέξη "ρόγκατσιους" που δηλώνει τον αγριάνθρωπο, όπως επίσης και "ρουγκάτσι" που χαρακτηρίζει την δύστροπη και πανούργα γυναίκα. Η παράδοση αυτή, σαφώς, αποτελεί µία ακόµη διατύπωση της προσφιλούς πάντοτε συνήθειας των Ρουµλουκιωτών να συνδέουν την καταγωγή τους και διάφορα γεγονότα µε τους αρχαίους Μακεδονικούς χρόνους. (Την αναφέρω πάντως προς διατήρηση της γοητείας και του αυθόρµητου της καταγραφής της).
Ως προς την προέλευση του εθίµου των Ρουγκατσιών και πάλι έχουν διατυπωθεί ποικίλες απόψεις. Κάποιοι ερευνητές, την άγουν στα "κατ' αγρούς ή Μικρά Διονύσια", εορτές των αρχαίων Ελλήνων στο µεσοχείµωνο, όταν ανοίγονταν τα καινούργια κρασιά και γινόταν θυσίες στον Διόνυσο και τους άλλους Ολύµπιους θεούς, ενώ άλλοι συνάδελφοί τους, όπως ο Fehrle, ισχυρίζονται ότι υπάρχει κάποια συνάφεια µε τις λατρείες των νεκρών και τα αγροτικά έθιµα.
Ο Θωµάς Γαβριηλίδης δέχεται και αυτός ότι προέρχονται, όπως επίσης και η Μπούλα και οι Γενίτσαροι της Νιάουστας από την αρχαιότητα και πιό συγκεκριµένα από τις εορτές των Ανθεσφορίων και των Ανθεστηρίων, τις πανηγυρικές δηλαδή εκδηλώσεις για τον ερχοµό της Άνοιξης και το σύµβολο της επικείµενης ανάστασης της φύσης, τον Διόνυσο.
Τέλος, ο Ιωάννης Μοσχόπουλος, υιοθετώντας την άποψη του Ν. Πολίτη ότι η λέξη Ρουγκάτσια προέρχεται από την λατινική λέξη Rogatio, θεωρεί ότι τα Ρουµλουκιώτικα Ρουγκάτσια είναι αποµεινάδι της Ρωµαϊκής και της Βυζαντινής εποχής, όταν οι ακρίτες στρατιώτες που επιφορτίζονταν µε την φύλαξη των ακριτικών περιοχών από τις επιδροµές αλλοφύλων, περιόδευαν µία φορά το χρόνο την ύπαιθρο ζητώντας το µίσθωµά τους από τους πληθυσµούς που προστάτευαν. Προς ενίσχυση δε της άποψής του, αναφέρει και το γεγονός ότι στην περιοχή του Ρουµλουκιού υπήρχε κατά τους Βυζαντινούς χρόνους (14ος αιώνας), χωριό στρατιωτών, η Κριτίτζιστα (πιθανόν το σηµερινό χωριό Αγκαθιά, που το παλαιό του όνοµα ήταν Γκριτζιάλι). Την ίδια δε άποψη έχει δεχθεί πιο πριν και ο Βάλτερ Πούχνερ, καθώς θεωρεί πιο λογική την υπόθεση να κατάγεται το έθιµο από την Βυζαντινή "ρόγα" (από το λατινικό erogatio, απονοµή, διανοµή, erogo, απονέµω, δίνω), την έκτακτη δηλαδή αµοιβή των στρατιωτών, που υποχρεώνονταν ο Βυζαντινός αυτοκράτορας να καταβάλλει στο στρατό και στη Σύγκλητο την Κυριακή των Βαΐων ή την Μεγάλη Πέµπτη από το ιδιωτικό του ταµείο.
Κατά την γνώµη µου, χωρίς να αποκλείω την καταγωγή των Ρουγκατσιών από την συνήθεια των ακριτών στρατιωτών να συγκεντρώνουν το µίσθωµά τους µία φορά το χρόνο από τις επαρχίες που φύλαγαν, θεωρώ ως πιο ορθή την άποψη ότι αποτελούν μαζί µε τις µεταµφιέσεις, αποµεινάρια των αρχαίων Ελληνικών εορτών προς τιµήν του Θεού Διονύσου και των µεταγενέστερων Ρωµαϊκών Καλάνδων και Βρουµαλίων.
Η κοινή καταγωγή των Ρουγκατσιών και των µεταµφιέσεων ενισχύεται και από την οµολογία του Βαλσαµών (12ος αιώνας) ότι κατά την εποχή του στο Βυζάντιο, το έθιµο των µεταµφιέσεων ήταν αρκετά διαδεδοµένο στους αγροτικούς κυρίως πληθυσµούς. Αναφέρει δε ότι κατά τα Χριστούγεννα και τα Φώτα "τινές κληρικοί προς διάφορα µετασχηµατίζονται προσωπεία και ποτέ µεν, ξιφήρεις εν τω µέσο (µεσονάω) νάω της εκκλησίας µετά στρατιωτικών αµφίων εισέρχονται, ποτέ δε και ως µοναχοί προοδεύουσιν, ή και ως ζώα τετράποδα. Ερωτήσας ουν, όπως ταύτα παρεχωρήθησαν γίνεσθαι, ουδέν τι έτερον ήκουσα, αλλά εκ µακράς συνηθείας ταύτα τελείσθαι".
Την Διονυσιακή δε καταγωγή των Ρουγκατσιων δείχνει, εκτός από την περιήγηση δια των αγρών από χωριό σε χωριό και η πόση άφθονου κρασιού και ρακιού από τους χορευτές στα σπίτια που επισκέπτονται, οι διαρκείς χορευτικές κινήσεις, το τραγούδι των χορευτών, οι έντονοι και εύθυµοι ήχοι των ζουρνάδων και τέλος η ευλογία µε το σταύρωµά τους από το σπαθί κάποιου χορευτού των γεννηµάτων.
Πέρα όµως από την προέλευση του εθίµου, είναι γεγονός ότι η εκκλησία καταδίκασε αυτές τις µεταµφιέσεις µε τον 62ο κανόνα της εν Τρούλλω Οικουµενικής Συνόδου, λόγω της καταγωγής τους από τις εθνικές εορτές. Ο Ελληνικός λαός όµως τις διατήρησε, υπακούοντας περισσότερο στη δύναµη της συνήθειας και τελέσεως των προγονικών εθίµων, όπως έπραξε και µε πλήθος άλλων εθίµων, τα οποία ενέδυσε µε χριστιανικό µανδύα. Έτσι και τα Ρουµλουκιώτικα Ρουγκάτσια επέζησαν στο διάβα του χρόνου, κερδίζοντας την ανοχή των Τούρκων κατά την διάρκεια της Οθωµανικής κατοχής και κυρίως την προστασία της τοπικής εκκλησίας, υπό την αιγίδα άλλωστε της οποίας τελούνταν.
Ρουγκάτσια διοργανώνονταν από όλα τα Ρουµλουκιώτικα χωριά, όταν το απαιτούσε η συντήρηση κάποιας παλαιάς εκκλησίας, όπως επίσης και σχολικού κτιρίου. Την σχετική απόφαση λάµβαναν κατά την διάρκεια της Σαρακοστής των Χριστουγέννων ο ιερέας του χωριού, οι εκκλησιαστικοί επίτροποι και οι ηλικιωµένοι άνδρες σε κοινή τους συνεδρίαση στο νάρθηκα της εκκλησίας.
Αρχικά, επέλεγαν 15 από τα παλικάρια του χωριού, που θα αποτελούσαν το µπουλούκι, 12 δηλαδή ως απλοί Ρουγκατσιαραίοι χορευτές και 3, οι πιο λεβεντόκορµοι, ως καπεταναίοι ή κονακτσήδες, όπως έλεγαν τους επικεφαλείς. Κατόπιν, φρόντιζαν να βρουν οργανοπαίκτες (2 ζουρνάδες και 1 νταούλι), στους οποίους έδιναν και προκαταβολή, αφού και άλλα χωριά θα έβγαζαν Ρουγκάτσια.
Έπρεπε επίσης να βρεθούν και 3 γερά άλογα για τους καπεταναίους, καθώς και το αµάξι µε το οποίο η εκκλησιαστική επιτροπή θα µετέφερε τα γεννήµατα, που θα τους προσφερόταν στην περιοδεία τους στο Ρουµλούκι, ενώ ταυτόχρονα κάποιος ηλικιωµένος παλαιός Ρουγκατσιάρης δίδασκε επί αρκετές ηµέρες στους νεαρούς Ρουγκατσιαρούς τη σειρά των τεσσάρων χορών που θα χόρευε το µπουλούκι σε κάθε σπίτι.
Η στολή των Ρουγκατσιαραίων αποτελούνταν από τα εξής τεµάχια: κοντή λευκού χρώµατος φουστανέλα µε 300 λαγκόλια (δίπλες), µαύρο γιλέκο στολισµένο µε γαϊτάνια ή µαύρος χωρίς µανίκια ντουλαµάς, µαύρου χρώµατος µακρύ ζωνάρι, φαρδιά άσπρα βρακιά, µάλλινα σκουφούνια, γουρουνοτσάρουχα και για κάλυµµα της κεφαλής μαύρο καλπάκι σαν δίκοχο, την σάπκα ή άλλοτε µαύρο και άλλοτε πολύχρωµο σκούφο πλεκτό.
Μετά την απελευθέρωση το 1912, ως κάλυµµα της κεφαλής χρησιµοποιούνταν το γνωστό φέσι που είχε όµως κεντηµένο ένα µικρό σταυρό στην κορυφή. Απαραίτητα επίσης για τον εξοπλισµό των Ρουγκατσιαραίων, ήταν και τα ασηµένια κοσµήµατα που ράβονταν στο στήθος τους, όπως τα µαγλικουτάρια, οι τοκάδες, οι µαχµουδιέδες και οι σταυροί.
Οι φουστανέλες φυλάγονταν στα σεντούκια σε κάθε σπίτι ειδικά για τα Ρουγκάτσια, καθώς παλαιότερα αποτελούσε την επίσηµη ανδρική ενδυµασία και µε τον καιρό είχαν έρθει σε αχρησία και τις φορούσαν µόνο οι γαµπροί και οι µπράτιµοι την ηµέρα των στέψεων κατά τους γάµους. Σε ορισµένα µάλιστα χωριά, οι φουστανέλες φυλάσσονταν στην εκκλησία από την εκκλησιαστική επιτροπή, ενώ σε όσα δεν συγκεντρώνονταν ο απαιτούµενος αριθµός, φρόντιζαν να νοικιάζουν από τη Νιάουστα.
Τέλος, απαραίτητα ήταν και τα σιδερένια σπαθιά, τα οποία στις πρώτες δεκαετίες του αιώνα αντικαταστάθηκαν βαθµηδόν από ξύλινα οµοιώµατά τους. Δυστυχώς, τα παλαιά σιδερένια σπαθιά µε τις περίτεχνες λαβές τους συγκεντρώθηκαν από τα Γαλλικά Συµµαχικά στρατεύµατα το 1915, όταν στρατοπέδευαν στην περιοχή κατά την διάρκεια του Α΄ Παγκοσµίου Πολέµου και εκδόθηκε διαταγή για την παράδοση όλου του οπλισµού που κατείχαν οι Ρουµλουκιώτες. Όσα όπλα δεν παραδόθηκαν οικειοθελώς, εντοπίστηκαν µετά από εξονυχιστική έρευνα, που συνοδεύονταν και µε άγριο ξυλοδαρµό των χωρικών και κατασχέθηκαν.
Μέχρι τις παραµονές των Χριστουγέννων, έπρεπε όλες οι ετοιµασίες για τα Ρουγκάτσια να είναι τελειωµένες. Το µπουλούκι ξεκινούσε την περιοδεία του την τρίτη ηµέρα των Χριστουγέννων ή ανήµερα της Πρωτοχρονιάς, όταν το πρόγραµµα των επισκέψεών τους στα χωριά δεν ήταν ιδιαίτερα φορτωµένο.
Νωρίς το πρωί, την ηµέρα που θα ξεκινούσε το µπουλούκι, χτυπούσε ο νταουλτζής δυνατά το νταούλι του για να ξυπνήσουν και να ετοιµαστούν οι Ρουγκατσιαροί. Έπειτα από λίγη ώρα, αφού είχαν ετοιµαστεί, ο νταουλτζής χτυπούσε δεύτερη φορά το νταούλι του, για να τους δώσει το σύνθηµα να φάνε πρωινό και µετά τρίτη φορά για να ξεκινήσουν για την εκκλησία του χωριού. Εκεί βρίσκονταν ήδη ο ιερέας, η εκκλησιαστική επιτροπή, το αµάξι της επιτροπής, τα άλογα των καπεταναίων και συγκεντρωµένο όλο το χωριό.
Οι Ρουγκατσιαροί, αφού προσκυνούσαν τις εικόνες, έβγαιναν στο νάρθηκα, όπου έπαιρναν την ευλογία του ιερέα και του ασπάζονταν το χέρι. Κατόπιν, έτρεχαν ο ένας πίσω από τον άλλο, τρεις φορές γύρω από την εκκλησία "για να τους πάει το ουλούρµ", να έχουν δηλαδή τύχη στην περιοδεία τους, να τους δεχθούν όλα τα χωριά και να συγκεντρώσουν αρκετά χρήµατα και γεννήματα κατά την περιοδεία τους, να φέρουν "ντέβερι" το Ρουµλούκι όπως έλεγαν, πάντα όµως βάσει προσχεδιασµένου προγράµµατος. Εµπρός πήγαιναν οι τρεις καπεταναίοι καβάλα στ' άλογά τους και ακολουθούσε η εκκλησιαστική επιτροπή µε το αµάξι και πίσω πεζή η οµάδα των Ρουγκατσιαραίων.
Όταν πλησίαζαν σε ένα χωριό, το µπουλούκι στάθµευε έξω απ' αυτό, Ένας από τους καπετάνιους, που καλούνταν "κολαούζης", µαζί µε την επιτροπή, εισέρχονταν στο χωριό και αναζητούσαν την εκκλησιαστική επιτροπή. Μόλις αυτή παρουσιάζονταν, της ζητούσαν την άδεια να εισέλθουν τα Ρουγκάτσια στο χωριό τους. Αν τους δινόταν η άδεια, ο Κολαούζης έτρεχε µε τ' άλογο να ειδοποιήσει την οµάδα των χορευτών ότι τους δόθηκε η άδεια να εισέλθουν στο χωριό, στο µεσοχώρι του οποίου τους περίµενε η επιτροπή τους.
Αν δεν τους δινόταν η άδεια, έφευγαν και πήγαιναν σε άλλο χωριό, µόνο που έπρεπε να θυµούνται τα χωριά που δεν τους δέχθηκαν, για να τους το ανταποδώσουν όταν θα διοργάνωναν και αυτά Ρουγκάτσια. Δικαιολογηµένη άρνηση εισόδου σε ένα χωριό, ήταν µόνο η περίπτωση που σ' αυτό είχε εκδηλωθεί κάποια επιδημία και βρίσκονταν σε καραντίνα.
Από το µεσοχώρι του χωριού ξεκινούσαν τις επισκέψεις σε κάθε σπίτι χωριστά. Στην αυλή, τους ανέµενε ο οικοδεσπότης, που είχε από πριν τοποθετήσει ένα σακί ή µια κούτλα (ξύλινο δοχείο χωρητικότητας 12 οκάδων) µε σιτάρι ή καλαµπόκι, ανάλογα πάντοτε µε τις δυνάµεις του, που θα το πρόσφερε στα Ρουγκάτσια. Εισερχόµενη η οµάδα των χορευτών στην αυλή του σπιτιού, τα όργανα έπαυαν και οι χορευτές βαδίζοντας ο ένας πίσω από τον άλλο τραγουδούσαν το παρακάτω τετράστιχο:
Άϊντε πάµε Χρήστο στα Ρουγκάτσια να ρουγκατσιέψουµι,
εσύ µε τη µαχαίρα και γω µε φουστανέλα να ρουγκατσέψουµι.
Ήρθαν τα Ρουγκάτσια, οι Ρουγκατσιαροί,
δώστι µας πίττα µι λουκάν'κα, πίττα µι αυγά.
Ήρθαν τα Ρουγκάτσια, οι Ρουγκατσιαροί.
Τελειώνοντας το τραγούδι, ένας από τους καπετάνιους σταύρωνε µε το σπαθί του το γέννηµα και κατόπιν την πόρτα του σπιτιού. Τα όργανα άρχιζαν να παίζουν τους σκοπούς των χορών των Ρουγκατσιών και οι Ρουγκατσιαραίοι σείοντας τα σπαθιά τους χόρευαν, ξεκινώντας µε αργά και σταθερά βήµατα, για να καταλήξουν σταδιακά σε γοργότερο, ζωηρότερο και πολυπλοκότερο χορό µε στριφογυρίσµατα και αναπηδήµατα.
Όταν τελείωνε ο χορός, µία γυναίκα του σπιτιού κερνούσε µε το δίσκο ρακί και κρασί τους χορευτές και τους συνοδούς τους και όλοι απηύθυναν τις απαραίτητες για την περίσταση ευχές για υγεία και προκοπή. Ταυτόχρονα, ένας από τους καπετάνιους άπλωνε τον σκούφο του στον νοικοκύρη, για να προσφέρει την συνδροµή του. Στις περισσότερες όµως περιπτώσεις, η προσφορά ήταν µόνο γέννηµα, το οποίο φόρτωνε στο αµάξι της η εκκλησιαστική επιτροπή, όπως επίσης και τρόφιµα, κυρίως δε παστό και λουκάνικα.
Το ίδιο τυπικό ακολουθούνταν σε όλα τα σπίτια του χωριού. Στο δρόµο, τα όργανα έπαιζαν τον ίδιο πάντοτε σκοπό των Ρουγκατσιών και οι Ρουγκατσιαραίοι βάδιζαν σείοντας ψηλά τα ξύλινα σπαθιά τους. Οι πιο χωρατατζήδες µάλιστα απ'αυτούς, µόλις έβλεπαν σε ένα σπίτι κάποια γυναίκα ή κοπέλα να κλώθει κλωστή µε το αδράχτι, έσπευδαν και της την έκοβαν. Άλλοτε πάλι, έκαναν σωστή επιδροµή στα λουκάνικα που τα είχαν κρεµµασµένα οι νοικοκυραίοι στα παρταλόσπιτα και στα φουρναριά, µε αποτέλεσµα να τα κρύβουν οι νοικοκυρές µόλις πληροφορούνταν ότι εισήλθαν στο χωριό τους τα Ρουγκάτσια.
Το ίδιο έπρατταν και µε τα απλωµένα στους πλοκούς και τα σιτζίµια (σχοινιά) ασπρόρουχα, διότι οι Ρουγκατσιαραίοι έπαιρναν µε τα σπαθιά τους λάσπη και τα λέρωναν.
Τελειώνοντας τις επισκέψεις στα σπίτια ενός χωριού, αποχωρούσαν και πήγαιναν σε άλλο. Σε όποιο χωριό που τους δεχόταν τους έπιανε η νύχτα, σε εκείνο διανυχτέρευαν. Τους επιτρόπους, τους φιλοξενούσε η εκκλησιαστική επιτροπή του χωριού, ενώ οι Ρουγκατσιαραίοι διέµεναν στα σπίτια που είχαν επιλεχθεί ή προσφερθεί, πάντοτε όµως δύο µαζί, διότι διαφορετικά υπήρχε κίνδυνος να "αρµενιαστούν", δηλαδή να µατιαστούν.
Τα ρούχα τους, τα δίπλωναν και τα τοποθετούσαν µέσα σε πανέρια, που τους έδινε ο οικοδεσπότης, ενώ τα συνήθως βρεγµένα σκουφούνια τους, τα έπλεναν και τα στέγνωναν οι γυναίκες του σπιτιού. Την εποµένη, η σπιτονοικοκυρά σηκώνονταν πολύ νωρίς, για να ζυµώσει και να ψήσει πίττες, για να φιλέψει τους Ρουγκατσιαρούς. Μόλις χάραζε, ο νταουλτζής χτυπούσε δυνατά το νταούλι του, για να συγκεντρωθούν οι χορευτές και να κινήσουν για άλλο χωριό.
Σ' αυτές τις διανυχτερεύσεις, συνέβαινε, αρκετοί Ρουµλουκιώτες να γνωριστούν µε ελεύθερες κοπέλες, τις οποίες αργότερα επέλεξαν ως συζύγους τους, στέλνοντας τα απαραίτητα προξενιά.
Οι Ρουγκατσιαραίοι περιόδευαν σε όσα περισσότερα χωριά ήταν εφικτό στο Ρουµλούκι µέχρι την παραµονή των Φώτων, που έπρεπε να βρίσκονται το απόγευµα πίσω στο χωριό τους. Επισκέπτονταν όµως πολλές φορές και τη Νιάουστα, διότι οι Νιαουστιανοί, που είχαν και αυτοί ως όργανά τους τους ζουρνάδες και το νταούλι, εκτιµούσαν τις χορευτικές ικανότητες των Ρουµλουκιωτών και ήσαν πολύ γεναιόδωροι στις προσφορές τους.
Συχνά δε, έφθαναν µέχρι και την Χαλάστρα, πολλές οικογένειες της οποίας κατάγονταν από το Ρουµλούκι, όπως και τα χωριά πέρα απ' αυτήν και όσα βρίσκονταν στις βορειοανατολικές όχθες της λίµνης των Γιαννιτσών έως και τα Κουφάλια. Και σ' αυτά τα χωριά, τα Ρουγκάτσια τύχαιναν θερµής υποδοχής, διότι οι κάτοικοί τούς, όντας δίγλωσοι, εκτιµούσαν ιδιαίτερα τους Ρουµλουκιώτες, διότι µιλούσαν ένα καθαρό Ελληνικό ιδίωµα. Μάλιστα, τα Ρουµλουκιώτικα χωριά τα αποκαλούσαν "Γκρέκικα" και τους Ρουµλουκιώτες "Γκρεκούδια".
Στην περιοδεία τους στα Ρουµλουκιώτικα χωριά, µία οµάδα Ρουγκατσιών δεν έπρεπε να συναντηθεί µε άλλη, ενώ σε αντίθετη περίπτωση, η µία από τις δύο οµάδες όφειλε να δηλώσει υποταγή, να περάσουν δηλαδή οι χορευτές της τρεις φορές κάτω από τα υψωμένα σπαθιά της άλλης. Μία τέτοια πράξη όµως ήταν πολύ ατιµωτική και θα αποτελούσε όνειδος για το χωριό της, γι' αυτό και καµία από τις οµάδες δεν το δέχονταν και προτιµούσαν να χτυπηθούν µε τα σπαθιά τους, µέχρι τελικής πτώσης ή νίκης. Αργότερα, µονοµαχούσαν οι πρωτοκαπετάνιοι των δύο οµάδων και όποιος ηττούνταν, δήλωνε υποταγή µε όλη την οµάδα µε τον τρόπο που περιέγραψα.
Στον αιώνα µας, πιάνονταν στα χέρια οι χορευτές των δύο οµάδων, αφού άλλωστε τα σιδερένια σπαθιά είχαν ήδη αντικατασταθεί µε ξύλινα. Στην αντικατάσταση αυτή συνέβαλε, ίσως και µε την παρέµβαση της τοπικής εκκλησίας διά µέσω των ιερέων της, η φονική µονοµαχία των πρωτοκαπετάνιων των Ρουγκατσιών των χωριών Μεγάλο Αλάµπουρο (Πρασινάδα) και Τσινάφορο (Πλάτανος). Το γεγονός συνέβηκε πριν από 150 περίπου χρόνια, όταν οι δύο οµάδες συναντήθηκαν έξω από το χωριό Μικρό Αλάµπουρο (Κυδωνιά) και καθώς καµία δεν δήλωνε υποταγή, µονοµάχησαν οι καπετάνιοι, για να σκοτωθούν και οι δυο τους. Από τότε, άρχισαν να χρησιµοποιούνται και τα ξύλινα σπαθιά και η τοποθεσία που σκοτώθηκαν τα δύο παλικάρια ονοµάστηκε "Ρουγκάτσι" εις ανάµνησιν του θλιβερού συµβάντος.
Επίσης, νεκροταφείο όπου είχαν ταφεί οι φονευθέντες Ρουγκατσιαραίοι από την συµπλοκή δύο µπουλουκιών σε παλαιότερη εποχή, υπήρχε στο ενδιάµεσο των χωριών Σχοινάς και Νησί, χωρίς η λαϊκή µνήµη να διασώσει την καταγωγή τους.
Αντίστοιχες όµως φονικές συγκρούσεις µεταξύ οµάδων Ρουγκατσιών και µεταµφιεσµένων του Δωδεκαηµέρου, έχουν πραγµατοποιηθεί και σε άλλες περιοχές της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας, όπως στην Ελάτη των Σερβίων, στα χωριά Αιµιλιανός, Αλατόπετρα, Μέγαρο, Σαρακίνα και Κυδωνιές των Γρεβενών, στο Τσοτύλι και το Αρόκαστρο του Βοϊου, στο Πλεύρωµα, Μαρίνα, Επισκοπή και Αρσένι της Έδεσσας, στην Αξιούπολη και την Ειδοµένη του Κιλκίς, στο Παρθένιο, στην Αύρα και στον Βλαχάβα της Καλαµπάκας, στα Καρποχώρι, Καλλιφώνιο, Μαυραχάδες, Μαυροχώρι, Ματαράγκα, Καρδιτσοµάγουλα και Παραπράταινα της Καρδίτσας κ.α., όπου σώζονται και τα σχετικά τοπωνύµια όπως: γέφυρα των Ρουγκατσιάρηδων, µνήµατα των Ρουγκατσιάρηδων, Ρουγκατσιάρια, φονιάδες κ.α.
Με τον καιρό όµως, στο Ρουµλούκι, είχε τόσο εξασθενήσει το έθιµο της υποταγής των Ρουγκατσιών, ώστε ακόµη και οι ξυλοδαρµοί εξαλείφθηκαν, αφού οι διάφορες οµάδες φρόντιζαν να µην συναντιούνται καθόλου στην πορεία τους ή να αλλάζουν κατεύθυνση όταν πλησίαζε η µία στην άλλη. Αλλά και όταν τύχαινε να συναντηθούν, αποχωρούσαν χωρίς ξυλοδαρµούς, ανταλλάσσοντας µόνο οι χορευτές μεταξύ τους προς ανάµνησιν κρόσια από τις φούντες των φεσιών τους. Την συνήθεια αυτή, την ονόµαζαν "φιλικό", σε αντίθεση µε το "εχθρικό", που συνέβαινε παλαιότερα.
Μνηµονεύεται µάλιστα και το γεγονός, ότι το 1924 βρέθηκαν στο χωριό Ποζιαρίτες (Κεφαλοχώρι) την ίδια µέρα 19 µπουλούκια Ρουγκατσιαραίων, χωρίς να σηµειωθεί κανένας ξυλοδαρµός.
Το απόγευµα της παραµονής των Φώτων, τα Ρουγκάτσια έπρεπε να επιστρέψουν οπωσδήποτε πίσω στο χωριό τους. Στην είσοδό του, τους ανέµεναν όλοι οι συγχωριανοί τους, για να τους υποδεχθούν. Μία ελεύθερη κοπέλα τότε κρατούσε ψηλά µε το χέρι της ένα µαντήλι και οι Ρουγκατσιαροί έτρεχαν, συναγωνιζόµενοι ποιός θα το πιάσει πρώτος, για να το αποκτήσει και να το έχει ως ενθύµιο. Το βράδυ, διανυχτέρευαν πάλι ανά δύο άτοµα, για να µην αρµενιαστούν. Ποτέ δεν έπρεπε να µείνει µόνος του κάποιος Ρουγκατσιάρης, ακόµη και αν συνέβαινε κάποιο δυσάρεστο γεγονός κατά την διάρκεια της περιοδείας, όπως για παράδειγµα ο θάνατος προσφιλούς προσώπου. Τότε, ο Ρουγκατσιάρης επέστρεφε στο χωριό του µε την συνοδεία κάποιου έφιππου καπετάνιου.
Ανήµερα των Φώτων, ο νταουλτζής χτυπούσε πάλι το νταούλι του και οι Ρουγκατσιαροί πήγαιναν στην εκκλησία για να εκκλησιαστούν. Μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας, πραγµατοποιούνταν η καταγραφή των χρηµάτων και των γεννηµάτων που είχαν συγκεντρωθεί στην περιοδεία των Ρουγκατσιών, όπως επίσης και η παράδοσή τους στον ιερέα και την εκκλησιαστική ή την σχολική επιτροπή. Τα γεννήµατα, θα τα εκποιούσαν αργότερα και µε το σύνολο του συγκεντρωθέντος ποσού θα κάλυπταν τις ανάγκες συντήρησης ή οικοδόµησης της εκκλησίας ή του σχολείου.
Το όλο έθιµο των Ρουγκατσιών τελείωνε µε την διοργάνωση γλεντιού, στο οποίο συµµετείχε πάνδηµα όλο το χωριό. Ο ιερέας, αφού ευλογούσε τα λουκάνικα και τον παστό που είχαν προσφερθεί στους Ρουγκαστιαρούς, τα παρέδιδε στους συγχωριανούς του και όλοι τό 'ριχναν στο φαγοπότι και στον χορό.
Τα Ρουγκάτσια είναι από τα λίγα παλαιά οµαδικά έθιµα που συνεχίζουν να τελούνται έως και σήµερα στο Ρουµλούκι. Διοργανώνονται το Δωδεκαήµερο από αρκετούς χορευτικούς και πολιτιστικούς συλλόγους και παρά τις όποιες καινοτοµίες που έχουν εισαχθεί, δεν παύουν να µας συνδέουν µε το παρελθόν και την µακραίωνη παράδοση και να αποτελούν µία ακόµη επιβεβαίωση της συνέχειας του Ελληνισµού. Τέλος, το 1998, ύστερα από πολλά χρόνια τελέστηκαν Ρουγκάτσια για την οικοδόµηση καινούργιου ναού στο χωριό Παλαιοχώρι, µε πρωτοβουλία του Εκκλησιαστικού Συµβουλίου του Ιερού Ναού Τιµίου Προδρόµου Πάλαιοχωρίου και την αρωγή και συνεργασία του Πολιτιστικού Συλλόγου του χωριού, ακολουθώντας µάλιστα την πορεία που είχαν ακολουθήσει το 1957 και πάλι Ρουγκάτσια του ίδιου χωριού, τηρώντας στο σύνολό του σχεδόν το παλαιό τυπικό και επισκεπτόµενοι μετά από πολλές δεκαετίες τα ανατολικώς του ποταµού Λουδία και εκτός των φυσικών ορίων του Ρουµλουκιού χωριά Παρθένιο, Βαλµάδα και Βραχιά.
Οι πληροφορίες για τα Ρουγκάτσια προέρχονται από το βιβλίο του Δημήτρη Πανταζόπουλου «Τ’ ΑΝΤΕΤΙΑ ΜΑΣ» που εκδόθηκε στην Αλεξάνδρεια το 2001.
Τον ευχαριστώ πολύ για την άδεια αναδημοσίευσης
Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2014
Πρόγραμμα εκδηλώσεων Συλλόγων ΠΟΠΣΜ
ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ
ΣΥΛΛΟΓΩΝ ΠΟΠΣΜ
Τρίτη 23
Δεκεμβρίου Γουμένισσα «Κόλιντε»
« « Λευκάδια Ημαθίας Άναμμα της φωτιάς «ΚΟΛΙΝΤΕ"
« « Λευκάδια Ημαθίας Άναμμα της φωτιάς «ΚΟΛΙΝΤΕ"
« « Λουτράκι Αλμωπίας «Κόλιντα μπάμπου»
« « Μεσημέρι Έδεσσας «Χριστουγεννιάτικες φωτιές»
« « Πολυπλάτανος Ημαθίας Φωτιές
« « Πολυπλάτανος Ημαθίας Φωτιές
« « Σιταριά Φλώρινας Φωτιές
Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου
Κρύα Βρύση Πέλλας Ετήσιος
χορός Συλλόγου
Σάββατο 27 Δεκεμβρίου Δημητρίτσι Σερρών Ετήσιος χορός Συλλόγου
Σάββατο 27 Δεκεμβρίου Δημητρίτσι Σερρών Ετήσιος χορός Συλλόγου
« « Σκύδρα Ετήσιος χορός Συλλόγου
Κυριακή
28 Δεκεμβρίου Τρίλοφος Ημαθίας Ρουγκάτσια
Τρίτη 30 Δεκεμβρίου Λουτράκι Αλμωπίας
Σούρβα μπάμπου
« « Πρόμαχοι Αλμωπίας Σούρβα
« « Μαυροβούνι Φωτιές
Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2015 Πολυπλάτανος Ημαθίας Ετήσιος χορός
Κυριακή
4 Ιανουαρίου Λευκάδια
Ημαθίας Ρουγκάτσια
Τρίτη 6
Ιανουαρίου Νικήσιανη Καβάλας ΑΡΑΠΗΔΕΣ
6-8
Ιανουαρίου Καλή Βρύση
Δράμας ΜΠΑΜΠΟΥΓΕΡΑ
6-8
Ιανουαρίου Βώλακας
Δράμας ΧΑΡΑΠΙΑ και ΑΡΚΟΥΔΕΣ
Σάββατο 31 Ιανουαρίου Βόλος Κοπή πίτας
Ετικέτες
Εκδηλώσεις,
Επικαιρότητα,
Λαογραφία,
Ομοσπονδία
Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2014
Εκδηλώσεις Συλλόγων ΠΟΠΣΜ
Εκδηλώσεις Συλλόγων ΠΟΠΣΜ
1. Λουτράκι Αλμωπίας
"Κόλιντα μπάμπω"
Το βράδυ της 23ης Δεκέμβρη αναβιώνει το έθιμο «Κόλιντα Μπάμπω» που δεν είναι τίποτα περισσότερο από τα "Κάλαντα γιαγιά", μια φράση που είναι γνωστή σε πάρα πολλές περιοχές της Ελλάδας και την συναντούμε όχι μόνο στην Μακεδονία αλλά και στην Θράκη.
2. Λευκάδια Ημαθίας
Ο Μ. Π. ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΛΕΥΚΑΔΙΩΝ ΔΙΟΡΓΑΝΩΝΕΙ ΤΟ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΕΘΙΜΟ ΜΕ ΤΟ ΑΝΑΜΜΑ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ "ΚΟΛΙΝΤΕ" ΜΕ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΕΔΕΣΜΑΤΑ ΣΕ ΕΝΑΝ ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΟ ΧΟΡΟ ΜΕ ΑΦΘΟΝΟ ΚΡΑΣΙ ΔΩΡΕΑΝ, ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΠΟΛΛΕΣ ΕΚΠΛΗΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΙΚΡΟΥΣ ΜΑΣ ΦΙΛΟΥΣ ΜΕ ΘΕΜΑ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥΣ ΜΕ ΔΩΡΑ.
ΣΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ΝΑ ΑΝΑΔΕΙΞΟΥΜΕ ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΚΑΙ ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΟΛΟΙ ΜΙΚΡΑ ΠΑΙΔΙΑ ΝΑ ΑΝΤΑΛΛΑΞΟΥΜΕ ΕΥΧΕΣ ΚΑΙ ΝΑ ΓΛΕΝΤΗΣΟΥΜΕ ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ .....
ΩΡΑ ΕΝΑΡΞΗΣ 6:00 ΜΜ
3. Μεσημέρι Έδεσσας
4. Γουμένισσα
"Κόλιντα μπάμπω"
5. Σιταριά Φλώρινας
4. Γουμένισσα
"Κόλιντα μπάμπω"
5. Σιταριά Φλώρινας
Ο Σύλλογος Σιταριάς-Φλώρινας "Νέοι Ορίζοντες" σας προσκαλεί στις 23 Δεκεμβρίου και ώρα 7 μμ στην πλατεία του χωριού να περάσουμε μια πολύ όμορφη βραδιά και να τιμήσουμε τις παραδόσεις μας. Την εκδήλωση θα πλαισιώνει η ορχήστρα "Παραδοσιακή Μουσική Φλώρινας-Έδεσσας".
Θα υπάρχει άφθονο κρασί και διάφορα είδη κρεάτων, ενώ δεν θα μπορούσε να λείπει η παραδοσιακή φασολάδα σε μεγάλα καζάνια που θα βράζουν για όλο τον κόσμο !
Σας περιμένουμε όλους...!
Το Δ.Σ του Συλλόγου
Ετικέτες
Εκδηλώσεις,
Επικαιρότητα,
Λαογραφία
Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2014
Η ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΩΝ ΧΩΡΙΩΝ ΤΟΥ ΚΑΜΠΟΥ ΤΗΣ ΝΑΟΥΣΑΣ
Επισκοπή Νάουσας
Μια εξαιρετική εργασία για τις τοπικές ενδυμασίες των χωριών του κάμπου της Νάουσας από τον εκπαιδευτικό και συγγραφέα Χρήστο Ζάλιο, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΝΙΑΟΥΣΤΑ τεύχος 138 (Ιανουάριος –Απρίλιος 2012).
Η ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ
ΤΩΝ ΧΩΡΙΩΝ ΤΟΥ ΚΑΜΠΟΥ ΤΗΣ ΝΑΟΥΣΑΣ
Του Χρήστου Σ. Ζάλιου
Στις αρχές του 20ου αιώνα, πριν τη Μικρασιατική καταστροφή του 1922 και την έλευση των Ποντίων, στα χωριά του κάμπου της Νάουσας οι ντόπιοι κάτοικοι διατηρούσαν πολύ ζωντανά τα δικά τους ήθη και έθιμα. Η παραδοσιακή φορεσιά των κατοίκων και ειδικά η γυναικεία επίσημη φορεσιά, ήταν αυτή που έχει καταγραφεί από τους ερευνητές ως «παραδοσιακή φορεσιά Επισκοπής».
Η εντυπωσιακή αυτή φορεσιά βέβαια δεν ανήκε μόνο στην Επισκοπή όπου πιθανότατα την εντόπισε για πρώτη φορά κάποιος από τους παλιούς ερευνητές και έτσι της έμεινε ο χαρακτηρισμός «φορεσιά Επισκοπής», αλλά στους κατοίκους μιας ομάδας 12 περίπου χωριών που αποτελούν τα χωριά του κάμπου της Νάουσας. Τα χωριά του κάμπου της Νάουσας στις αρχές του 20ου αιώνα ήταν : Λευκάδια (Γκολισιάνι), Κοπανός (Άνω Κοπανός), Χαρίεσσα (Κάτω Κοπανός), Μαρίνα (Τσαρμορίνοβο), Πολλά νερά (Φέτιστα), Επισκοπή, Πολυπλάτανος (Βοδενιώτικη Βέτσιστα), Αγγελοχώρι (Βέτσιστα), Ζερβοχώρι, Μονόσπιτα, Στενήμαχος (Χωροπάνι), Γιαννακοχώρι (Γιαννάκοβο) και Άγιος Γεώργιος (Γιάντσιστα) που ανήκει στη Βέροια.
Μέχρι πρόσφατα τα περισσότερα από αυτά τα χωριά ανήκαν στους Καποδιστριακούς Δήμους, Ανθεμίων και Ειρηνούπολης. Σήμερα μετά την εφαρμογή του Καλλικράτη διοικητικά ανήκουν και πάλι όπως παλιά στο δήμο της Νάουσας, ενώ εκκλησιαστικά αρκετά από αυτά ανήκουν στη μητρόπολη Εδέσσης.
Στα χωριά οι γυναίκες του σπιτιού ασχολούνταν όλο το χρόνο με τις αγροτικές ή κτηνοτροφικές εργασίες της οικογένειας. Όταν δεν είχαν εργασία στα χωράφια, ασχολούνταν με τον αργαλειό, το πλέξιμο και το κέντημα.
Έπρεπε από νωρίς να ετοιμάσουν την προίκα των νεαρών κοριτσιών της οικογένειας, καθώς και τα δώρα για τους συγγενείς των μελλοντικών γαμπρών. Έραβαν πουκάμισα, φουστανέλες, μαντήλια, πετσέτες, έπλεκαν κάλτσες, ποδιές και έφτιαχναν στον αργαλειό ζιλιά και βελέντζες για το μελλοντικό τους σπίτι.
Η παραδοσιακή φορεσιά κατά την Αγγελική Χατζημιχάλη διακρίνεται ανάλογα με τη χρήση της σε καθημερινή, γιορτινή και νυφική, ανάλογα με την ηλικία, δηλαδή κόρη, νύφη, νιόπαντρη, παντρεμένη χρόνια, ηλικιωμένη για τις γυναίκες και αντίστοιχα για τους άνδρες και ανάλογα με την κοινωνική τάξη.
Οι γυναικείες φορεσιές χωρίζονται σε τρεις βασικές κατηγορίες:
1. Οι φορεσιές με το σιγκούνι
2. Οι φορεσιές με το καβάδι
3. Οι φορεσιές με το φουστάνι.
Οι αντρικές φορεσιές χωρίζονται σε δύο βασικές κατηγορίες:
1. Η φουστανέλα
2. Η βράκα.
Η παραδοσιακή γυναικεία φορεσιά των χωριών του κάμπου της Νάουσας (που έγινε γνωστή ως φορεσιά Επισκοπής) είναι μια ιδιαίτερη και πολύ εντυπωσιακή φορεσιά της Μακεδονίας του 18ου - 19ου αιώνα.
Αποτελείται από πολλά κομμάτια και εξαρτήματα και ξεχωρίζει για τα πλούσια κεντήματα και την ποιότητα των υφασμάτων της. Τα κορίτσια έπαιρναν ως προίκα όλο τον αναγκαίο ρουχισμό για κάθε περίσταση και ηλικία.
Πλούσιες και φτωχές κόρες προικίζονταν με ρούχα και σκεπάσματα που αρκούσαν για να περάσουν όλη τους τη ζωή και περίσσευαν αφόρετα για να τα δώσουν προίκα στις κόρες τους. Πολλά από αυτά τα κατασκεύαζαν μόνες τους στον αργαλειό, τα χρυσά όμως κεντήματα στα φουστάνια, τους επενδύτες και τους κεφαλόδεσμους τα έφτιαχναν άνδρες ραφτάδες από τη Νάουσα, τη Βέροια και την Έδεσσα.
Η γυναικεία φορεσιά
Η γυναικεία φορεσιά των χωριών του κάμπου της Νάουσας ανήκει στις φορεσιές με καβάδι και αποτελείται από :
Πουκάμισο (κουσούλι)
Αυθεντικό γυναικείο πουκάμισο
με ποδόγυρο από τα Λευκάδια
Το γυναικείο κεντημένο πουκάμισο (βιζάνο κουσούλι) κατασκευάζεται από αγοραστό βαμβακερό πανί και έχει συρραμμένο κεντητό ποδόγυρο από βαμβακερό πουκάμισο του αργαλειού. Το πουκάμισο που φορούσαν οι ελεύθερες κοπέλες ήταν υφαντό (γκολένι παλαζότσε). Το ύφασμα με το οποίο το έφτιαχναν οι κοπέλες το ασπρίζανε και το ράβανε μόνες τους.
Πουκάμισο Επισκοπής από το ψηφιακό αρχείο
του Λυκείου των Ελληνίδων
Τα μανίκια του ήταν μακριά και μπροστά στο στήθος είχε άνοιγμα με κέντημα γύρω - γύρω και κάτω δυο φύλλα κεντημένα στον αργαλειό και ενωμένα με ραφή. Το πουκάμισο της νύφης ήταν το ίδιο, αλλά με περισσότερα χρυσά κεντίδια στο τελάρο.
Καβάδι
Καβάδι Επισκοπής, από το ψηφιακό αρχείο
του Λυκείου των Ελληνίδων
Το καβάδι φοριέται πάνω από το πουκάμισο και κάτω από τον σαγιά. Καλύπτει το πουκάμισο αφήνοντας να φαίνονται μόνο τα κεντήματα στον ποδόγυρο και στην τραχηλιά. Είναι από κάμποτο υφαντό άσπρο, με μια φάσα από μεταξωτό ή βελούδο γύρω στον ποδόγυρο και στα μακριά του μανίκια. Το μάκρος του φτάνει μέχρι τα κεντίδια του πουκάμισου. Για την κατασκευή του χρησιμοποιούσαν άσπρο αργαλίσιο πανί μαζί με ένα άλλο ύφασμα συνήθως ριγωτό για να στολιστεί στα μέρη που φαίνονται κάτω από το σαγιά.
Σαΐκ (Μανικωτός χειμωνιάτικος επενδύτης)
Σαϊκ Χειμωνιάτικος σαγιάς Επισκοπής,
από το ψηφιακό αρχείο του Λυκείου των Ελληνίδων
Ο χειμωνιάτικος σαγιάς (Σαΐκ), φοριέται πάνω από το καβάδι και είναι υφαντός στον αργαλειό. Στο μήκος είναι λίγο πιο κοντός απ' το καβάδι και ανοιχτός στο στήθος για να φαίνεται η τραχηλιά. Αυτός που φοριόνταν από τις ηλικιωμένες ήταν μαύρος με χρυσοκέντημα γύρω από το άνοιγμα κι είχε μανίκια κοντά γυρισμένα στο κάτω μέρος σαν ρεβέρ, καλυμμένα με επίρραπτο κόκκινο βαμβακερό πανί (μπουχασί).
Ο σαγιάς που φορούσαν οι νύφες ήταν άσπρος, κεντημένος στο χέρι με πολύχρωμες κλωστές. Τα πλαϊνά του σαγιά (οι πόλιες) που είχαν χρωματιστά κεντίδια πάνω σε άσπρο κάμποτο, τα σήκωναν και τα σκάλωναν στη μέση πίσω στο ζωνάρι.
Σαγκία (Μανικωτός καλοκαιρινός επενδύτης)
Αυθεντική Σαγκία σε σκούρο
μπλε χρώμα από τα Λευκάδια
Σαγκία, είναι ο καλοκαιρινός σαγιάς που φοριέται πάνω από το καβάδι και είναι φτιαγμένος με το ίδιο ύφασμα και στο ίδιο σχέδιο με τον χειμωνιάτικο, το σαΐκ.
Τα μανίκια έχουν άνοιγμα 5εκ., ώστε τα μανικέτια τους να γυρίζουν προς τα έξω και να φαίνονται. Ως προέκταση των μανικιών πολλές φορές χρησιμοποιούσαν επίρραπτα μανίκια από σαγιά. Η καθημερινή καθώς και η γιορτινή Σαγκία ήταν σε χρώμα μπλε σκούρο ενώ η νυφιάτικη ήταν άσπρη.
Μανίκια
Τα πρόσθετα μανίκια από σαγιά φθάνουν ως λίγο πάνω από τον αγκώνα και έχουν πλαϊνό άνοιγμα 15εκ. Είναι φτιαγμένα από χοντρό, αργαλίσιο βαμβακερό πανί, ντυμένο στο μεγαλύτερο μέρος του με λεπτό μάλλινο εμπριμέ ύφασμα.
Ζωνάρι (ομπρεγκάτς), φοριέται στη μέση πάνω απ’ το σαγιά και είναι υφαντό στον αργαλειό.
Η ποδιά (πριγκάτς) είναι μάλλινη, φτιαγμένη από δύο φύλλα υφάσματος ενωμένα οριζόντια, έτσι που το μήκος του υφάσματος γίνεται φάρδος της ποδιάς. Στο πάνω μέρος της είναι στριφωμένη κατά 5 εκ. για να περνά το κορδόνι με το οποίο η ποδιά δένεται γύρω από τη μέση. Φοριέται πάνω από το ζωνάρι, δένεται στην κάτω άκρη του ζωναριού και είναι κοντή πάνω απ' το γόνατο με κρόσσια γύρω - γύρω και διάφορα σχέδια φτιαγμένα στον αργαλειό.
Γυναικεία ποδιά Επισκοπής
Γυναικεία ποδιά Λευκαδίων
Ζευγάρι μανίκια από σαγιά, Επισκοπής,
από το ψηφιακό αρχείο του Λυκείου των Ελληνίδων
Κάρπα Επισκοπής, από το ψηφιακό αρχείο
του Λυκείου των Ελληνίδων
Τραχηλιά (ογκαρλία), είναι μεταξωτή, υφαντή, συνήθως άσπρη κεντημένη στο χέρι. Μπαίνει στο άνοιγμα του σαγιά στο στήθος κάτω απ' το καβάδι.
Κάρπα ή γουμπιλέν (μαντίλι κεφαλής), είναι το άσπρο νυφιάτικο μαντίλι υφασμένο από τις γυναίκες και κεντημένο στον αργαλειό. Η κάρπα τυλιγόταν γύρω από το καλπάκι, που ήταν τοποθετημένο λοξά πάνω στο κεφάλι.
Η μαντήλα που διπλωμένη σε τρίγωνο ήταν ριγμένη στους ώμους και οι άκρες της έμπαιναν μέσα στη ζώνη.
Το κολάνι μπαίνει στη μέση πάνω από το ζωνάρι και αποτελείται από μια ζώνη από μαύρο βελούδο με χρυσό κέντημα και πούλιες, που μπροστά δένεται με ασημένιες πόρπες (πάχτες). Τα κολάνια είναι μαλαμοκαπνισμένα, σφυρήλατα και με εντυπωσιακή διακόσμηση.
Κεφαλοκάλυμμα
Το κεφαλοκάλυμμα είναι ένα από τα βασικά εξαρτήματα της ντόπιας γυναικείας φορεσιάς των χωριών του κάμπου της Νάουσας. Η νέα κοπέλα έβαζε το καλπάκι για πρώτη φορά στον γάμο της και μετά το φορούσε και ως παντρεμένη γυναίκα στις επίσημες εκδηλώσεις και τις γιορτές.
Το καλπάκι ή κατσούλα, το κάλυμμα του κεφαλιού της νέας κοπέλας είναι κόκκινο φεσάκι, μυτερό, στερεωμένο με στενή λουρίδα πάνινη κάτω απ' το λαιμό και σκαλωμένη στα μαλλιά για να μη φύγει. Έβαζαν επίσης ένα μεγάλο φλουρί στο μέτωπο.
Μαζί με την πάνινη λουρίδα περνούσαν κάτω από το λαιμό και μια ή δύο σειρές χάντρες (γκοστνίτσες).
Νιόνυμφη απο την Επισκοπή.
Νιόνυμφη από τη Χαρίεσσα.
(φωτ.αρχείο Μ.Π. Σύλλογος
“ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ” Χαρίεσσας)
Σωτήρης Δάϊος και Γουγουλέφα Βασιλική
από τον Κοπανό
Πετρούλα και Βασίλης Τρούπκος
από τη Χαρίεσσα
(φωτ.αρχείο Μ.Π. Σύλλογος
“ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ” Χαρίεσσας)
Οι αρραβωνιασμένες φορούσαν δεξιά κι αριστερά πολύχρωμα λουλούδια, φρέσκα το καλοκαίρι, ψεύτικα το χειμώνα. Οι νέες αργότερα φορούσαν και τσεμπέρι που το έδεναν στο πλάι.
Αρραβωνιασμένες από τη Χαρίεσσα
(φωτ.αρχείο Μ.Π. Σύλλογος
“ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ” Χαρίεσσας)
Αρραβωνιασμένες από Αγγελοχώρι και Χαρίεσσα.
Αρραβωνιασμένες από την Επισκοπή
Αρραβωνιασμένοι από τα Λευκάδια.
Από αριστερά διακρίνονται οι :
Δημητρούση Αναστασία, Δημητρούσης Γιάννης,
Δρενοβιάδης Αντώνης, Δρενοβιάδου Ευαγγελία.
Η Βιργινία Βάντση από τον Κοπανό
με το καλπάκι τυλιγμένο με άσπρη μαντίλα
Οι παντρεμένες και οι νύφες φορούσαν το καλπάκι ή κατσούλι μυτερό, οι νέες και οι αρραβωνιασμένες στολισμένο με λουλούδια και οι ηλικιωμένες σκεπασμένο με μια άσπρη μαντήλα, που έδενε κάτω απ' το λαιμό.
Νυφική φορεσιά (φωτ. Ημαθία Ερατεινή 2003)
Σε δημοσίευση του λαογράφου Γεράσιμου Καψάλη στο Δελτίον της Λαογραφικής Εταιρείας το 1917, περιέχεται το παρακάτω απόσπασμα που αναφέρεται στον κεφαλόδεσμο της γυναικείας φορεσιάς :
Οι παντρεμένες γυναίκες που ζουν στα χωριά (όπου οι κάτοικοι μιλούν εκτός της ελληνικής και το σλαβοφανές τοπικό ιδίωμα) γύρω από τη λίμνη των Γενιτσών, φορούν πάνω στο κεφάλι κάλυμμα που καταλήγει σε μυτερό κόκκινο φεσάκι, όταν τις ρωτάνε για το σχήμα και το χρώμα του κεφαλόδεσμου, απαντούν όπως και οι γυναίκες του Ρουμλουκιού, ότι είναι προνόμιο που δόθηκε στις προγόνους τους από το Μέγα Αλέξανδρο για την ανδρεία που έδειξαν σε κάποια μάχη, στην οποία οι άνδρες δείλιασαν! Ακόμη αναφέρεται ότι : Οι Βούλγαροι κομιτατζήδες κατά τη δράση τους στη Μακεδονία πριν το 1912, μεταχειρίστηκαν κάθε μέσο βίας και πειθούς για να πετύχουν την κατάργηση του συγκεκριμένου κεφαλόδεσμου, αλλά η περήφανη επιμονή των γυναικών αυτών των χωριών, έχοντας συνείδηση της ελληνικής καταγωγής τους και περηφάνια γιαυτήν, υπερίσχυσε των απειλών των κομιτατζήδων (Καψάλης, 1917).
Το πίσω μέρος της νυφικής φορεσιάς
(φωτ. Ημαθία Ερατεινή 2003)
Η τράκμα, φοριέται πάνω απ' το μέτωπο γύρω στο κεφάλι και είναι μια φαρδιά φάσα από σαγιά, κεντημένη όλη στο τελάρο με χρυσοκλωστή και άλλες πολύχρωμες κλωστές. Είναι ακόμη στολισμένη με καρφίτσες που τα κεφαλάκια τους έχουν σχήματα από λουλούδια ή πεταλούδες.
Τσουράπια
Τσουράπια
Οι κάλτσες που φορούσαν ήταν μάλλινες, πλεχτές, άσπρες ή πολύχρωμες με πολλά κεντήματα. Στο τελείωμά τους είχαν κορδόνι για να δένονται κάτω από το γόνατο.
Παπούτσια δερμάτινα, δετά μπροστά, με λίγο τακούνι, που έβαζαν μέσα κάποιο υλικό για να τρίζουν (τριζάτα).
Κοσμήματα
Κοσμήματα φορούσαν τα κιουστέκια (κιοστέκ) που ήταν ασημένιες αλυσίδες κρεμασμένες από τη μέση και πιασμένες με ασημένιες παραμάνες.
Κόσμημα κεφαλής από το ψηφιακό αρχείο
του Λυκείου των Ελληνίδων
Στο λαιμό στην τραχηλιά, φορούσαν γκιορντάνια με φλουριά που συνήθως ήταν δώρο του γαμπρού. Ακόμη φορούσαν βραχιόλια και σκουλαρίκια.
Κόσμημα μέσης από το ψηφιακό αρχείο
του Λυκείου των Ελληνίδων
Στη μέση έβαζαν το κολάνι (στενή, βελούδινη, κεντημένη ζώνη) που μπροστά έκλεινε με ασημένιες, σκαλιστές πόρπες (πάχτες).
Αντρική φορεσιά
Η φορεσιά με τη φουστανέλα
Η παλαιότερη αντρική φορεσιά είναι αυτή με τη φουστανέλα. Αποτελείται από το πουκάμισο που γίνεται φουστανέλα, το άσπρο μπινιβρέκι, τις κάλτσες, το ζουνάρι, το γιλέκο που είναι είτε ανοικτό μπροστά είτε σταυρωτό, το πανωφόρι (φλοκάτα[1] - τζουμπές[2] - σουλτούκο[3]) και το φέσι.
Κάτοικοι Λευκαδίων με την παραδοσιακή φορεσιά
έχοντας βγει για Ρουγκάτσια το 1953
Το πουκάμισο είναι κεντημένο με πολύχρωμα κεντίδια στο γιακά, στα μανίκια και μπροστά στο κούμπωμα. Το πουκάμισο αυτό ήταν μακρύ ως κάτω από τα γόνατα και προς τα κάτω φάρδαινε αρκετά (με δώδεκα φύλλα) ώστε φορώντας το ζωνάρι να γίνεται φουστανέλα.
Γεώργιος Μπουφέλας από τα Λευκάδια
με την παραδοσιακή φουστανέλα, το 1842.
Μικρά παιδιά με την παραδοσιακή φορεσιά.
Φουστανέλα, σταυρωτό γιλέκο, τσουράπια.
Αγγελοχώρι 1934
Η παλαιότερη απεικόνιση που γνωρίζουμε με την παραδοσιακή φουστανέλα, είναι αυτή τουΓεώργιου Μπουφέλα κατοίκου Λευκαδίων.
Πληροφορίες για τον Γεώργιο Μπουφέλα έχουμε από κείμενο που υπάρχει σε τοιχογραφία της δυτικής εσωτερικής πλευράς του Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου, στη Νάουσα. Ο αγιογράφος έχει απεικονίσει και τη μορφή του Γ. Μπουφέλα, ο οποίος όπως μαθαίνουμε από το κείμενο με δικά του χρήματα συνέβαλε στο να γίνει η αγιογράφηση του Ναού. Ο ιδρυτής έμεινε μέχρι το θάνατό του σε ένα μικρό κελί κάτω από το γυναικωνίτη.
Ολόκληρο το κείμενο που υπάρχει στην τοιχογραφία είναι το εξής :
"Γεώργιος Μπουφέλας προσκυνητής κατήγετο από το πλησίον της Ναούσης χωρίον Γκουλισιάνι. Επισκεφθείς το 1840 τους Αγίου Τόπους, επανήλθε εις αυτό και εκποιήσας την κτηματικήν περιουσίαν του ελθών εγκατεστάθη εις Νάουσαν το 1842. Τότε επιδή η το 1841 αρξαμένη δι' εράνων ανέγερσις του Ιερού τούτου Ναού και αφού διαθέσας ολόκληρον την περιουσίαν του δια εξεικόνησιν του Βίου του Σωτήρος και όλων των Αγίων. Αφιέρωσεν δε και εις την υπηρεσίαν του Ιερού τούτου Ναού και μέχρι του θανάτου του 1851 έχον όντως εξέχον και αξιομίμητον υπόδειγμα αυτοαπαρνήσεως δια κάθε Χρηστιανόν Αμήν".
Το γιλέκο ήταν μαύρο ή σκούρο μπλε με πολλά χρυσά γαϊτάνια, αρκετά ανοιχτό μπροστά, για να φαίνεται το κεντημένο πουκάμισο. Ακόμη φορούσαν και σταυρωτό γιλέκο, αμάνικο που ραβόταν το καλό με ρούχο μαύρο ή μπλε και το καθημερινό με σαϊάκι. Το χειμώνα φορούσαν γιλέκο από τσόχα ενώ το καλοκαίρι από βελούδο.
Διακρίνονται καθιστοί οι Αντώνης Καραμπατάκης
με το παιδί στην αγκαλιά και ο Χρήστος Παπασταύρου
με μαύρο φέσι στο κεφάλι, από τον Κοπανό. (δεκ.1930)
Φέσι.
Στο κεφάλι φορούσαν μαύρο φέσι από τσόχα, με μια φάσα γύρω από σατέν ύφασμα.
Τσουράπια
Οι κάλτσες που φορούσαν ήταν μάλλινες, πλεγμένες στο χέρι, μακριές μέχρι το γόνατο.
Τσουράπια
Τα καλά τσουράπια ήταν άσπρα ή πολύχρωμα με πολλά κεντήματα. Στο τελείωμά τους είχαν κορδόνι για να δένονται κάτω από το γόνατο. Τα καθημερινά ήταν μαύρα, πλεγμένα με χοντρό νήμα από μαλλί.
Τα παπούτσια ήταν μαύρα σκαρπίνια. Για καθημερινά στην εργασία φορούσαν τα γουρουνοτσάρουχα.
Η φορεσιά με το σαλβάρι
Σε όλη την περίοδο της τουρκοκρατίας συνηθισμένη ήταν και η φορεσιά με το σαλβάρι. Αυτή αποτελούνταν από το φέσι, το σαλβάρι, το ζουνάρι για τη μέση, το γιλέκο, το πουκάμισο, τα τσουράπια, τα γεμενιά και κάποιο είδος καλοκαιρινού ή χειμωνιάτικου επενδύτη.
Σαλβάρι, είδος παντελονιού που είναι φαρδύ στο πάνω μέρος και σφίγγει αμέσως κάτω από το γόνατο. Στη μέση στερεώνεται με βρακοζούνα ή κορδόνι περασμένο σε βρακοθηλιά. Τα καλά σαλβάρια είναι ραμμένα από μαύρο ή μπλε ρούχο και τα καθημερινά από μαύρο σαϊάκι.
Το ζωνάρι που χρησιμοποιούσαν για τη μέση ήταν μαύρο μάλλινο υφαντό 2-3 μέτρα.
Αργότερα στη δεκαετία 1920 και μετέπειτα, φορούσαν τη μπολμπότσα,μαύρο μάλλινο φαρδύ παντελόνι που το στήριζαν στη μέση με κορδόνι, καθώς και ένα άλλο είδος παντελονιού που ήταν από το γόνατο και κάτω εφαρμοστό στη γάμπα.
Τα εσώρουχα που χρησιμοποιούσαν και στους δύο τύπους της αντρικής φορεσιάς είναι το κατασάρκι (φανέλα με μακριά μανίκια) και το μπινιβρέκι (μακρύ σώβρακο μέχρι τους αστράγαλους), που ήταν βαμβακερά για το καλοκαίρι και μάλλινα για το χειμώνα.
Βιβλιογραφία
1. Ζάλιος Χρήστος, Παραδοσιακοί Χοροί Ήθη και Έθιμα της Νάουσας, Νάουσα 2009.
2. Ζώρα, Π. 1981, Κεντήματα και κοσμήματα της ελληνικής φορεσιάς, Αθήνα, ΥΠ.ΠΟ - Μ.Ε.Λ.Τ.
3. Καψάλης Γεράσιμος, Λαογραφικά εκ Μακεδονίας, Λαογραφία, Δελτίον της Λαογραφικής Εταιρείας, τόμος Στ΄, έτος 1917, σελ.464-465
4. Κορρέ-Ζωγράφου, Κ. 1991, Νεοελληνικός κεφαλόδεσμος, Αθήνα.
5. Λαδά-Μινώτου Μ. 1999, Κοσμήματα της ελληνικής παραδοσιακής φορεσιάς. 18ος - 19ος αι., Αθήνα, Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος.
6. Λύκειο των Ελληνίδων Βέροιας, ΗΜΑΘΙΑ ΕΡΑΤΕΙΝΗ. Λαογραφικά της Ημαθίας, Βέροια 2003.
7. Παπαντωνίου, Ι. 1978, "Συμβολή στη μελέτη της γυναικείας ελληνικής παραδοσιακής φορεσιάς", Εθνογραφικά 1: 5-92, Ναύπλιο, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα.
8. Παπαντωνίου, Ι. 1992, Μακεδονικές φορεσιές, Ναύπλιο, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα.
9. Φωτογραφικό αρχείο Χρήστου Ζάλιου
10. Χατζημιχάλη, Α. 1983, Λαϊκή Φορεσιά. Οι φορεσιές με το καβάδι Β΄, (επιμ. Γιανναρά-Ιωάννου, Τ.) Αθήνα, Μουσείο Μπενάκη - Μέλισσα.
Σημειώσεις
[1] Η φλοκάτα : είδος μακριού πανωφοριού χωρίς μανίκια, χρώματος μαύρου ή άσπρου, γινόταν από σκουτί, μάλλινο χοντρό ύφασμα με φλόκια, δουλεμένο στον αργαλειό.
[2] Ο Τζουμπές ή τσουμπές (αλλιώς και μπινίσια ή ντουλαμάδες), ήταν παλαιότερα μακρύς επενδύτης, με ή χωρίς μανίκια, κυρίως των ιερωμένων. Ήταν ανοικτός εμπρός έως κάτω. Τα πιο καλά ήταν επενδυμένα με γούνα από σαμούρι (κουνάβι). Συνηθίζονταν όμως να φέρεται και από λαϊκούς κυρίως εμπόρους και μεγαλόσχημους στην Οθωμανική Αυτοκρατορία σε αντιδιαστολή της μακριάς μπέρτας που έφεραν στην Ευρώπη.
[3] Σουλτούκο : μακρύς μάλλινος σκούρου χρώματος εξωτερικός επενδύτης
Ετικέτες
Λαογραφία,
Παράδοση,
Πολιτισμός
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Αρχαία Μακεδονία






















































