Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σκοπιανή γλώσσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σκοπιανή γλώσσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

Περί της διδασκαλίας «μειονοτικών» γλωσσών και ιδιωμάτων προβληματισμοί

Περί της διδασκαλίας «μειονοτικών» γλωσσών 
και ιδιωμάτων προβληματισμοί
Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη

  1. Εισαγωγή
Τα τελευταία χρόνια γράφονται και ακούγονται πολλά γύρω από το ζήτημα της διδασκαλίας των «μειονοτικών» γλωσσών και ιδιωμάτων.
Δεδομένου ότι το θέμα δεν είναι απλά επιστημονικό και εκπαιδευτικό, αλλά βαθύτατα πολιτικό και εθνικό, θεωρώ ότι υπάρχει ανάγκη να ξεκαθαριστούν θεμελιώδεις αρχές και παράμετροι και να γίνει ευρύτερα κατανοητό με τι ακριβώς έχουμε να κάνουμε.
Πριν αναφερθούμε σε οτιδήποτε οφείλουμε να διευκρινίσουμε κάποιους βασικούς όρους, ώστε να αποφευχθούν παρανοήσεις και παρεξηγήσεις.

  1. Γλώσσες, διάλεκτοι, βοηθητικές γλώσσες
Ένα από τα σημαντικά (και πρακτικά ανεπίλυτα) προβλήματα που αντιμετώπιζαν ανέκαθεν οι Γλωσσολόγοι ήταν και η επιλογή κάποιων επιστημονικών κριτηρίων για την διάκριση μεταξύ γλώσσας και διαλέκτου. Με άλλα λόγια, πότε και με ποια κριτήρια το γλωσσικό μέσο επικοινωνίας ενός πληθυσμού χαρακτηρίζεται διάλεκτος κάποιας γλώσσας και πότε μπορεί να χαρακτηριστεί ως ξεχωριστή γλώσσα;
Η Γλωσσολογία αδυνατούσε να αποφανθεί μέχρι προσφάτως με αποτέλεσμα σημαντικό ρόλο να παίζουν άλλοι παράγοντες π.χ. πολιτική βούληση. Σύμφωνα με την περίφημη ρήση του γλωσσολόγου Μαξ Βάϊνράϊχ: «Μια γλώσσα είναι μια διάλεκτος εξοπλισμένη με στρατό και ναυτικό», που τονίζει ακριβώς την σημασία του πολιτικού / κρατικού παράγοντα, ο οποίος βαρύνει αποφασιστικά σε τέτοια θέματα. Βεβαίως, η σύγχρονη Γλωσσολογία επιχειρεί να επιλύσει το πρόβλημα με την υιοθέτηση μιας άλλης οπτικής με την οποία προσεγγίζεται η διάκριση «γλώσσα-διάλεκτος», με την εισαγωγή της έννοιας του «γλωσσικού συνεχούς» (language continuum), αλλά και με την χρήση νέων όρων, γλωσσοπολιτικά ουδέτερων, όπως οι όροι Ausbausprache - Abstandsprache – Dachsprache [1], δανεισμένων από την Γερμανική γλώσσα.
Έρχομαι τώρα σε ένα άλλο ζήτημα, το οποίο θεωρώ ότι είναι απαραίτητο να αναφερθεί για να μπορέσουμε να καταλήξουμε σε εύκολα αντιληπτά συμπεράσματα. Πρόκειται για το ζήτημα της ύπαρξης και άλλων προφορικών μορφών επικοινωνίας μεταξύ ανθρωπίνων ομάδων, πέρα από τις κύριες ή γηγενείς  γλώσσες (primary or native languages), που συνιστούν οι λεγόμενες βοηθητικές/συμπληρωματικές γλώσσες (auxiliary languages). Η πλέον γνωστή περίπτωση χρήσης μιας βοηθητικής «φυσικής» γλώσσας (σε αντιδιαστολή με διάφορες τεχνητές, όπως η Εσπεράντο, η Volapük κ.λπ.) είναι ασφαλώς η λεγόμενη Λίγκουα Φράγκα (Lingua Franca)[2], κατά λέξη «Φράγκικη γλώσσα».
Δεν πρέπει πάντως να συγχέεται με τα φραγκολεβαντίνικα, που αναφέρονται αποκλειστικά στον γραπτό λόγο και δημιουργήθηκαν από τους Λεβαντίνους (=δυτικοευρωπαίοι εγκατεστημένοι στην Εγγύς Ανατολή) της Σμύρνης, που μιλούσαν μεν ελληνικά, αλλά επειδή δυσκολεύονταν να μάθουν την ορθογραφία τους, χρησιμοποιούσαν λατινικούς χαρακτήρες για να γράψουν τα ελληνικά (ή σύμφωνα με άλλη, εγκυρότερη εκδοχή[3], με καθοδήγηση της Καθολικής Εκκλησίας). Τους μιμήθηκαν αργότερα οι Χιώτες και άλλοι έμποροι του εξωτερικού, που στην ελληνική αλληλογραφία τους, χρησιμοποιούσαν λατινικούς χαρακτήρες και έτσι προέκυψαν τα φραγκοχιώτικα, κάτι ανάλογο με τα σημερινά greeklish.
Συνώνυμος με τον όρο Λίγκουα Φράγκα είναι και ο όρος Vehicular Language, σε ελεύθερη μετάφραση θα λέγαμε δευτερεύουσα γλώσσα, ο οποίος αναφέρεται σε μια γλώσσα που χρησιμοποιείται από άλλες γλωσσικές κοινότητες χωρίς να είναι η μητρική τους π.χ. τα Αγγλικά είναι (επίσημη) δευτερεύουσα γλώσσα στις Ινδίες και το Πακιστάν.
Μια άλλη μορφή βοηθητικής γλώσσας ή γλώσσας επαφής (contact language) είναι και τα λεγόμενα Pidgin English ή απλώς Pidgin, «σπαστά Αγγλικά» θα τα αποκαλούσαμε. Δημιουργήθηκαν στην Κίνα για τις ανάγκες των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ Άγγλων και Κινέζων. Η ίδια η λέξη pidgin είναι το αντίστοιχο της αγγλικής λέξης business στο ιδίωμα αυτό. Σήμερα ως pidgin ορίζεται γενικώς ένα γλωσσικό ιδίωμα, μείγμα δύο ή περισσοτέρων γλωσσών με εξαιρετικά απλοποιημένη γραμματική και λεξιλόγιο, που χρησιμοποιείται για την επικοινωνία μεταξύ διαφορετικών πληθυσμών, οι οποίοι έχουν τις δικές τους γλώσσες ως μητρικές.
Στην περίπτωση που ένα τέτοιο ιδίωμα καταλήξει να γίνει η κύρια γλώσσα ενός πληθυσμού, τότε αναφερόμαστε σε Κρεολή γλώσσα (Creole language)[4].

  1. Μειονοτικές γλώσσες και γλωσσικές μειονότητες
Σύμφωνα με την Γλωσσολογία και ειδικότερα τον κλάδο της Κοινωνιο-Γλωσσολογίας «μειονοτικές γλώσσες» αποκαλούνται οι γλώσσες, διάλεκτοι ή ιδιώματα που ομιλούνται από λιγότερο του 50% του πληθυσμού μιας χώρας, είναι δηλαδή το γλωσσικό μέσο επικοινωνίας μιας μειοψηφίας των μελών ενός έθνους-κράτους.[5]
            Κατά μία άποψη: «...η ύπαρξη μειονοτικής γλώσσας δεν στοιχειοθετεί απαραίτητα και την ύπαρξη γλωσσικής μειονότητας ή εν γένει μειονοτικής ομάδας. Γι' αυτό επινοήθηκε ένας ευρύτερος όρος -στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης- που σχετικοποιεί ακόμη περισσότερο τις "μειονοτικοποιημένες" γλώσσες. Σύμφωνα με αυτόν, μιλάμε για “λιγότερο διαδεδομένες γλώσσες”...».[6] 
                Τι είναι όμως η «γλωσσική μειονότητα»; Σύμφωνα με τον κλασσικό ορισμό της Καθηγήτριας Guadalupe Valdés του Πανεπιστημίου Στάνφορντ (Stanford University - Stanford, California), γλωσσικές μειονότητες θεωρούνται οι «μη κυρίαρχες» κοινωνικά ομάδες και διαφοροποιούμενες εθνο-γλωσσικά από την «κυρίαρχη» πλειονότητα του πληθυσμού μιας χώρας, από την οποία επιδιώκουν ίση και συγκεκριμένου τύπου μεταχείριση προκειμένου να διατηρήσουν τα γλωσσικά και εθνοτικά τους χαρακτηριστικά.[7]
Κατ’ άλλους (Τσιτσελίκης & Χριστόπουλος, 1997, σ. 14) οι γλωσσικές μειονότητες ορίζονται ως «ιδιαίτερες κοινωνικές ομάδες, βασιζόμενες στην εσωτερική τους συνοχή και τους δεσμούς που συνδέουν τα μέλη, με πρωτεύοντα ρόλο να παίζει η μειονοτική γλώσσα».[8]
Οι γλωσσικές μειονότητες διακρίνονται σε γηγενείς ή αυτόχθονες και σε αλλογενείς. Στην πρώτη περίπτωση, αναφερόμαστε σε μια κοινότητα ανθρώπων που χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένα κοινά γνωρίσματα, μεταξύ των οποίων και η γλώσσα που χρησιμοποιεί. Τα μέλη αυτής της κοινότητας είναι εγκατεστημένα σε μια συγκεκριμένη περιοχή, όπου ζούσαν οι πρόγονοί τους (ιστορικά) για αιώνες. Κάνουν χρήση διαφορετικής γλώσσας από εκείνη της πλειονότητας, από την οποία μάλιστα, πιστεύουν ότι διαφοροποιούνται γενικότερα. Στη δεύτερη περίπτωση, ανήκουν οι διάφορες μεταναστευτικές ομάδες (π.χ. προσωρινοί ή μόνιμοι μετανάστες, πρόσφυγες κ.ά.), οι οποίες διαφέρουν εθνο-γλωσσικά από την «κυρίαρχη» ομάδα της χώρας υποδοχής.[9]
Παρατηρούμε μια (σκόπιμη;) αοριστία και ασάφεια γύρω από τους παραπάνω ορισμούς με αποτέλεσμα να δημιουργείται σύγχυση και ο μέσος πολίτης να δυσχεραίνεται στην κατανόηση των διαφορών μεταξύ «μειονοτικών γλωσσών» και «γλωσσικών μειονοτήτων» και να του δημιουργούνται λανθασμένες εντυπώσεις.
Από την άλλη, η υιοθεσία του όρου «λιγότερο διαδεδομένες γλώσσες» θεωρώ ότι είναι προτιμότερη και πολιτικά ουδέτερη, ώστε να επιτρέπει προσεγγίσεις χωρίς παρανοήσεις ή αυθαίρετες παραπομπές σε εθνικά ζητήματα.

  1. Αλλόφωνες ομάδες στον ελλαδικό χώρο
Στην ελληνική επικράτεια εντοπίζονται αλλόφωνες ομάδες πληθυσμού, οι οποίες σύμφωνα με τις κατά καιρούς καταγραφές ομιλούν τις παρακάτω γλώσσες, διαλέκτους και ιδιώματα:
α. Η τουρκική γλώσσα των μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης, που αποτελεί την μόνη μειονότητα, η οποία προστατεύεται από την Συνθήκη της Λωζάνης και συναποτελείται από τρεις διαφορετικές εθνοτικές ομάδες, τους  αυτοπροσδιοριζόμενους ως Τούρκους (εξισλαμισθέντες ελληνικοί πληθυσμοί στην πραγματικότητα), τους Πομάκους και τους Τσιγγάνους. Οι σχετικές διατάξεις της Συνθήκης προβλέπουν μια σειρά υποχρεώσεων για την Ελλάδα και δικαιωμάτων για τους μουσουλμάνους Έλληνες πολίτες. Οι αποδέκτες των δικαιωμάτων αυτών προσδιορίζονται βάσει της θρησκείας τους και μόνον, ενώ κατοχυρώνεται το δικαίωμα στην ελεύθερη χρήση της μητρικής γλώσσας δημόσια, ιδιωτικά ή κατά τις λατρευτικές εκδηλώσεις, στο δημόσιο σχολείο, σε ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα και σε ορισμένες δικαστικές διαδικασίες. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η τουρκική γλώσσα υπήρξε όργανο επικοινωνίας και των τουρκόφωνων Ελλήνων προσφύγων (καραμανλίδικα) από την Μ. Ασία που εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα μετά το 1922.
β. Η Πομακική, η διάλεκτος των Πομάκων μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης, η οποία διατήρησε αρχέγονα σλαβικά στοιχεία και είχε διαφορετική εξέλιξη από την κοινή βουλγαρική. Είναι διάλεκτος προφορικής παράδοσης και θεωρείται σλαβική ποικιλία με δάνεια λεξιλογικά στοιχεία πολύ πρόσφατα, τόσο από την ελληνική όσο και από την τουρκική. Οι πομακόφωνοι ακολουθούν πιο εύκολα από τους τουρκόφωνους την μέση εκπαίδευση σε ελληνικά σχολεία και όχι σε μειονοτικά, καθώς και ανώτερη και ανώτατη εκπαίδευση σε ελληνικά ιδρύματα και όχι σε ομόβαθμα ιδρύματα της Τουρκίας. Οι Πομάκοι βρίσκονται σε μια ιδιάζουσα θέση, καθώς δεν προστατεύονται ως μειονότητα από την Συνθήκη της Λωζάνης, η οποία αναφέρεται αορίστως σε μουσουλμάνους, με αποτέλεσμα και  η διάλεκτός τους να μη τυγχάνει οποιασδήποτε ρυθμιστικής αντιμετώπισης και προστασίας, καθώς τα πολύ ισχυρότερα τουρκικά μονοπώλησαν το θεσμικό και θρησκευτικό πλαίσιο γλωσσικής προστασίας της μουσουλμανικής μειονότητας.
γ. Η Ρομανές, το γλωσσικό όργανο των τσιγγάνων/γύφτων/Ρομά, που αποτελεί μια ξεχωριστή περίπτωση διαλέκτου και αυτό συμβαίνει διότι ομιλείται σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ωστόσο δεν αποτελεί ένα ενιαίο γλωσσικό όργανο, αλλά ένα μείγμα από πολλές διαλέκτους και ιδιώματα που σε μερικές περιπτώσεις παρουσιάζουν τέτοιες διαφορές, ώστε να δυσχεραίνουν κατά πολύ την επικοινωνία μεταξύ των ομιλητών τους. Η Ρομανές αποτελεί μακρυνότατο απόγονο της γλώσσας ή των γλωσσών που μιλούσαν ορισμένοι κάτοικοι της βόρειας Ινδίας πριν από δέκα περίπου αιώνες, οι οποίοι για άγνωστους μέχρι τώρα λόγους αναγκάστηκαν ν’ ακολουθήσουν μια μακρόχρονη πορεία προς τα δυτικά, υιοθετώντας τη νομαδική ζωή και ζώντας στο περιθώριο των κοινωνιών στις χώρες εγκατάστασής τους. Οι διάλεκτοι και τα ιδιώματα της ρομανές που μιλούν σήμερα οι Ρομά προέρχονται κατά βάση από ορισμένες γλώσσες της βόρειας Ινδίας (παντζάμπι, χίντι, νεπάλι κ.ά.) και έχουν δεχτεί έντονες επιδράσεις από τις γλώσσες της Ασίας (περσικά, αραβικά, τουρκικά), της ανατολικής Ευρώπης (αρμένικα, ελληνικά, ρουμάνικα), αλλά και της δυτικής. Οι μουσουλμάνοι Αθίγγανοι της Ελλάδας, ως μέλη της αναγνωρισμένης, ως θρησκευτικής, μουσουλμανικής μειονότητας, εντάσσονται και αυτοί όπως και οι Πομάκοι σε μια διαδικασία αλλαγής της γλωσσικής τους συμπεριφοράς υπέρ της τουρκικής, πράγμα που λειτουργεί ως προπομπός τη ταύτισης των δύο μειονοτήτων ως προς την εθνοτική και την εθνική ταυτότητα. Οι ρομανόφωνοι της Κομοτηνής χρησιμοποιούν κατ’ αποκλειστικότητα την τουρκική στην καθημερινή τους επικοινωνία, ενώ η μητρική τους γλώσσα σχεδόν έχει εκτοπισθεί. Στα μειονοτικά σχολεία, στον τομέα της διοίκησης και εργασίας χρησιμοποιούν την ελληνική γλώσσα. Η χρήση της Ρομανές από χριστιανούς Αθίγγανους επιτελεί πρωτευόντως λειτουργίες αναγνώρισης και διάκρισης μεταξύ των μελών της τσιγγάνικης κοινωνίας, τόσο σε ενδοφυλετικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο, δευτερευόντως δε καθαρά επικοινωνιακές λειτουργίες με το περιβάλλον τους, καθώς οι ανάγκες επικοινωνίας με τον υπόλοιπο πληθυσμό της χώρας εξυπηρετούνται από την ελληνική γλώσσα.
δ. Η Αρμενική, η γλώσσα της εθνικής μειονότητας των Αρμενίων, η οποία έχει ημιεπίσημη σχεδόν αναγνώριση και μαζί με την Τουρκική είναι οι μόνες μειονοτικές γλώσσες στις οποίες εκδίδονται έντυπα. Στα τρία αρμενικά δημοτικά σχολεία και στο αρμενικό γυμνάσιο της Αθήνας διδάσκεται η αρμενική γλώσσα, η ιστορία και τα θρησκευτικά. Στην παλαιοτέρα μεγαλύτερη αρμενική κοινότητα της Θεσσαλονίκης και σε πόλεις της Μακεδονίας και της Θράκης με αρμενικές κοινότητες λειτουργούν σχολεία κάθε Σάββατο πρωί. [10]
ε. Η Λαντίνο (ισπανοεβραϊκά), η γλώσσα που μιλούσαν κυρίως πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης, ενώ σήμερα περιορίζεται μόνο στα μέλη της μικρής πια εβραϊκής κοινότητας της πόλης. Αποτελεί διάλεκτο της ισπανικής που μιλούσαν οι κάτοικοι της περιοχής της Καστίλλης (Ισπανία), απ’ όπου ήρθαν το 1492 οι Σεφαρδίτες Εβραίοι της Θεσσαλονίκης. Μεταπολεμικά, το μεγαλύτερο ποσοστό των ομιλητών της Λαντίνο μετανάστευσε στην Κωνσταντινούπολη και το Ισραήλ. Η ισραηλιτική κοινότητα στην Ελλάδα έχει προωθήσει τη διδασκαλία της μειονοτικής αυτής γλώσσας σε ιδιωτικά σχολεία που έχουν ιδρυθεί. Η Λαντίνο περιέχει αρκετά λεξιλογικά στοιχεία από την Εβραϊκή, την Τουρκική, την Ελληνική και άλλες γλώσσες, ωστόσο ακολουθεί τους γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες της εβραϊκής.
στ. Η Αρμανική (Βλάχικα), που αποτελεί μια λατινογενή γλώσσα των βλαχόφωνων Ελλήνων και χρησιμοποιείται σε περιοχές της Θεσσαλίας, της Ηπείρου, της Αιτωλοακαρνανίας και της Μακεδονίας. Σύμφωνα με άλλη άποψη, περισσότερο ευλογοφανή, είναι ιδίωμα/διάλεκτος της κοινής λατινικής επί ελληνικού υποστρώματος και επομένως δεν θεωρείται γλώσσα που χρειάζεται προστασία. Οι ίδιοι οι χρήστες αυτοαποκαλούνται Αρμάνοι, Αρωμούνοι ή Βλάχοι. Ο όρος Βλάχικα υποδηλώνει ότι είναι μια αυτόνομη γλώσσα, διαφορετική από την Ρουμανική, που είναι και αυτή λατινογενής γλώσσα της Βαλκανικής. Κι αυτό αιτιολογείται, καθώς υπάρχει έλλειψη γεωγραφικής συνάφειας αλλά και διότι καθεμία εξελίχθηκε και επηρεάστηκε ανεξάρτητα, τα Βλάχικα από την Ελληνική και τα Ρουμανικά από τα Σλάβικα, τα Ιταλικά και τα Γαλλικά. Τα Βλάχικα δεν ακολούθησαν την πορεία των υπόλοιπων λατινογενών γλωσσών, οι οποίες ανέπτυξαν το γλωσσικό τους όργανο σε επίσημη γλώσσα. Υπήρξε ανέκαθεν γλώσσα/διάλεκτος/ιδίωμα προφορικής συνεννόησης, η οποία χρησιμοποιήθηκε εκ παραλλήλου με την ελληνική ως όργανο ενδο-ομαδικό μόνο. Τα Βλάχικα, θεωρήθηκαν περιέργως από την κυβέρνηση του Ελ. Βενιζέλου ως διάλεκτος της Ρουμανικής και σε μια επίδειξη απίστευτης πολιτικής επιπολαιότητας, στις 15-5-1913 αναγνώρισε τους βλαχόφωνους Έλληνες ως ρουμανική (!) μειονότητα στην Ελλάδα και  επί πλέον παρεχώρησε το δικαίωμα στην ρουμανική κυβέρνηση να ανοίξει σχολεία, όπου αντί των Βλάχικων διδάσκονταν η ...Ρουμανική γλώσσα! Οι μετέπειτα διεθνείς πολιτικές εξελίξεις, οι μεμονωμένες αυτονομιστικές ενέργειες ορισμένων δωσιλόγων στην διάρκεια της Κατοχής, η έλλειψη μαθητών, καθώς και η διακοπή χρηματοδότησης των σχολείων από τη Ρουμανία, συνέτειναν στη παύση κάθε ενδιαφέροντος από την πλευρά του ελληνικού κράτους.
ζ. Η Αρβανίτικη, που χρησιμοποιείται κυρίως από κατοίκους της Βοιωτίας, της Αττικής, της Αργολιδοκορινθίας, της επαρχίας Λοκρίδος της Φθιώτιδας, της Καρυστίας της Εύβοιας και μερικών νησιών. Υπάρχουν όμως και νησίδες αρβανιτοφώνων στην Β. Ελλάδα. Τα Αρβανίτικα είναι εξέλιξη της νότιας διαλέκτου της μεσαιωνικής Αλβανικής (τοσκική) που μιλούσαν αλβανόφωνοι Έλληνες, που προωθήθηκαν νοτιότερα και εγκαταστάθηκαν στις προαναφερθείσες περιοχές τους τελευταίους αιώνες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας (14ος-15ος). Η χρήση του όρου «Αρβανίτικα» υποδηλώνει ότι είναι διαφορετική γλώσσα από τα Αλβανικά. Η μη γραπτή παράδοση που χαρακτηρίζει τα Αρβανίτικα, σε αντίθεση με τα Αλβανικά, ενισχύει τη διάκριση ανάμεσα στις δύο γλώσσες, παρά το γεγονός ότι είναι δυνατή, έστω και με δυσκολία, η αμοιβαία κατανόηση μεταξύ των ομιλητών τους. Η Αρβανίτικη είναι και αυτή γλώσσα προφορικής παράδοσης, ενώ δεν καλλιέργησε λογοτεχνική παράδοση, πλην της αρβανιτόφωνης δημοτικής ποίησης. Η πολιτιστική, εθνική και πολιτική ταύτιση των Αρβανιτών με τους Έλληνες κάνει τα Αρβανίτικα πολύ ευάλωτα,  διότι έχουν υποστεί μεγάλη επίδραση από την ελληνική γλώσσα, ιδιαίτερα στο λεξιλόγιο και τείνουν να εξαφανιστούν καθώς οι νέες γενιές δεν τα μιλούν πια. [11]
η. Τα εντόπια/εντόπικα, το ιδίωμα των σλαβόφωνων Ελλήνων της Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας. Δεν απέκτησαν ποτέ γραπτή μορφή. Για τα εντόπια/ εντόπικα υπάρχει η μονογραφία «ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΓΗΓΕΝΩΝ ΣΕ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ» (Τα εντόπικα/εντόπια ή μακεδονικό πίτζιν) - Μια εθνογλωσσολογική προσέγγιση, όπου επιχείρησα να διερευνήσω την προέλευση αυτού του ιδιώματος και τους λόγους  υιοθέτησής του, όχι μόνον από ελληνόφωνους πληθυσμούς, αλλά και από αλλόφωνες πληθυσμιακές ομάδες της τουρκοκρατούμενης Μακεδονίας (βλαχόφωνοι, αρβανιτόφωνοι, Ρομά, Τούρκοι). [12]

  1. Εθνομηδενιστικοί φενακισμοί και φύλλα συκής
Εδώ και χρόνια διάφοροι γλωσσολόγοι του γραφείου, πολύξεροι προφεσσόροι κάθε κατηγορίας και επιπέδου, γλωσσολογούντες άσχετοι, ανίδεοι δημοσιογράφοι και πολιτικοί, επιμένουν να αποκαλούν τα εντόπια/εντόπικα «σλαβομακεδονικά»! Το απαράδεκτο με αυτήν την αυθαίρετη ονοματοδοσία, χαρακτηριστική περίπτωση αυταρχικού ετεροκαθορισμού, είναι ότι όλοι οι παραπάνω «διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους», σε κάθε ευκαιρία, με κορώνες περί «αυτοπροσδιορισμού» και άλλων τοιούτων «προοδευτικών» κραυγών, ενώ παράλληλα, ακόμη και οι αυτοπροβαλλόμενοι ως «ειδικοί» όχι μόνον  αγνοούν πλήρως αυτό το ιδίωμα (ουδείς είναι ομιλητής του), αλλά είναι και ανίκανοι να αντιληφθούν τις συνέπειες και τα «παρελκόμενα» αυτής της στάσης τους. Υπάρχουν βεβαίως και εκείνοι που συνειδητά το ονομάζουν έτσι, γνωρίζοντας πολύ καλά το τι κάνουν, αλλά αυτοί ενεργούν σε «διατεταγμένη υπηρεσία». Εάν λοιπόν όλοι αυτοί ερωτηθούν για το πώς πρέπει να ονομάζονται οι χρήστες αυτού του ιδιώματος, υποθέτω ότι η αυθόρμητη απάντησή τους λογικά θα είναι: «Μα προφανώς, Σλαβομακεδόνες»!
Όπως μάλιστα γράφει στον πρόλογο της Β΄ έκδοσης του διαβόητου βιβλίου του «Λεηλασία φρονημάτων», ο συνταξιούχος πλέον (ευτυχώς!) Καθηγητής Ιστορίας των νεωτέρων χρόνων του ΑΠΘ Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος, συνεργάτης και ομόσταυλος του γνωστού και μη εξαιρετέου Θάνου Βερέμη (στον οποίον μάλιστα και το αφιέρωσε!): «...Προκρίθηκε αντί του αδόκιμου (Σημ. ΔΕΕ: Μάλλον ήθελε να γράψει ενοχλητικού αντί αδόκιμου, ενοχλητικού για τους Σκοπιανούς, τους Συριζαίους, τους φιλελέ της ΝΔ, τους φίλους του Σόρος και τον υπόλοιπο συρφετό των εθνομηδενιστών) όρου “Σλαβόφωνοι Έλληνες“ της πρώτης έκδοσης, ο όρος “Σλαβομακεδόνες“ της Ελλάδος, ο οποίος φαίνεται να είναι γενικότερα αποδεκτός, με την έννοια ότι το πρώτο συνθετικό είναι δηλωτικό του τόπου διαμονής τους και το πρώτο συνθετικό της πιθανής καταγωγής τους».[13]
            Με λίγα λόγια, ο υπερτιμημένος αυτός «επιστήμονας», υπονοεί ότι:
α. Δεν υπάρχουν σλαβόφωνοι που να είναι Έλληνες, γι’ αυτό και ό όρος είναι αδόκιμος, δηλ. λανθασμένος,
β.  Ισχυρίζεται ότι ο όρος «Σλαβομακεδόνες» είναι γενικότερα αποδεκτός, χωρίς να μας αποκαλύπτει από ποιούς, προφανώς από τους ανήκοντες στον προαναφερθέντα συρφετό,
γ. Ισχυρίζεται ότι οι σλαβόφωνοι της Ελλάδος είναι σλαβικής καταγωγής και για να προλάβει τις αντιδράσεις προτάσσει και ένα κουτοπόνηρο «πιθανής»!
δ. Τέλος, ολοκληρώνοντας τις ήκιστα σοβαρές τοποθετήσεις του, αναφέρεται στον παραπάνω Πρόλογο, λίγες σειρές πιο κάτω, σε «Τουρκόφωνους Πόντιους», αφήνοντας τους αναγνώστες με την απορία τι ακριβώς εννοεί: ότι η (βεβαιωμένα ελληνική) διάλεκτος των Ποντίων είναι τουρκική; Και σίγουρα αυτό εννοεί διότι αναφέρεται και αλλού (π.χ. στην σελ. 202 του Α΄ τόμου) σε «Τουρκόφωνους Χριστιανούς του Πόντου», που «ξερριζώθηκαν από τις εστίες τους το 1922» θεωρώντας προφανώς ότι όλοι οι Πόντιοι είναι τουρκόφωνοι!   
Το εξοργιστικό με το εν λόγω πόνημα είναι ότι η πρώτη έκδοσή του έχει ...τιμηθεί με το Βραβείο 1994 της Ακαδημίας Αθηνών, η οποία βεβαίως δεν περιείχε τα όσα ...χαριτωμένα αναφέρει στον Πρόλογο της Β΄ έκδοσης!
            Οι μόνες δικαιολογίες που ευσταθούν για την απόφαση αυτήν είναι είτε ότι ουδείς έκανε τον κόπο να το διαβάσει είτε ότι όσοι το διάβασαν αγνοούσαν παντελώς πρόσωπα, πράγματα, καταστάσεις και την προϊστορία των διαδραματισθέντων στον χώρο της Μακεδονίας
            Τέλος, το εντελώς εξωφρενικό της υπόθεσης είναι ότι όλοι αυτοί οι «μακεδονολογούντες» (μεταξύ αυτών και ο λαλίστατος Δήμαρχος Θεσσαλονίκης Μπουτάρης), προτείνουν τα Σκόπια να ονομαστούν Σλαβομακεδονία και η γλώσσα σλαβομακεδονική! Επομένως και οι κάτοικοι της Σλαβομακεδονίας θα πρέπει λογικά να ονομαστούν Σλαβομακεδόνες. Ποιοι όμως θα είναι αυτοί οι «Σλαβομακεδόνες»; Κάποιο ξεχωριστό έθνος ή εθνοτική ομάδα; Κατά τον Δήμαρχο, ναί. Για την επιστήμη, ασφαλώς όχι. Σλαβομακεδόνες ουδέποτε υπήρξαν στον πραγματικό κόσμο, παρά μόνον στα μυαλά εκείνων που κατασκεύασαν και αποδέχονται τις παλαιότερες τριτοδιεθνιστικές φαντασιώσεις (KKE) και τις σημερινές σκοπιανές ανοησίες. Υπενθυμίζω όμως ότι υπάρχουν πανεπιστημιακοί[ που ήδη χρησιμοποιούν τον όρο «σλαβομακεδονική γλώσσα» αναφερόμενοι στην τεχνητά κατασκευασμένη το 1944 «γλώσσα» των Σκοπίων στην οποία συμπεριλαμβάνουν και τα εντόπια/ εντόπικα!
Συμπερασματικά: Σλαβομακεδόνες ως διακριτή εθνότητα ουδέποτε υπήρξαν, άρα δεν υπάρχει και σλαβομακεδονική γλώσσα, διάλεκτος, ιδίωμα  ή οτιδήποτε άλλο. Υπάρχει αντίθετα μια κατασκευασμένη[14] το 1944 για πολιτικούς λόγους και σκοπιμότητες εκσερβισθείσα εν μέρει βουλγαρική διάλεκτος που εξελίχθηκε στην σημερινή σκοπιανή γλώσσα με την βοήθεια όλων των μηχανισμών του κράτους των Σκοπίων (Σχολεία, Πανεπιστήμια, Ινστιτούτα, κρατική γραφειοκρατία, εφημερίδες, έντυπα, ραδιοφωνία, τηλεόραση) και η οποία ουδεμία γλωσσολογική ή ιστορική σχέση έχει με τα εντόπια.
            Αξίζει να σημειωθεί ότι τα παραπάνω δεν αποτελούν προσωπικές μου απόψεις ή κάποιων «ακραίων» ελληνικών κύκλων (βλ. σχετικό άρθρο με τίτλο «Λανθασμένοι οι όροι Σλαβομακεδονία και Σλαβομακεδόνες»)[15], αντίθετα είναι αυτονόητα και κοινός τόπος σε διεθνές επίπεδο, όπως επιβεβαιώνει, για παράδειγμα, δημοσίευμα της σημαντικής και εγκυρότατης γαλλικής εφημερίδας «Le Figaro» (Λε Φιγκαρό). [16]
Υπενθυμίζω ότι ο κακόφημος αυτός όρος, «Σλαβομακεδόνες», προέκυψε ως συνέπεια των αποφάσεων της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας (ΒΚΟ) στις πρώτες δεκαετίες του περασμένου αιώνα, οι οποίες επικυρώθηκαν οριστικά από το 5ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς a.k.a. Κομιντέρν  (17-6 έως 8-7-1924), που δέχθηκε ως ορθό και επαναστατικό (!) το σύνθημα της ΒΚΟ για "ενιαία και ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη". Η θέση αυτή υιοθετήθηκε πλήρως στο Τρίτο Έκτακτο Συνέδριο του τότε ΣΕΚΕ (Κ) που διεξήχθη από 26-11-1924 έως 3-12-1924, με την επικράτηση της γραμμής Πουλιόπουλου, ο οποίος κατέλαβε τη θέση του γενικού γραμματέα και το ΣΕΚΕ(Κ) μετονομάσθηκε σε ΚΚΕ.  Αυτή η εγκληματική απόφαση είναι η βασική πηγή όλων των δεινών που μας κατατρύχουν μέχρι σήμερα στο συγκεκριμένο ζήτημα, για την οποία το κόμμα του «εργαζόμενου λαού» όχι μόνον ουδέποτε απολογήθηκε, αλλά απεναντίας αναμασά κατά καιρούς, είτε το ίδιο είτε οι πολυώνυμες παραφυάδες του.

  1. Η ερμηνεία της αλλοφωνίας ελληνικών πληθυσμών
Από τα παραπάνω λοιπόν γλωσσικά όργανα, η Τουρκική των μουσουλμάνων  της Δυτ. Θράκης, η Ρομανές των τσιγγάνων, η Αρμενική και η Λαντίνο ομιλούνται από αλλοεθνείς που συνιστούν «γλωσσικές μειονότητες», δηλ. γλωσσικά όργανα μειονοτικών ομάδων.
Η Πομακική αποτελεί μια ενδιάμεση και αμφιλεγόμενη περίπτωση δεδομένου ότι οι ομιλητές της, σύμφωνα με ορισμένες απόψεις, ήσαν ορεσίβιοι πληθυσμοί που εξισλαμίσθηκαν και σίγουρα δεν είναι τουρκικής καταγωγής.
Τα αρβανίτικα, βλάχικα και εντόπια/εντόπικα τέλος, υπήρξαν γλωσσικά μέσα ελληνικών πληθυσμών, οι οποίοι για διαφόρους λόγους, κοινωνικούς, πολιτικούς, οικονομικούς ή απλής επιβίωσης, υποχρεώθηκαν να αλλοφωνήσουν σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους και συνθήκες.
Όπως έχω υποστηρίξει και επαναλαμβάνω σε κάθε ευκαιρία:
«...Ο ελληνισμός, στην ιστορική του πορεία των 4000 χρόνων, δημιούργησε πολυεθνικές (αλλά ποτέ πολυπολιτισμικές, όπως τονίζει η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ) αυτοκρατορίες, είχε εμπορικές σχέσεις με δεκάδες λαούς και χώρες, υπέστη επιδρομές βαρβάρων λαών, κατακτήθηκε πλήρως ή εν μέρει από ξένους λαούς, ενώ εκτοπίσθηκαν τμήματά του από προαιώνια ελληνικά εδάφη. Αποτέλεσμα όλων αυτών των ιστορικών εξελίξεων ήταν κάποιοι ελληνικοί πληθυσμοί να αλλοφωνήσουν, όπως ορισμένοι μικρασιάτες (τουρκόφωνοι Έλληνες), να λατινοφωνήσουν (βλαχόφωνοι Έλληνες), να σλαβοφωνήσουν (σλαβόφωνοι Έλληνες), να αλβανοφωνήσουν (αρβανιτόφωνοι Έλληνες) ή να ιταλοφωνήσουν (οι Γρεκάνοι της Magna Grecia). Εκείνο πλέον, που και επιστημονικώς είναι αδιαμφισβήτητο, είναι η διαπίστωση ότι η ομιλούμενη γλώσσα δεν αποτελεί πάντοτε απόλυτο εθνολογικό κριτήριο ταξινόμησης μιας συγκεκριμένης πληθυσμιακής ομάδας...»[17]
Με την ευκαιρία ας θυμηθούμε αυτό που τόνιζαν στην επιστολή διαμαρτυρίας που έστειλαν το 1903 κάτοικοι της πόλης του Μοναστηρίου (Βιτώλια) προς τις Μεγάλες Δυνάμεις: «...λαλούμεν ελληνιστί, βλαχιστί, αλβανιστί, βουλγαριστί, αλλά ουδέν ήττον εσμέν άπαντες Έλληνες και ουδενί επιτρέπομεν να αμφισβητεί προς ημάς τούτο...», δηλαδή με άλλα λόγια,  «Μπορεί να μιλάμε ελληνικά, βλάχικα, αρβανίτικα, βουλγάρικα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είμαστε λιγότερο Έλληνες και εις ουδένα επιτρέπουμε να αμφισβητεί την ελληνικότητά μας».

  1. Διδασκαλία «μειονοτικών γλωσσών»: Ανάγκη ή πρόσχημα;
Μετά τα παραπάνω ενημερωτικά, ελπίζω, ας έρθουμε στο ζητούμενο, την απαίτηση ορισμένων κύκλων για την διδασκαλία των αρβανίτικων, βλάχικων και εντόπιων/εντόπικων. Επαναλαμβάνω ότι το θέμα δεν είναι καθόλου  επιστημονικό και εκπαιδευτικό, αλλά βαθύτατα πολιτικό και εθνικό.
Τι ακριβώς επιδιώκουν αυτοί οι κύκλοι, που καθοδηγούνται από ξένα κέντρα αποφάσεων; Απλούστατα να υλοποιήσουν αυτά που επιδιώκουν συστηματικά εδώ και δεκαετίες (περιορίζομαι στην μεταπολεμική περίοδο, το φαινόμενο είναι πολύ παλαιότερο), δηλ. την κατασκευή εύκολα χειραγωγούμενων μειονοτήτων ως όργανα άσκησης της εξωτερικής τους πολιτικής και των γεωπολιτικών τους επιδιώξεων.
Προς επίτευξη των στόχων τους χρησιμοποιείται κάθε μέσον, συνήθως χρηματικής φύσεως, που συχνά μεταμφιέζεται για να γίνει πιο εύπεπτο σε υποτροφίες, οικονομικές επιχορηγήσεις, μόνιμες προσκλήσεις για συμμετοχή σε «διεθνείς επιτροπές», περίεργα Συνέδρια, Ημερίδες, «επιμορφώσεις» κλπ, ενώ παράλληλα αξιοποιούν με κάθε ευκαιρία και τους κάθε κατηγορίας πρόθυμους συνοδοιπόρους (αφελείς ή λιγότερο αφελείς), που μετατρέπονται σε φερέφωνά τους, πιστεύοντας ότι εξυπηρετούν υψηλότερα «ιδανικά», ιδεολογικά, επιστημονικά, ανθρωπιστικά κλπ, κλπ. Βεβαίως, δεν λείπουν παραδείγματα προκλητικών επεμβάσεων, με «ειδικούς απεσταλμένους», «ανεξάρτητους παρατηρητές», με «εκθέσεις» για την κατάσταση των μειονοτήτων που ενδιαφέρουν και σε συγκεκριμένες πάντα περιοχές.
Χαρακτηριστικό εν προκειμένω παράδειγμα αποτελεί η σκανδαλώδης περιοδεία στον βορειοελλαδικό χώρο της Γκέι Μακ Ντούγκαλ, «ανεξάρτητης Εμπειρογνώμονος» του ΟΗΕ σε θέματα μειονοτήτων, τον Σεπτέμβρη του 2008, η οποία αναζητούσε μανιωδώς «μακεδονικές» και «τουρκικές» μεινότητες, ενώ για την ελληνική μειονότητα στα Σκόπια, στην Ίμβρο - Τένεδο και στην Β. Ήπειρο δήλωσε «αναρμόδια». Λεπτομέρειες υπάρχουν εδώ: http://www.zougla.gr/politiki/article/sta-moulokta-sinantisi-aksiomatouxou-tou-oie-me-katapiesmenous-makedones και εδώ: http://hellenicrevenge.blogspot.com/2008/09/h-gay-mcdougall.html .
                Έχοντας κατά νου όλα τα παραπάνω ας εξετάσουμε το μόνιμο αίτημα κάποιων «εκπροσώπων» υπό κατασκευή μειονοτήτων στον ελλαδικό χώρο και των «κολαούζων» τους, «προοδευτικών» προφεσσόρων ελληνικών πανεπιστημίων, εκπροσώπων κομμάτων, οργανώσεων, ΜΚΟ, «διανοουμένων», «προσωπικοτήτων» και άλλων τινών. Τι ακριβώς ζητούν;
            Για παράδειγμα, το υπόμνημα που υπέβαλλε στην προαναφερθείσα κυρία το «Ουράνιο Τόξο» (το πολιτικό κόμμα των «εθνικά μακεδόνων») ζητούσε:
1.    Να αναγνωρισθεί η ύπαρξη «Μακεδονικής μειονότητας» στην Ελλάδα,
2.    Να ανοίξει η ελληνική κυβέρνηση Σχολεία για την «Μακεδονική μειονότητα» της Ελλάδας,
3.    Να ληφθούν μέτρα για την διατήρηση των πολιτιστικών παραδόσεων της μειονότητας και το σημαντικότερο,
4.    Να προχωρήσει η Ελλάδα στην απογραφή της «Μακεδονικής μειονότητας» ώστε να κατοχυρωθούν νομικά, προσθέτοντας παράλληλα ότι επιθυμούν την διατήρηση των σημερινών συνόρων (Καλοσύνη τους!).
            Ποιοι είναι άραγε αυτοί οι «εθνικά μακεδόνες»; Αυτοί που δεν θέλουν να είναι Έλληνες. Κανένα πρόβλημα. Ας είναι ό,τι νομίζουν. Αρκεί να μη κλέβουν το όνομα από εμάς, τους Μακεδόνες Έλληνες.
            Το απαράδεκτο όμως της όλης υπόθεσης είναι ότι εμφανίζονται να εκπροσωπούν πέραν των «εθνικά μακεδόνων» (μερικές εκατοντάδες άτομα, όπως απέδειξαν αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις) καί όλους τους σλαβόφωνους ή πρώην σλαβόφωνους Έλληνες, τους οποίους επιδιώκουν να τους παρουσιάσουν ως μειονότητα!
            Και για να γίνει απόλυτα αντιληπτό το τι ακριβώς ζητάνε με το αίτημα για «σχολεία της μακεδονικής μειονότητας» (τα υπόλοιπα αιτήματα είναι τόσο φαιδρά, που μόνον ως πηγή ανεκδότων θα μπορούσαν να συζητηθούν), ας δούμε τι είδους σχολεία έχουν κατά νου, μια και υπάρχει σχετική προϊστορία. Προτρέπω τους αναγνώστες να αναζητήσουν στην αγγλόφωνη Βικιπαίδεια το λήμμα  Macedonian language, όπου στις υποσημειώσεις (Νο 158) υπάρχουν τα εξής διαφωτιστικά:
A native of Greek Macedonia, a pioneer of ethnic Macedonian schools in the region and local historian, Pavlos Koufis, says in Laografika Florinas kai Kastorias (Folklore of Florina and Kastoria), Athens 1996, that, “[During its Panhellenic Meeting in September 1942, the KKE mentioned that it recognises the equality of the ethnic minorities in Greece] the KKE recognised that the Slavophone population was ethnic minority of Slavomacedonians]. This was a term, which the inhabitants of the region accepted with relief. [Because] Slavomacedonians = Slavs+Macedonians. The first section of the term determined their origin and classified them in the great family of the Slav peoples.”
[Ένας γηγενής της ελληνικής Μακεδονίας, ένας πρωτοπόρος των εθνικά μακεδονικών σχολείων στην περιοχή και τοπικός ιστορικός, ο Παύλος Κούφης, γράφει στα «Λαογραφικά Φλώρινας και Καστοριάς», Αθήνα 1996, ότι: Στην διάρκεια της Πανελλαδικής Διάσκεψης τον Σεπτέμβρη του 1942 το ΚΚΕ δήλωσε ότι αναγνωρίζει την ισοτιμία των εθνικών μειονοτήτων στην Ελλάδα και ότι ο σλαβόφωνος πληθυσμός αποτελεί εθνική μειονότητα των Σλαβομακεδόνων. Αυτός ήταν ένας όρος που οι κάτοικοι της περιοχής δέχτηκαν με ανακούφιση, διότι Σλαβομακεδόνες = Σλάβοι + Μακεδόνες. Το πρώτο συνθετικό του όρου καθορίζει την καταγωγή τους και τους κατατάσσει στην μεγάλη οικογένεια των Σλαβικών λαών].
            Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να σχολιάσουμε ή να προσθέσουμε κάτι άλλο. Ο «πρωτοπόρος» αυτός τα ξεκαθάρισε όλα!
            Μια άλλη κραυγαλέα περίπτωση ήταν και η ομιλία ενός καθηγητή Κοινωνικής Λαογραφίας (υπάρχει άραγε και προσωπική ή ατομική λαογραφία;) στο πανεπιστήμιο Ιωαννίνων με την ευκαιρία μιας βιβλιοπαρουσίασης στην Βέροια, περί βλαχοφώνων, όπου ακούστηκαν ένα σωρό ανακρίβειες και φυσικά οι πολυδιαφημισμένες αμπελοφιλοσοφίες περί «διαφορετικότητας», περί «ταυτοτήτων» (της μόδας τα τελευταία χρόνια), περί «τοπικότητας» και «ποικιλότητας» που πρέπει να διαφυλαχθεί, περί Ισοκράτη κλπ, κλπ,  που παπαγαλίζουν τακτικότατα ad nauseam  και με κάθε ευκαιρία, οι κάθε κατηγορίας και επιπέδου πολιτικάντηδες, αλλά και συστημικοί δημοσιογράφοι, κοινωνιολόγοι, «διανοούμενοι» και τηλεσχολιαστές.[18]
            Όλα αυτά θα μπορούσαν να θεωρηθούν γραφικά ή ασήμαντα και να μας άφηναν παγερά αδιάφορους. Δυστυχώς ο εν λόγω μεταμορφώνεται ξαφνικά από καλοπροαίρετο Δρ. Τζέκυλλ σε επικίνδυνο κ. Χάυντ υποστηρίζοντας την ανάγκη διατήρησης της «βλάχικής ταυτότητας» (;) μέσω της διδασκαλίας της βλάχικής γλώσσας! Είναι άραγε τόσο αφελής ώστε να μη συνειδητοποιεί την τερατώδη αντίφαση και μνημειώδη ανακολουθία αυτής της τοποθέτησης, δηλ. της εξύμνησης από την μια μεριά της «διαφορετικότητας», της «τοπικότητας» και της «ποικιλότητας» και την πολιτιστική ισοπέδωση, από την άλλη, που θα επιφέρει η επιδιωκόμενη διδασκαλία (!) της βλάχικης γλώσσας, την οποία ο εν λόγω θεωρεί ως αξιέπαινο γεγονός; Τι να πούμε! Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου...
            Συνιστώ πάντως στον εν λόγω πολυπράγμονα Κοινωνικό Λαογράφο και στους ομοϊδεάτες του να μελετήσουν προσεκτικά τα παρακάτω  αποσπάσματα από κείμενο του κορυφαίου και διεθνούς κύρους Έλληνα  βυζαντινολόγου και ακαδημαϊκού Σπύρου Βρυώνη που αναγνώσθηκε στην ημερίδα με θέμα «Ο Νέος Ελληνισμός: Έννοια, περιεχόμενο, χρονικά όρια» που διοργάνωσε η Ακαδημία Αθηνών, στις 19 Οκτωβρίου 2010:
«...Συχνά, οι κοινωνικές επιστήμες, ως συνειδητές επιστημονικές ειδικότητες, δεν περιορίζονται στα όρια που θέτει η έρευνα, αλλά ενδύονται ένα είδος προφητικού μανδύα. Οι επαγγελματίες κάθε μιας από αυτές τις κοινωνικές επιστήμες συχνά διακηρύσσουν ότι διακονούν «επιστήμες», που, όπως υποστηρίζουν στον ακαδημαϊκό κόσμο, η ειδικότητά τους προσομοιάζει περισσότερο με τις φυσικές επιστήμες παρά με εκείνες της φιλολογίας και των άλλων ανθρωπιστικών επιστημών. Έτσι, ο τελικός σκοπός των περισσότερων κοινωνικών επιστημών είναι να επικυρώσουν και να καθορίσουν τους νόμους που διέπουν την ανθρώπινη συμπεριφορά. Με τον τρόπο αυτό ισχυρίζονται ότι μπορούν να προβλέψουν πώς θα συμπεριφερθούν υπό δεδομένες συνθήκες, όχι μόνο τα άτομα, αλλά και μεγαλύτερες ομάδες, η οικογένεια, η φυλή, ή και ακόμα μεγαλύτερες συσσωματώσεις. Επίσης, ο ρόλος των διακεκριμένων και προβεβλημένων επαγγελματιών απολαμβάνει ένα είδος αναγνώρισης, ως αξιόπιστη πηγή και αυθεντία για την ανάλυση της ανθρώπινης συμπεριφοράς. [...] Με την αύξηση των πληθυσμών, την πολυπλοκότητα των οικονομικών και πολιτικών κρίσεων, τις απαιτήσεις της κοινωνίας, το «έθνος» και οι «εθνικισμοί» συχνά αναζητούν λύσεις από τους κοινωνικούς επιστήμονες. [...] Όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις αυτές, η αξία της πρακτικής γνώσης είναι συγκεκριμένη και δύσκολα επιτρέπει στους κοινωνιολόγους να ισχυρίζονται ότι ο κλάδος τους συνιστά μια «επιστήμη» στα θέματα της θεωρίας και της ανάλυσης των εννοιών του «έθνους» και του «εθνικισμού». Διότι, εδώ, αυτές οι ειδικότητες πρέπει να βασιστούν στην ιστορία, ενώ οι θεωρίες τους δεν μπορούν να γενικευτούν σε τέτοιο βαθμό, διότι έχουν συγκεκριμένο ειδικό επιστημονικό προσανατολισμό και ο υποκειμενισμός πάντα ελλοχεύει. Οι μεθοδολογίες τους είναι επιρρεπείς στην «εφεύρεση» γενικών νόμων για τον καθορισμό της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Από την άλλη πλευρά, και αυτό είναι το παράδοξο, η συμβολή τους στη συνεχιζόμενη ανάλυση των εννοιών και θεωριών σχετικά με το «έθνος» και τον «εθνικισμό» είχε βαθιά επίδραση σε εκείνους τους κύκλους που συζητούν αυτά τα ειδικά σύγχρονα ζητήματα. Πολλοί είναι οι κοινωνικοί επιστήμονες οι οποίοι έχουν κληθεί, ως ειδικοί, ενώπιον του Κογκρέσου των Ηνωμένων Πολιτειών και της Γερουσίας, να αποφανθούν σχετικά με τις κρίσεις που αντιμετωπίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Οι πανταχού παρόντες πολιτικοί επιστήμονες, οι οποίοι έχουν διεισδύσει ιδιαίτερα στα Υπουργεία Εθνικής Ασφάλειας, Εξωτερικών, Άμυνας, στη CIA και άλλα ομοσπονδιακά όργανα, καθώς και στα πληθωρικά λεγόμενα «think-tanks», αποτελούν μια στρατιά (αριθμητικά) και, όπως ο στρατός, καταναλώνουν μεγάλα κεφάλαια που προέρχονται από την κυβέρνηση, τις ιδιωτικές επιχειρήσεις και τα ξένα συμφέροντα. Έτσι, οι κοινωνικοί επιστήμονες δεν έχουν μόνο τη θεωρητική πλευρά τους, αλλά απολαμβάνουν πρακτικές και οικονομικές ανταμοιβές, οι οποίες επιτείνουν την υποκειμενικότητα τους.[...] Επιπλέον, προχωρούν στην κατασκευή ή τη δημιουργία τεχνικών όρων (σε τέτοια έκταση ώστε χρειάζεται κανείς να προσφύγει σε εξειδικευμένα λεξικά για να βρει τις έννοιες πολλών τέτοιων όρων) και στηρίζονται σε ιστορικούς εξειδικευμένους σε περιοχές με τις οποίες οι κοινωνικοί επιστήμονες δεν είναι εξοικειωμένοι. Μπορούμε επί πλέον να διαπιστώσουμε την ισχυρή επίδραση των κοινωνικών επιστημόνων πάνω στην ιστορική επιστήμη, παράλληλα με την αδυναμία των κοινωνικών επιστημόνων να καταλήξουν σε οριστικά συμπεράσματα ως προς το «πότε» και το «πώς» του έθνους και του εθνικισμού, καθώς και την αποτυχία τους να διευκρινίσουν τον όρο και την έννοια του πολιτισμού. [...]
Στην συνέχεια ο Σπ. Βρυώνης αναφέρεται στις θεωρίες του λεγόμενου «μοντερνισμού» στην Ιστορία και στους τρεις «πατριάρχες» του, Ernest Gellner, Eric Hobsbaum και Benedict Anderson, καθώς και στην περίοδο 1970-2003, η οποία αναφέρεται ως περίοδος  «ανόδου και πτώσης του κλασικού μοντερνισμού». Φθάνουμε έτσι σε μια νέα και σημαντική φάση του συνεχιζόμενου διαλόγου για την προέλευση και τη φύση του έθνους και του εθνικισμού, με τη νέα ερμηνεία περί «εθνοσυμβολισμού» που διατύπωσε ο Anthony D. Smith, ο οποίος υπήρξε ο ίδιος μαθητής του Gellner.
Όπως τονίζει ο Σπ. Βρυώνης: «Στη διαμάχη που ακολούθησε και μπροστά στα αδιαμφισβήτητα επιχειρήματα του Smith, ο Anderson, σε αντίθεση με τον Gellner, υπήρξε πιο δεκτικός στις κριτικές που ασκήθηκαν στο έργο του και, τελικά, παραδέχτηκε ότι το έργο του είχε πλέον καταστεί περιθωριακό». [...]
            Ανάλογες κινήσεις με αυτές των «εθνικά μακεδόνων» είχαν καταγραφεί στην δεκαετία του ’90 και στον χώρο των αρβανιτόφωνων Ελλήνων, όταν με πρωτοβουλίες ατόμων που διατηρούσαν επαφές με την αλβανική πρεσβεία,[19] είχε ξεκινήσει προσπάθεια για το άνοιγμα φροντιστηρίων σε αρβανιτόφωνες περιοχές όπου θα διδάσκονταν η αλβανική γλώσσα για την διατήρηση της ...αρβανίτικης παράδοσης!
Στην αμφιλεγόμενη ημερίδα μάλιστα, που διοργάνωσε το Κέντρο Ερευνών Μειονοτικών Ομάδων (το γνωστό ΚΕΜΟ, ένα είδος Ιντιάνα Τζόουνς στο κυνήγι ανακάλυψης μειονοτήτων, υπαρκτών και ανυπάρκτων), κάποιος καθηγητής ΤΕΙ, μέσα στον πολυπολιτισμικό του οίστρο για την αναβίωση των αρβανίτικων στο χωριό του, πρότεινε ως λύση αυτό που γινόταν εκεί: «...υπάρχουν αυτή τη στιγμή 15 με 20 οικονομικοί μετανάστες, νέα παιδιά. Αυτοί έχουν μετατραπεί σε δασκάλους της αρβανίτικης γλώσσας στο χωριό...»! [20]

  1. Δια ταύτα...
            Ας εξετάσουμε τώρα το πρακτικό μέρος της διδασκαλίας αυτών των γλωσσών και ιδιωμάτων.
            1. Ως γνωστόν για την διδασκαλία μιας γλώσσας, απαιτείται εξειδικευμένο προσωπικό, δάσκαλοι για τις μικρότερες ηλικίες, καθηγητές φιλόλογοι για τις μεγαλύτερες. Πού θα βρεθούν αυτοί;
            2. Τα εντόπικα, όπως και τα βλάχικα και αρβανίτικα ήσαν προφορικά γλωσσικά όργανα και ως εκ τούτου εμφανίζουν μεγάλη ποικιλομορφία. Ειδικά τα εντόπικα διαφέρουν από περιοχή σε περιοχή και συχνά από χωριό σε χωριό στο λεξιλόγιο, στην προφορά, σε ιδιωματισμούς, το ίδιο και τα βλάχικα, όπως και τα αρβανίτικα. Ποιοι θα αποφασίσουν ότι θα διδάσκεται μία μόνον από τις παραλλαγές και όχι μια άλλη; Και αυτό προφανώς σημαίνει ότι σε περίπτωση που προκριθεί η παραλλαγή Χ, θα εκτοπίσει μέχρι εξαφάνισης όλες τις άλλες. Για ποιόν λόγο θα πρέπει να γίνει κάτι τέτοιο εις βάρος του γλωσσικού πλούτου, της διαφορετικότητας και ποικιλομορφίας που τόσο θορυβωδώς επικαλούνται κάποιοι;
            3. Ποιο αλφάβητο θα χρησιμοποιηθεί στην διδασκαλία; Τα εντόπικα, τα βλάχικα και τα αρβανίτικα έχουν φθόγγους που δεν μπορούν να αποδοθούν με το ελληνικό αλφάβητο. Θα επινοήσουμε νέα αλφάβητα ή θα υιοθετηθεί η εύκολη λύση της χρήσης του κυριλλικού, ρουμανικού και αλβανικού αλφαβήτου;
            4. Πώς θα εξευρεθεί το κατάλληλο εκπαιδευτικό υλικό; Με άλλα λόγια τα αναγνωστικά, οι γραμματικές κλπ τι ακριβώς θα είναι; Θα εισαχθούν έτοιμα από τα Σκόπια, την Ρουμανία και την Αλβανία;
            5. Πώς γνωρίζουμε ότι θα υπάρξουν μαθητές για αυτά τα περίεργα σχολεία; Πλην ορισμένων δακτυλοδεικτούμενων φανατικών σε κάθε περιοχή, ποιοι άραγε γονείς θα στείλουν τα παιδιά τους σε αυτά;
            6. Ποιος θα εποπτεύει διδάσκοντες και διδασκόμενους στα σχολεία αυτά για το τι ακριβώς διδάσκεται εκεί;
            Όλα αυτά τα ερωτήματα δεν μπορούν να έχουν σοβαρές απαντήσεις, παρά μόνον μία: τα αιτήματα για σχολεία είναι απλώς ένα παιδαριώδες πρόσχημα για την αναγνώριση σκοπιανής, ρουμανικής και αλβανικής μειονότητας αντίστοιχα. Όλα τα υπόλοιπα είναι φαιδρολογήματα, τα οποία ουδεμία σοβαρή χώρα είναι δυνατόν έστω να τα συζητήσει, πλήν βεβαίως της χώρας όπου ανθεί η φαιδρά πορτοκαλέα...

Δ.Ε.Ε.
Έδεσσα, 25 Αυγούστου 2014


Σημειώσεις
[1] Ausbausprache = «Aναβαθμισμένη γλώσσα» ή «Επίσημη γλώσσα» ή «συγκλίνουσα γλώσσα». Είναι η γλώσσα, η οποία χρησιμοποιείται επίσημα στην κρατική γραφειοκρατία, στα ΜΜΕ κ.λπ. και διδάσκεται στα Σχολεία. Οι τυχόν άλλες ποικιλίες αυτής της γλώσσας, διάλεκτοι ή ιδιώματα (ντοπιολαλιές) χρησιμοποιούνται στην καθημερινή ομιλία «ανεπίσημα» σε τοπικό επίπεδο, όπως π.χ. στην Ελλάδα, τα ποντιακά, η κρητική διάλεκτος κ.λπ.
Abstandsprache = «Απομακρυσμένη γλώσσα» ή «αποκλίνουσα γλώσσα», ονομάζεται μια γλωσσική ποικιλία, σε σχέση με μια άλλη, όταν οι δύο αυτές γλώσσες είναι τόσο διαφορετικές ώστε είναι αδύνατον η μία να θεωρηθεί διάλεκτος της άλλης: π.χ. η επίσημη Ισπανική (Καστιλιάνικη) είναι σε σχέση με την Βασκική γλώσσα «Απομακρυσμένη γλώσσα», όπως προφανώς και η Βασκική σε σχέση με την Ισπανική. Το σλαβογενές ιδίωμα των περιοχών της Κεντρικο-Δυτικής Μακεδονίας σε σχέση με τα Ελληνικά θεωρείται Abstandsprache, παρ’ όλο που δύσκολα μπορεί να καταγραφεί ως πλήρης γλώσσα.
Dachsprache = «Γλώσσα–σκεπή» κυριολεκτικά ή «γλώσσα–ομπρέλα». Είναι η γλώσσα εκείνη, που μέσα σε ένα «γλωσσικό συνεχές», χρησιμεύει ως βασική γλώσσα, ένα είδος Ausbausprache, επίσημης γλώσσας. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί η λεγόμενη «σύγχρονη επίσημη Αραβική» (Modern Standard Arabic), σε σχέση με τις διάφορες αραβικές διαλέκτους που ομιλούνται στον Αραβικό κόσμο, παρ’ όλο που κάποιες από αυτές τις διαλέκτους είναι τόσο διαφορετικές, που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν Abstandspache, όπως π.χ. η καθομιλούμενη Αραβική στην Αίγυπτο σε σχέση με την «σύγχρονη επίσημη Αραβική» ή «λογία Αραβική».
[2] Η Λίγκουα Φράγκα προέκυψε στα λιμάνια της ανατολικής Μεσογείου ως γλώσσα συναλλαγών μεταξύ εμπόρων και εμπορευομένων και ήταν ένα μίγμα Γαλλικών, Ιταλικών, Ισπανικών, Ελληνικών, Αραβικών και Tουρκικών λέξεων, με υποτυπώδη γραμματική και συντακτικό. Αργότερα ο όρος χρησιμοποιήθηκε για να υποδηλώσει μια πλήρη γλώσσα, την οποία χρησιμοποιούσαν διαφορετικοί γλωσσικά πληθυσμοί για εμπορικούς, διπλωματικούς κ.λπ. λόγους. Η Ελληνική γλώσσα ήταν η Λίγκουα Φράγκα της Μέσης Ανατολής και της Ν.Α. Ευρώπης στην διάρκεια των ελληνιστικών χρόνων, αλλά και του Βυζαντίου, ενώ αντίστοιχα, η Λατινική, της Δυτικής Ευρώπης. Η Γαλλική ήταν μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Λίγκουα Φράγκα της Διπλωματίας, για να εκτοπιστεί από την Αγγλική στην συνέχεια, η οποία έγινε σήμερα Λίγκουα Φράγκα σε πολλούς τομείς παγκοσμίως.
[3] Βλ. Λίνου Πολίτη: «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» Μ.Ι.Ε.Τ. Αθήνα 1980 – Εισαγωγή, σελ. 17 όπου αναφερόμενος στην χρήση λατινικών χαρακτήρων για την καταγραφή της ελληνικής γλώσσας επισημαίνει ότι: «…το σύστημα χρησιμοποιήθηκε και από την Παπική προπαγάνδα για τους Έλληνες Καθολικούς των νησιών (φραγκοχιώτικα…».
[4] Η πλέον χαρακτηριστική περίπτωση Κρεολής γλώσσας (Κρεολοί ονομάζονται οι μιγάδες απόγονοι Γάλλων και αφρικανών δούλων στις Γαλλικές αποικίες του Νέου Κόσμου. Η γλώσσα τους ήταν ένα μίγμα Γαλλικής και αφρικανικών διαλέκτων) είναι η Τοκ Πίσιν (Tok Pisin), η οποία ξεκίνησε τον 19ο αιώνα ως ιδίωμα pidgin στην Παπούα–Νέα Γουϊνέα με βάση την Αγγλική και ανάμειξη ιθαγενών λέξεων (και σε μικρότερη έκταση Γερμανικών και Πορτογαλικών). Χρησιμοποιήθηκε ως Λίγκουα Φράγκα στο νησί και κατέληξε να γίνει η μητρική γλώσσα των ιθαγενών, εξελισσόμενη πλέον σε μια σύγχρονη και πλήρη γλώσσα, με την βοήθεια και την επίσημη κρατική στήριξη των κυβερνήσεων της Παπούα-Νέας Γουϊνέας. Η ονομασία Τοκ Πίσιν προέκυψε από την έκφραση tok pisin (talk pidgin) = ομιλώ πίτζιν, στο ιδίωμα αυτό. Υπενθυμίζω σχετικά, ότι οι φυλές των Παπούα, περίπου 8,5 εκατομ. σήμερα, στο τεράστιο αυτό νησί (με έκταση πάνω από 885.000 τετρ. χλμ. δηλ. υπερεξαπλάσια της Ελλάδος) στα βόρεια της Αυστραλίας, ομιλούν περίπου 750 διαφορετικές γλώσσες/διαλέκτους. Ορισμένες από τις φυλές τους υπήρξαν στο παρελθόν διαβόητοι καννίβαλοι. Το νησί είναι χωρισμένο στην μέση και το μεν ανατολικό τμήμα αποτελεί το ανεξάρτητο (από το 1975) κράτος της Παπούα-Νέας Γουϊνέας, ενώ το δυτικό τμήμα αποτελεί επαρχία της Ινδονησίας.
[5] Βλ. Grin, F.: The economic approach to minority languages. In: Journal of Multingual and Multicultural Development 11 (1&2), p. 153-173 (1990). Λεπτομέρειες στο ενδιαφέρον βιβλίο της Καθηγήτριας Γενικής Γλωσσολογίας του Ιονίου Πανεπιστημίου Σελλά-Μάζη Ελένης: Διγλωσσία και Κοινωνία, σελ. 21, «Προσκήνιο» Αθήνα 20062 .
[6] Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης, Αναπληρωτής Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας - Τμήμα Βαλκανικών Σλαβικών & Ανατολικών Σπουδών, σε κείμενό του με τίτλο «ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΜΕΙΟΝΟΤΙΚΩΝ ΓΛΩΣΣΩΝ»  που υπάρχει εδώ:  http://www.komvos.edu.gr/glwssa/odigos/thema_c5/c_5_thema.htm .
[7] Valdés, Guadalupe. "The Teaching of Minority Languages as 'Foreign' Languages: Pedagogical and Theoretical Challenges."  Modern Language Journal Vol. 79, No. 3. (1995) pp. 299-328.
[8] Τσιτσελίκης Κ., Χριστόπουλος Δ. (επιμ.): “Το μειονοτικό φαινόμενο στην Ελλάδα”, «Κριτική», Αθήνα 1997.
[9] Hoffmann, C.:  An Introduction to Bilingualism, «Longman» London, 1991.
[10] Πληροφορίες από την ιστοσελίδα της Αρμενικής Εθνικής Επιτροπής Ελλάδος  http://www.ancg.gr/index.php?option=com_frontpage&Itemid=1.
[11] Βλ. λεπτομέρειες στο βιβλίο μου «Η καταγωγή των Αλβανών και οι αρβανιτόφωνοι Έλληνες», Κεφάλαιο 9 «Οι Αρβανίτες του ελλαδικού χώρου», σελ. 305-334 «Ινφογνώμων», Αθήνα, 2014, όπου και σχετική βιβλιογραφία.
[12] Περιλαμβάνεται στο τομίδιο Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη: Μακεδονικά, Έδεσσα 2011. Υπάρχει και στο Διαδίκτυο εδώ: http://ethnologic.blogspot.gr/2011/11/blog-post_22.html.
[13] Βλ. Κολιόπουλος, Ιωάννης Σ.: «Λεηλασία φρονημάτων» Β΄ έκδοση, Πρόλογος σελ. ix-x, «Βάνιας» Θεσσαλονίκη 1995.
[14] Βλ. κείμενο του Καθηγητή ΑΠΘ Σπυρίδωνα Σφέτα με τίτλο «Πώς κατασκευάστηκε η γλώσσα των Σκοπίων» εδώ: http://omospondiamakedonon.blogspot.gr/2014/02/blog-post_16.html.
[15] Κωνσταντίνου Χολέβα: «Λανθασμένοι οι όροι Σλαβομακεδονία και Σλαβομακεδόνες» (Περιοδικό ΑΜΥΝΑ ΚΑΙ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ Φεβρουάριος 2011) και εδώ: http://ethnologic.blogspot.gr/2011/02/blog-post_19.html.
[16] «Le Figaro» (12-8-2010) και εδώ: http://ethnologic.blogspot.gr/2010/11/blog-post_18.html
[17] Βλ. «Η καταγωγή των Αλβανών και οι αρβανιτόφωνοι Έλληνες» ό.π. σελ. 305. 
[18] Βλ. σχετικό άρθρο με τίτλο «Η νεοταξική εθνοαποδομητική προπαγάνδα και οι πρόθυμοι φορείς της» εδώ: http://ethnologic.blogspot.gr/2014/03/blog-post_16.html.
[19] Βλ. σχετικά με τα κωμικοτραγικά γεγονότα εκείνης της εποχής,  αποκαλυπτικά  σχόλια και πληροφορίες, στο βιβλίο μου «Η καταγωγή των Αλβανών και οι αρβανιτόφωνοι Έλληνες» ό.π. σελ. 269-272.
[20] Βλ. «Γλωσσική Ετερότητα στην Ελλάδα» - Αρβανίτικα, Βλάχικα, Γλώσσες της μειονότητας της Δ. Θράκης, Σλαβικές διάλεκτοι της Μακεδονίας, σελ. 372, ΚΕΜΟ, «Αλεξάνδρεια» Αθήνα 2001



Τρίτη 13 Μαΐου 2014

ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΠΕΡΙΟΧΩΝ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ


ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΓΗΓΕΝΩΝ
ΣΕ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
(Τα εντόπικα/εντόπια ή μακεδονικό πίτζιν)
Μια εθνογλωσσολογική προσέγγιση

Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης 

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ 

Δύο είναι τα βασικά ερωτήματα που ανακύπτουν σε σχέση με το γλωσσικό ιδίωμα (εντόπια / εντόπικα) των γηγενών της Μακεδονίας: 
1. Ποια είναι η εθνική συνείδηση, άρα και η εθνοτική ταξινόμηση των ομιλητών αυτού του ιδιώματος;
2. Τι ακριβώς είναι αυτό το ιδίωμα από γλωσσολογική σκοπιά;

Το πρώτο ερώτημα έχει απαντηθεί ήδη από καιρό, τόσο επιστημονικώς, όσο και από την ίδια την στάση της συντριπτικής πλειονότητας των γηγενών Μακεδόνων: Αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του ελληνικού έθνους από αιώνες.
Ως προς την επιστημονική διάσταση του θέματος τώρα, υπενθυμίζω απλώς ότι οι παλαιότερες αντιλήψεις, όπως π.χ. οι αρχαιοελληνικές διατυπώσεις για το «όμαιμον, ομόγλωσσον και ομότροπον» (Ηρόδοτος, Η΄144) έχουν απολέσει το ιστορικό-γεωγραφικό τους πλαίσιο και έχουν ατονήσει σε μεγάλο βαθμό, εδώ και αρκετούς αιώνες, λόγω των εκτεταμένων μετακινήσεων των ανθρωπίνων πληθυσμών, αλλά και των αλλεπάλληλων κοινωνικοπολιτικών και πολιτιστικών μεταβολών που σημειώθηκαν από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Σε προηγούμενα ιστορικά στάδια οι λαοί είχαν σχετικώς ευδιάκριτα ανθρωπολογικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά, με αποτέλεσμα να ήταν κατά κανόνα εύκολη η κατάταξη κάποιου ατόμου σε συγκεκριμένο Έθνος. Έτσι, από τα βασικά στοιχεία διάκρισης ήσαν πρωτίστως η Γλώσσα και η Θρησκεία του, και επί πλέον, τα ήθη και τα έθιμά του, οι φιλοσοφικές, καλλιτεχνικές, κοινωνικές, πολιτικές κ.λπ. αντιλήψεις του. Στην αρχαιότητα, για παράδειγμα, ένας Έλληνας, ένας Πέρσης και ένας Αιγύπτιος, διακρίνονταν μεταξύ τους πανεύκολα, λόγω των βαθύτατων διαφορών, που υπήρχαν ανάμεσα τους, σε σχέση με τα προαναφερθέντα πολιτιστικά χαρακτηριστικά. Στην σημερινή εποχή όμως αυτές οι διακρίσεις έχουν γίνει πολύ δυσκολότερες, λόγω της αυξημένης κινητικότητας, η οποία χαρακτηρίζει την ανθρωπότητα, ιδιαίτερα από το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα μέχρι σήμερα.
Εκείνο πλέον, που και επιστημονικώς είναι αδιαμφισβήτητο, είναι η διαπίστωση ότι η ομιλούμενη γλώσσα δεν αποτελεί πάντοτε απόλυτο εθνολογικό κριτήριο ταξινόμησης μιας συγκεκριμένης εθνοτικής ομάδας. Περιορίζομαι να αναφέρω τα κλασσικά παραδείγματα, τόσο των γερμανόφωνων Αλσατών, στα σύνορα Γαλλίας–Γερμανίας, οι οποίοι αισθάνονται φανατικοί Γάλλοι, αλλά και των Καθολικών μεν στο θρήσκευμα Κροατών, οι οποίοι ουδεμία σχέση επιθυμούν να έχουν με τους ομόγλωσσούς τους, Ορθοδόξους όμως Σέρβους, παρά την κοινή τους γλώσσα (τα Σερβοκροατικά) ή ακόμα πιο χαρακτηριστικά, το παράδειγμα των Μαυροβουνίων σε σχέση και πάλι με τους Σέρβους, με τους οποίους δεν έχουν ούτε καν θρησκευτική διαφορά και παρ’ όλα αυτά αισθάνονται μέλη ενός διαφορετικού έθνους.
Επομένως, το ότι κάποια τμήματα του πληθυσμού της Μακεδονίας είχαν παλαιότερα ως μοναδικό γλωσσικό τους όργανο το σλαβογενές ιδίωμα, στο οποίο θα αναφερθούμε λεπτομερειακά παρακάτω, δεν αποτελεί ικανό και επαρκές κριτήριο για την επιχειρηθείσα στο παρελθόν και επιχειρούμενη και σήμερα, τοποθέτησή τους εκτός του ελληνικού έθνους. Ως δίγλωσσος λοιπόν, γηγενής Μακεδόνας Έλλην θεωρώ ότι το ζήτημα έχει απαντηθεί θεωρητικά και πρακτικά και δεν υπάρχει ανάγκη περαιτέρω συζητήσεων και διευκρινίσεων.
Τι είναι όμως αυτό το διαβόητο γλωσσικό ιδίωμα, που ορισμένοι προσπαθούν κατά καιρούς να το επαναφέρουν στο προσκήνιο και να το χρησιμοποιήσουν ως πολιτικό επιχείρημα;
Θα επιχειρήσω αρχικά μια γλωσσολογική ενημέρωση/ανάλυση.

2. ΓΛΩΣΣΕΣ, ΔΙΑΛΕΚΤΟΙ ΚΑΙ ΒΟΗΘΗΤΙΚΕΣ ΓΛΩΣΣΕΣ
Από την αρχική εμφάνισή τους στην Γη, τα ανθρώπινα όντα χρησιμοποίησαν την γλώσσα ως κύριο μέσο επικοινωνίας (και όχι μόνον, όπως θέλουν να μας πείσουν κάποιοι μεταμοντέρνοι γλωσσολόγοι, που υποστηρίζουν μια εργαλειακή αντίληψη περί γλώσσας), παράλληλα με άλλους τρόπους (χειρονομίες, στάσεις του σώματος κ.λπ.). Στο ζήτημα αυτό, οφείλουμε να θυμόμαστε την περίφημη ρήση του φιλοσόφου Λ. Βίττγκεστάϊν (Ludwig Wittgenstein, 1889-1951): «Τα όρια της γλώσσας μου, καθορίζουν τα όρια του κόσμου μου» (Tractatus Logico-philosophicus).

Ένα από τα μεγάλα και πρακτικά ανεπίλυτα προβλήματα που αντιμετώπιζαν ανέκαθεν οι Γλωσσολόγοι ήταν και η επιλογή κάποιων επιστημονικών κριτηρίων για την διάκριση μεταξύ γλώσσας και διαλέκτου. Με άλλα λόγια, πότε και με ποια κριτήρια ένα ομιλούμενο γλωσσικό ιδίωμα είναι απλώς μια διάλεκτος κάποιας γλώσσας και πότε μπορεί να χαρακτηριστεί ως ξεχωριστή γλώσσα; Η προαναφερθείσα Σερβοκροατική αποτελεί μια ενιαία γλώσσα απλώς με δύο διαλέκτους (Σερβική–Κροατική) ή έχουμε να κάνουμε με δυο διαφορετικές γλώσσες;
Όπως προανέφερα, η Γλωσσολογία αδυνατούσε να αποφανθεί μέχρι προσφάτως και επομένως άλλα κριτήρια χρησιμοποιούνται π.χ. πολιτική βούληση. Με βάση τους νόμους της Γλωσσολογίας είναι βέβαιον ότι εφ’ όσον οι δύο αυτές διαφορετικές κρατικές οντότητες (Σερβία – Κροατία) συνεχίσουν να υπάρχουν για τα επόμενα 100–200 χρόνια, το αναμενόμενο είναι να προκύψουν τελικώς δυο πραγματικά ξεχωριστές γλώσσες. Σύμφωνα με την περίφημη ρήση του γλωσσολόγου Μαξ Βάϊνράϊχ «Μια γλώσσα είναι μια διάλεκτος εξοπλισμένη με στρατό και ναυτικό», που τονίζει ακριβώς την σημασία του πολιτικού / κρατικού παράγοντα, ο οποίος βαρύνει αποφασιστικά σε τέτοια θέματα. Βεβαίως, η σύγχρονη Γλωσσολογία επιχειρεί να επιλύσει το πρόβλημα με την υιοθέτηση μιας άλλης οπτικής με την οποία προσεγγίζεται η διάκριση «γλώσσα-διάλεκτος», με την εισαγωγή της έννοιας του «γλωσσικού συνεχούς» (language continuum), αλλά και με την χρήση νέων όρων, γλωσσοπολιτικά ουδέτερων, όπως οι όροι Ausbausprache - Abstandsprache – Dachsprache [1], δανεισμένων από την Γερμανική γλώσσα.
Έρχομαι τώρα σε ένα άλλο ζήτημα, το οποίο θεωρώ ότι είναι απαραίτητο να αναφερθεί για να μπορέσουμε να καταλήξουμε σε εύκολα αντιληπτά συμπεράσματα.
Πρόκειται για το ζήτημα της ύπαρξης και άλλων προφορικών μορφών επικοινωνίας μεταξύ ανθρωπίνων ομάδων, που συνιστούν οι λεγόμενες βοηθητικές/συμπληρωματικές γλώσσες (auxiliary languages). Δυστυχώς δεν υπάρχει ακριβής ελληνική ορολογία και έτσι θα χρησιμοποιήσω αναγκαστικά τους ξένους όρους. Η πλέον γνωστή περίπτωση χρήσης μιας βοηθητικής «φυσικής» γλώσσας (σε αντιδιαστολή με διάφορες τεχνητές, όπως η Εσπεράντο, η Volapük κ.λπ.) είναι ασφαλώς η λεγόμενη Λίγκουα Φράγκα (Lingua Franca)[2], κατά λέξη «Φράγκικη γλώσσα». Δεν πρέπει πάντως να συγχέεται με τα φραγκολεβαντίνικα, που αναφέρονται αποκλειστικά στον γραπτό λόγο και δημιουργήθηκαν από τους Λεβαντίνους της Σμύρνης, που μιλούσαν μεν ελληνικά, αλλά επειδή δυσκολεύονταν να μάθουν την ορθογραφία τους, χρησιμοποιούσαν λατινικούς χαρακτήρες για να γράψουν τα ελληνικά (ή σύμφωνα με άλλη, εγκυρότερη εκδοχή[3], με καθοδήγηση της Καθολικής Εκκλησίας). Τους μιμήθηκαν αργότερα οι Χιώτες και άλλοι έμποροι του εξωτερικού, που στην ελληνική αλληλογραφία τους, χρησιμοποιούσαν λατινικούς χαρακτήρες και έτσι προέκυψαν τα φραγκοχιώτικα, κάτι ανάλογο με τα σημερινά greeklish.
Συνώνυμος με τον όρο Λίγκουα Φράγκα είναι και ο όρος Vehicular Language, σε ελεύθερη μετάφραση θα λέγαμε δευτερεύουσα γλώσσα, ο οποίος αναφέρεται σε μια γλώσσα που χρησιμοποιείται από άλλες γλωσσικές κοινότητες χωρίς να είναι η μητρική τους π.χ. τα Αγγλικά είναι (επίσημη) δευτερεύουσα γλώσσα στις Ινδίες και το Πακιστάν.
Μια άλλη μορφή βοηθητικής γλώσσας ή γλώσσας επαφής (contact language) είναι και τα λεγόμενα Pidgin English ή απλώς Pidgin, «σπαστά Αγγλικά» θα τα αποκαλούσαμε. Δημιουργήθηκαν στην Κίνα για τις ανάγκες των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ Άγγλων και Κινέζων. Η ίδια η λέξη pidgin είναι το αντίστοιχο της αγγλικής λέξης business στο ιδίωμα αυτό. Σήμερα ως pidgin ορίζεται γενικώς ένα γλωσσικό ιδίωμα, μείγμα δύο ή περισσοτέρων γλωσσών με εξαιρετικά απλοποιημένη γραμματική και λεξιλόγιο, που χρησιμοποιείται για την επικοινωνία μεταξύ διαφορετικών πληθυσμών, οι οποίοι έχουν τις δικές τους γλώσσες ως μητρικές.
Στην περίπτωση που ένα τέτοιο ιδίωμα καταλήξει να γίνει η κύρια γλώσσα ενός πληθυσμού, τότε αναφερόμαστε σε Κρεολή γλώσσα (Creole language)[4].

3. ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΠΕΡΙΟΧΩΝ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
Μετά από αυτά τα προκαταρκτικά και διευκρινιστικά, ας έλθουμε στο ζητούμενο. Τι ακριβώς είναι λοιπόν αυτό το ιδίωμα των γηγενών Μακεδόνων (το «μακεδονικό πίτζιν», όπως το ονομάζω) και ποιοι είναι αυτοί οι «Σλαβόφωνοι» χρήστες του;

Πρώτα-πρώτα να ξεκαθαρίσουμε ότι σήμερα δεν υπάρχουν πρακτικά αμιγείς σλαβόφωνοι, αλλά δίγλωσσοι (ελληνικά-σλαβικά) και ελάχιστοι από τους νεώτερους μπορούν να μιλήσουν με ευχέρεια αυτό το ιδίωμα, η εξέλιξη του οποίου σταμάτησε τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Έτσι έλειψαν πάμπολλες λέξεις του καθημερινού λεξιλογίου (κυρίως όροι Διοίκησης, Τεχνολογίας κ.λπ.), οι οποίες υποκαταστάθηκαν από ελληνικές. Εκφράσεις του τύπου «κι όνταμ να Νομαρχία-τα» (=θα πάω στην Νομαρχία), «κι γκου κάζιαμ να Δήμαρχό-του[5]» (=θα το ’πω στον Δήμαρχο), αποτελούν αστείρευτη πηγή τοπικών ανεκδότων και πειραγμάτων.
Αυτοί λοιπόν οι δίγλωσσοι κάτοικοι του βορειοελλαδικού χώρου, κυρίως στην Κ.Δ. Μακεδονία, είναι απόγονοι χριστιανικών πληθυσμών, που επί Τουρκοκρατίας ζούσαν στον ευρύτερο χώρο της λεγόμενης «Ιστορικής Μακεδονίας». Έχουν ελληνική καταγωγή, αλλά πιθανότατα έχουν αφομοιώσει και σλαβικά στοιχεία που είχαν εγκατασταθεί κατά τους βυζαντινούς χρόνους στην περιοχή[6], τα οποία στην συνέχεια εκχριστιανίσθηκαν και εξελληνίσθηκαν (γλωσσικά και πολιτιστικά).
Σύμφωνα με τον αείμνηστο γλωσσολόγο Νικ. Ανδριώτη (στον συλλογικό τόμο «Η γλώσσα της Μακεδονίας» – “Ολκός” Αθήνα 1992, σελ. 211), η σλαβική γλώσσα άρχισε να διαδίδεται επί Βυζαντίου στην βόρεια Μακεδονία με τους εξής τρόπους:
α. Από Σλάβους δούλους, που οι Βυζαντινοί γαιοκτήμονες εγκαθιστούσαν στα κτήματά τους ως αγρότες
β. Από Έλληνες αιχμαλώτους των Βουλγάρων, που έμαθαν σλαβικά και μετά την απελευθέρωσή τους και επάνοδό τους, συνήθως μετά από αρκετά χρόνια, εξακολουθούσαν να τα χρησιμοποιούν και
γ. Οι συναλλασσόμενοι με Σλάβους Έλληνες μάθαιναν εύκολα σλαβικά, ενώ ή εκμάθηση της ελληνικής από τους Σλάβους ήταν δύσκολη.
Η εμφάνιση αυτού του ιδιώματος (που δεν χρειάστηκε ποτέ γραφή) ανιχνεύεται κάπου στον 18ο αιώνα[7] (οι πρώτες μαρτυρίες για την ύπαρξή του χρονολογούνται γύρω στο 1790[8] – βλ. J.P. Mallory–D.Q. Adams: The Oxford Introduction to Proto-Indo-European and the Proto-Indo-European World – Oxford 2006, σελ. 26) και η δημιουργία του είχε καθαρά χρηστικούς και πρακτικούς λόγους. Τα χρόνια εκείνα η Μακεδονία ήταν ένα πολύχρωμο φυλετικό, γλωσσικό και θρησκευτικό μωσαϊκό: Τούρκοι κατακτητές, Τουρκομάνοι νομάδες (Γιουρούκοι), Αθίγγανοι, Έλληνες, Βούλγαροι, Σέρβοι, Βόσνιοι, Αλβανοί, Αρμένιοι, Εβραίοι (Ισπανοεβραίοι Σεφαρδίμ) κ.λπ. που μιλούσαν τουρκικά, ρομά (μια ινδική διάλεκτο), ελληνικά, βλάχικα, βουλγαρικά, σερβοκροατικά, αλβανικά, αρμενικά, εβραϊκά (Λαντίνο και Γίντις) και ήσαν μουσουλμάνοι, χριστιανοί (Ορθόδοξοι, Καθολικοί, Προτεστάντες), ιουδαίοι. Έπρεπε επομένως να υπάρξει ένας τρόπος συνεννόησης μεταξύ τους για τις ανάγκες της καθημερινής συμβίωσης, ένα είδος Λίγκουα Φράγκα. Βαθμιαία λοιπόν εμφανίσθηκε αυτό το ιδίωμα, μια γλώσσα πίτζιν, που φαίνεται ότι εξυπηρετούσε άριστα τον σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκε ή σωστότερα, προέκυψε, που χρησιμεύει ακόμα και σήμερα! (Βλ. πρόσφατη – Άνοιξη 2011 - επίσκεψη σε χωριά της Αλμωπίας εκδρομέων, απογόνων μουσουλμάνων κατοίκων που μεταφέρθηκαν στην Μ. Ασία με την ανταλλαγή των πληθυσμών και οι οποίοι μπόρεσαν να συνεννοηθούν με τους χωρικούς της περιοχής στο ιδίωμα αυτό!).
Είχε ως βάση μια δυτική βουλγαρική διάλεκτο[9], όπως αποδείχθηκε από τις γλωσσολογικές έρευνες (βλ. Ι. Θ. Λαμψίδη: Γραμματική της Βουλγαρικής γλώσσας Ι.Μ.Χ.Α. – Θεσσαλονίκη 1981, σελ. 15-16) και στον κορμό αυτόν προστέθηκαν ένα πλήθος από ελληνικές, τούρκικες, βλάχικες και αλβανικές λέξεις[10]. Γενικώς, η πλειοψηφία των γλωσσολόγων συµφωνεί ότι παρουσιάζει περισσότερες, μορφολογικές κυρίως, οµοιότητες µε την βουλγαρική γλώσσα και λιγότερες, φωνολογικές κυρίως, µε την σερβική [11]. Στα χρόνια εκείνα της γενικευμένης αγραμματοσύνης και απαιδευσίας, ιδιαίτερα στην ύπαιθρο, το ιδίωμα που προέκυψε αποδείχθηκε πολύ εύκολο[12] στην εκμάθηση και εξυπηρετικότατο για τις καθημερινές ανάγκες. Εκείνο πάντως που εντυπωσιάζει τους μελετητές είναι η ευκολία υιοθέτησής του από αλλόγλωσσους και η μετατροπή του στο κύριο και συχνά στο αποκλειστικό γλωσσικό όργανο επικοινωνίας!
Υπάρχουν καταγεγραμμένες πολυάριθμες τέτοιες μεταλλαγές, όχι απλώς σε ατομικό επίπεδο, αλλά σε επίπεδο ολόκληρων ομάδων. Έτσι, υπάρχουν γνωστές περιπτώσεις, καταγεγραμμένες και στην βιβλιογραφία π.χ. βλαχόφωνων χωριών στην περιοχή της Κ.Δ. Μακεδονίας, που έγιναν σλαβόφωνα[13]. Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των σλαβόφωνων (!) Αθίγγανων (Ρομ, Ρομά) σε περιοχές της Μακεδονίας: Μέχρι σήμερα διατηρούνται συνοικισμοί αθιγγάνων (η ινδική καταγωγή των οποίων είναι εμφανέστατη σε όποιον διαθέτει έστω και στοιχειώδεις γνώσεις εθνολογίας) στις πόλεις Έδεσσα (Καραμάν), Νάουσα (Άγ. Γεώργιος) και Βέροια, αλλά και σε πολλά χωριά, οι κάτοικοι των οποίων είναι σλαβόφωνοι τουλάχιστον από τον 19ο αιώνα. Επιστημονική μελέτη αυτού του φαινομένου δεν έχει γίνει, απ’ όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω, η δε συνήθης λαϊκή ερμηνεία ότι οι ελληνόφωνοι χωρικοί γίνονταν σλαβόφωνοι για να αποφύγουν το παιδομάζωμα των Τούρκων, δεν μου φαίνεται ιδιαίτερα πειστική (Άποψη που υποστηρίχθηκε και από τον λογοτέχνη Χρ. Χρηστοβασίλη, στις αρχές του περασμένου αιώνα, σε άρθρο του στο περιοδικό «Ελληνισμός» τεύχος 9ο – Σεπτέμβριος 1903, σελ. 683). Είναι πάντως εξ ίσου περίεργο το ότι ποτέ δεν δόθηκε πειστική εξήγηση από βουλγαρικής πλευράς (η οποία ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα ισχυριζόταν ότι όλοι οι σλαβόφωνοι είναι Βούλγαροι), για ποιόν λόγο οι Βούλγαροι της Μακεδονίας θα εγκατέλειπαν μαζικά την μητρική τους γλώσσα και θα υιοθετούσαν ένα σλαβογενές ιδίωμα, που έπρεπε να το μάθουν εκ των υστέρων!
Υποστηρίζω λοιπόν ότι αυτό το ιδίωμα προέκυψε, αρχικά στην μακεδονική ύπαιθρο, ως pidgin ή «σπασμένα βουλγαρικά», για να το πούμε διαφορετικά και κατέληξε τελικώς σε Κρεολή γλώσσα, ανομοιογενών πληθυσμών, όπως προανέφερα, οι οποίοι το αναβάθμισαν για διαφόρους λόγους σε μητρική γλώσσα, σε κύριο γλωσσικό όργανο. Αυτό το ιδίωμα, επαναλαμβάνω και τονίζω διότι έχει μεγάλη σημασία, δεν απέκτησε ποτέ γραφή. Επομένως, στερείται πεζογραφίας, ποίησης και γενικά λογοτεχνίας, ενώ αντίθετα υπάρχουν τραγούδια, η παραγωγή των οποίων σταμάτησε ήδη στις αρχές του 20ου αιώνα, για προφανείς λόγους[14]. Ένα από τα πιο γνωστά είναι και το χαρακτηριστικό «Μπάμπα ι Πόστολ» (Η γιαγιά και ο Αποστόλης), στο οποίο γίνεται εύκολα αντιληπτή η διαφοροποίηση των σλαβόφωνων γηγενών από τους Βούλγαρους, όπως εξ άλλου προκύπτει και από σχετικές παροιμίες[15].
Θα πρέπει πάντως να αναφερθεί ότι η σοβαρότερη προσπάθεια για την ανάδειξη του ιδιώματος των γηγενών σε γλώσσα, ήσαν οι εργασίες του Χρίστο Μισίρκοφ (Krsto Misirkov, 1874-1926), από την Παλαιά Πέλλα (τότε Απόστολοι) και κυρίως το βιβλίο του, που τυπώθηκε το 1903 στο τυπογραφείο της «Φιλελεύθερης Λέσχης» στην Σόφια, με τον τίτλο «Για τις μακεδονικές υποθέσεις» (Кръстьо П. Мисирков: За Македонцките Работи, София, Печатница на „Либералний Клубъ“ 1903). Στο βιβλίο αυτό ο Μισίρκωφ ανέπτυξε την επιχειρηματολογία του για την δημιουργία μιας επίσημης φιλολογικής «μακεδονικής» γλώσσας με βάση την «μακεδονική» (=βουλγαρική) διάλεκτο της βόρειας Μακεδονίας, η οποία έπρεπε να χρησιμοποιεί ένα φωνητικό (κυριλλικό) αλφάβητο. Το βιβλίο του Μισίρκοφ εντάσσεται στην γενικότερη στροφή που σημειώνεται στους ανώτερους βουλγαρικούς κύκλους με την εγκατάλειψη της στρατηγικής του βίαιου εκβουλγαρισμού των γηγενών σλαβοφώνων της Μακεδονίας και την υιοθέτηση της καλλιέργειας του «Μακεδονισμού», όταν διαπιστώθηκε ότι οι σλαβόφωνοι κάτοικοι της Μακεδονίας αντιδρούσαν στον εκβουλγαρισμό τους και γενικότερα ότι οι βουλγαρικές θέσεις δεν εύρισκαν ανταπόκριση στους κατοίκους της Μακεδονίας, χωρίς την χρήση βίας. Πρωτεργάτης αυτής της νέας στρατηγικής ήταν ο διαβόητος Γκότσε Ντέλτσεφ, ο οποίος ανέλαβε από το 1895 να εφαρμόσει την θεωρία περί «Μακεδόνων» και «ανεξάρτητης Μακεδονίας».
Η πατρότητα πάντως του «Μακεδονισμού» ανήκει στους Σέρβους [16] και αργότερα υιοθετήθηκε από τους Βουλγάρους, οι οποίοι βεβαίως ποτέ δεν πίστεψαν στο κατασκεύασμα αυτό και πολύ περισσότερο δεν αισθάνθηκαν «Μακεδόνες». Σε επιστολή του με ημερομηνία 1 Μαΐου 1899 προς τον φίλο του Κόλιο Μαλεσέβσκι (Nikola Maleshevski), ο Γκότσε Ντέλτσεφ ομολογούσε ότι ποτέ δεν έπαψε να αισθάνεται Βούλγαρος (Αναφέρεται στην βιογραφία του Ντέλτσεφ από τον στενό του φίλο και συνεργάτη Πέϊο Γιαβόρωφ).

Σόφια, 1 Μαΐου 1899,
Κόλιο (=σλαβικό υποκοριστικό του Νικόλα),
Έχω λάβει όλες τις επιστολές που στέλνονται από σας και μέσω από σας. Μην επιτρέψουμε τα σχίσματα και τις ρήξεις να μας εκφοβίσουν. Είναι, πράγματι, δυστυχία, αλλά τι μπορεί να κάνουμε, δεδομένου ότι είμαστε Βούλγαροι και όλοι πάσχουμε από μια κοινή ασθένεια. Εάν αυτή η ασθένεια δεν ήταν παρούσα στους προγόνους μας, από τους οποίους την κληρονομήσαμε, δεν θα είχαν πέσει ποτέ κάτω από το σκήπτρο του Τούρκου Σουλτάνου…»

Επίσης, ο εφευρέτης της «μακεδονικής» γλώσσας, ο προαναφερθείς Χρίστο Μισίρκωφ, έγραφε το 1924 ότι: «…Εμείς (οι Σλάβοι της Μακεδονίας) είμαστε περισσότερο Βούλγαροι από εκείνους της Βουλγαρίας…» [“Ние сме българи, повече българи от самите българи в България“ — Kръстe Мисирков “We are Bulgarians, more Bulgarians than the Bulgarians themselves in Bulgaria ” — Kr'ste Misirkov]. Για όσους τυχόν γνωρίζουν βουλγαρικά, τους παραπέμπω για περισσότερες λεπτομέρειες στην ιστοσελίδα Vesti.bg (http://news.netinfo.bg/?tid=40&oid=995281) όπου υπάρχει το εκπληκτικό άρθρο «Как "бащата на македонизма" Кръстьо Мисирков се оказа чист българин» (Πώς ο «πατέρας του μακεδονισμού» Χρίστο Μισίρκωφ αποδεικνύεται καθαρός Βούλγαρος).
Στους τρεις χάρτες που παραθέτω στο τέλος του κειμένου παρατηρούμε τις διαφορετικές αντιλήψεις Σέρβων και Βουλγάρων που διεκδικούν ο καθένας για λογαριασμό του το γλωσσικό ιδίωμα, ισχυριζόμενοι οι μεν πρώτοι ότι πρόκειται για μια Σερβική διάλεκτο (“Σερβομακεδονικά”, Χάρτης 1), οι δε Βούλγαροι ως Βουλγαρική διάλεκτο και τους κατοίκους της Μακεδονίας ως Βουλγάρους (Χάρτης 2). Αξιοπρόσεκτος είναι ο «γλωσσολογικός» Χάρτης 3 των Σκοπιανών, οι οποίοι ανακάλυψαν δεκάδες διαλέκτους και υποδιαλέκτους της «Μακεδονικής» γλώσσας, μια γλωσσολογική απιθανότητα!
Τέλος, νομίζω ότι θα πρέπει να αναφερθώ και σε μια άλλη χαρακτηριστική περίπτωση «πλαστής ταυτότητας» και εθνολογικής χειραγώγησης.
Πρόκειται για τους δύο πιο γνωστούς και διάσημους από τους αδελφούς Μιλαντίνωφ (Братя Миладинови), τους Ντιμίταρ (Δημήτριος) και Κονσταντίν (Κωνσταντίνος), οι οποίοι θεωρούνται πρωτοπόροι και ιδρυτές της βουλγαρικής Λαογραφίας με το περίφημο έργο τους «Βουλγαρικά Δημοτικά Τραγούδια» (1861), που θεωρείται κλασσικό. Ο Κονσταντίν θεωρείται επιπλέον ένας από τους σπουδαιότερους Βούλγαρους ποιητές. Πολύ γνωστά είναι τα ποιήματά του «Τ’γκά ζα γιούγκ» (ТЪГА ЗА ЮГ) = «Νοσταλγία για τον Νότο», καθώς και το συγκινητικό ερωτικό ποίημα «Μπίσερα» (= Μαργαριτάρια), γραμμένο στο στυλ της δημοτικής ποίησης και ένα από τα 15 συνολικά ποιήματα που πρόλαβε να γράψει πεθαίνοντας σε ηλικία 32 ετών στις τουρκικές φυλακές της Κωνσταντινούπολης από τύφο, μαζί με τον συγκρατούμενο, μεγαλύτερο (κατά 20 χρόνια), αδελφό του Ντιμίταρ. Πρέπει να τονιστεί ότι η οικογένεια Κωνσταντίνου ή Μιλαδίνη ήσαν Βλάχοι από την Μοσχόπολη, που εγκαταστάθηκαν στην κωμόπολη Στρούγκα στην λίμνη της Αχρίδας, τα δυο αδέρφια μάλιστα σπούδασαν στα Γιάννενα (στην Ζωσιμαία Σχολή), ο δε Κονσταντίν τελείωσε στην συνέχεια το φιλολογικό τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών. Αργότερα, το 1844 «πείστηκαν» από τον Ρώσσο καθηγητή Βίκτορ Γκριγκόροβιτς ότι είναι Βούλγαροι και ανέπτυξαν ανθελληνική δραστηριότητα. (Ο σλαβολόγος καθηγητής Αντώνιος-Αιμίλιος Ταχιάος, εντόπισε στα αυτοκρατορικά αρχεία της Αγίας Πετρούπολης επιστολή του Ρώσου Γενικού Προξένου στην Κωνσταντινούπολη Μιχαήλ Αλεξάνδροβιτς Χίτροβο, ο οποίος ζητούσε (1864) να καταβληθεί οικονομική ενίσχυση στην χήρα του Δημητρίου Μιλαντίνοφ, «διότι αυτός απέθανε στην υπηρεσία του αυτοκράτορα» [17].
Οι αδελφοί Μιλαντίνωφ θεωρούνται και προβάλλονται ως πρωτεργάτες της «μακεδονικής» Φιλολογίας από τους Σκοπιανούς. Παρ’ όλα αυτά το Εθνικό Μουσείο των Σκοπίων απαγορεύει την έκθεση των έργων τους, λόγω της ύπαρξης των επιθέτων «βουλγαρικός», «βουλγαρικά». Σχετικά πρόσφατα μάλιστα, ξέσπασε μεγάλος θόρυβος και υπήρξαν έντονες αντιδράσεις στην Βουλγαρία, όταν στις αρχές του 2008 η σκοπιανή υπηρεσία των Κρατικών Αρχείων σε συνεργασία με το Ίδρυμα Σόρος εξέδωσαν φωτοτυπημένο από το πρωτότυπο το προαναφερθέν βιβλίο, από το οποίο όμως έλειπε το επάνω μέρος του εξωφύλλου που περιείχε το επίθετο «Βουλγαρικά» και έμεινε ο τίτλος «Δημοτικά Τραγούδια»!


Αλλά «τι χρείαν άλλων μαρτύρων έχουμε», όταν ακόμα και ο πρώην Πρωθυπουργός των Σκοπίων και αρχηγός του ισχυρού σωβινιστικού κόμματος Β.Μ.Ρ.Ο. των Σκοπίων, ο Λιούπτσο Γκεοργκίεφσκι (όπως και δεκάδες χιλιάδες άλλοι Σκοπιανοί συμπατριώτες του), σχετικά πρόσφατα, ζήτησαν και έλαβαν την βουλγαρική υπηκοότητα. Ο Γκεοργκίεφσκι μάλιστα, με δηλώσεις του στον σκοπιανό και στον βουλγαρικό Τύπο, εξεδήλωσε την πρόθεσή του να διορισθεί πρέσβυς της Βουλγαρίας στα Σκόπια, ασφαλώς μοναδική περίπτωση στα παγκόσμια χρονικά.
Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι ο ελληνομαθής Βούλγαρος ποιητής, πολιτικός και πατριώτης (πήρε μέρος σε πολλές μάχες εναντίον των Τούρκων) Πέτκο Σλαβέϊκωφ (1827-1895), υπήρξε δεδηλωμένος εχθρός του «Μακεδονισμού», με θεωρητική τεκμηρίωση και επιχειρηματολογία, που αποτυπώθηκαν κυρίως στο περίφημο άρθρο του, με τίτλο "Македонският въпрос" («Το Μακεδονικό Ζήτημα»), το οποίο δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 1871 στην εφημερίδα «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ», που εξέδιδε (1866-1872) ο ίδιος στην Κωνσταντινούπολη [18], πριν υπάρξει η επίσημη στροφή της Βουλγαρίας προς τον «Μακεδονισμό», στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω.
Είναι πάντως άξια θαυμασμού η μεθοδικότητα και η ευφυής επιλογή των στόχων της σκοπιανής προπαγανδιστικής μηχανής. Ξεκίνησαν από το γλωσσικό και βαθμιαία προχώρησαν σε πιο συγκεκριμένα ζητήματα με αποκορύφωμα την δημιουργία «κόμματος» την δεκαετία του 1980. Θυμάμαι πολύ καλά ότι μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1960 όταν με ρωτούσαν αν γνωρίζω το ιδίωμα, η ερώτηση γινόταν με την μορφή: «Ζνάεις μπουγκάρτσκι;» δηλ. «Ξέρεις βουλγάρικα;», όντας σχεδόν αυτονόητο ότι αυτό το ιδίωμα ήταν ένα είδος βουλγαρικών. Εάν η συζήτηση γινόταν στα ελληνικά το ερώτημα είχε την μορφή «Ξέρεις εντόπικα/ντόπια;». Προς τα τέλη όμως της ίδιας δεκαετίας και ιδίως από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 το ερώτημα είχε διαφοροποιηθεί πλήρως και είχε πλέον την μορφή «Ζνάεις μακεντόνσκι;» ή «Ξέρεις μακεδονικά;».
Διαπιστώνουμε λοιπόν το πόσο εύκολα υιοθετήθηκε η «μακεδονική» γλωσσική ταυτότητα σε αντίθεση με την βεβαρημένη βουλγαρική. Εξ ίσου αριστοτεχνική ήταν και η σκόπιμη σύγχυση που καλλιεργήθηκε μεταξύ εθνολογικής και γεωγραφικής καταγωγής. Έγινε λοιπόν της «μόδας» να δηλώνει κάποιος «Μακεδόνας» αόριστα, που για τους φιλοσκοπιανούς εξυπονοούσε άλλη εθνική ταυτότητα από την ελληνική και που ήταν εύκολο, όταν τα πράγματα σοβάρευαν, να δοθεί η ερμηνεία: «Εννοούσα ότι δεν είμαι Θρακιώτης ή Κρητικός». Σήμερα βέβαια δεν υπάρχει ανάγκη τέτοιων δικαιολογιών. Χάρη στα διάφορα «παρατηρητήρια» και «Συμβούλια της Ευρώπης» αν κάποιος δίγλωσσος δηλώσει Έλληνας, σε συγκεκριμένα χωριά, πάντα θα βρεθεί κάποιος να τον ειρωνευτεί μεταξύ σοβαρού και αστείου ως «γκρεκομάν» (=ελληνομανή).
Βεβαίως, όλα αυτά αγνοούνται ή ακόμα χειρότερα, παραποιούνται μονίμως από συγκεκριμένους κύκλους εθνομηδενιστών, εξέχον μέλος των οποίων είναι και ο γνωστός Τάσος Κωστόπουλος, συνεργάτης της εφηµερίδας «Ελευθεροτυπία» και του «Ιού της Κυριακής», ο οποίος δεν δίστασε να συγγράψει σχετικό βιβλίο με τον πομπώδη τίτλο: «Η απαγορευµένη γλώσσα: Κρατική καταστολή των σλαβικών διαλέκτων στην ελληνική Μακεδονία» (Αθήνα, 2000), που έσπευσε να προβάλει με επαινετική κριτική (δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Kαθηµερινή» στις 17/10/2000 με τίτλο «H γλωσσική πολιτική αφοµοίωσης των σλαβόφωνων»), ο επίσης γνωστός και μη εξαιρετέος κ. Σπύρος A. Μοσχονάς, γλωσσολόγος του Πανεπιστημίου Αθηνών!
Κλείνοντας, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε και να τονίσουμε για μια ακόμα φορά ότι το ιδίωμα των Ελλήνων γηγενών της Μακεδονίας δεν έχει καμία σχέση με την επίσημη, δήθεν «μακεδονική» γλώσσα (που κατασκευάστηκε από επιτροπή φιλολόγων, λογίων, συγγραφέων κ.λπ. με βάση την διάλεκτο της περιοχής Μοναστηρίου-Περλεπέ–Βελεσών και επιβλήθηκε με Νόμο στις 3 Μαΐου του 1945) του Σκοπιανού κράτους και η οποία εκσερβίστηκε συστηματικά, ώστε να αλλοιωθούν τα βουλγαρικά χαρακτηριστικά της. Το πρώτο υπήρξε μια βοηθητική γλώσσα που ξεκίνησε ως πίτζιν και εξελίχθηκε σε Κρεολή, ενώ η δεύτερη είναι «μια διάλεκτος εξοπλισμένη με στρατό και ναυτικό», όπως προαναφέραμε, και η οποία εξελίσσεται σε μια πλήρη γλώσσα με την στήριξη όλων των μηχανισμών του κράτους των Σκοπίων[19].

Αναμνηστική φωτογραφία της πρώτης Επιτροπής, η οποία κατασκεύασε το «μακεδονικό» αλφάβητο μεταξύ 27ης Νοεμβρίου και 4ης Δεκεμβρίου του 1944. Από αριστερά προς τα δεξιά: Vasil Iljoski, Hristo Zografov, Krum Toshev, Dare Djambaz, Venko Markovski, Mirko Pavlovski, Mihail Petrushevski, Hristo Prodanov, Georgi Kiselinov, Georgi Shoptraianov, Jovan Kostovski 



 Το Διάταγμα της 16 Μαΐου 1945 με το οποίο καθορίζεται το αλφάβητο της σκοπιανής γλώσσας. Υπογράφει ο περιβόητος Λάζαρος Κολισέφσκι. Είναι γραμμένο στην βουλγαρική διάλεκτο της περιοχής και στην βουλγαρική και όχι σερβική παραλλαγή του κυριλλικού αλφαβήτου.

Αντίστοιχη με τα γλωσσικά ήταν και η πορεία των καταπιεστικών μέτρων «εκμακεδονισμού», που εφαρμόστηκαν στον πληθυσμό της περιοχής επί Τιτοϊκού καθεστώτος. Στο βιβλίο του Hugh Poulton: Who are the Macedonians? (C. Hurst & Co. Publishers, London 2002), αναφέρονται τεκμηριωμένα οι πολυάριθμες ομαδικές δίκες, εκτελέσεις, εκτοπίσεις κ.λπ. εις βάρος των φιλοβουλγαρικών στοιχείων της περιοχής των Σκοπίων, με στόχο να αποκτήσουν «μακεδονική» συνείδηση.
Ανάλογα ήσαν τα μέτρα και εις βάρος του ελληνικού στοιχείου της περιοχής (κυρίως βλαχόφωνοι της Πελαγονίας), το οποίο εξαφανίστηκε ως δια μαγείας από τις επίσημες στατιστικές και αναφορές, υπό την ανοχή και αδιαφορία των ελληνικών κυβερνήσεων της εποχής εκείνης, οι οποίες απέφευγαν συστηματικά να δυσαρεστήσουν τον ηγέτη της Γιουγκοσλαβίας και προστατευόμενο των Αμερικάνων, «Στρατάρχη» Τίτο.
Στο σημείο αυτό αξίζει να υπενθυμίσουμε την ομολογία του τέως Προέδρου των Σκοπίων Κίρο Γκλιγκόρωφ στην τσεχική εφημερίδα Cesky Denik (10 Ιουνίου του 1993) για μειονότητα 100.000 Ελλήνων στην περιοχή των Σκοπίων [20].
Σήμερα, το ιλαροτραγικό στοιχείο της υπόθεσης, αλλά εξ ίσου επικίνδυνο (λόγω της ανάμειξης του αμερικανικού παράγοντα), συνιστούν οι αιτιάσεις κάποιων φερεφώνων των Σκοπίων, οι οποίοι θρασύτατα απαιτούν να ανοίξουν σχολεία για να διδάσκεται η Σκοπιανή γλώσσα στα παιδιά κάποιας δήθεν «μακεδονικής εθνότητας», που αποτελεί μια καταπιεζόμενη μειονότητα στην Ελλάδα! Το ανησυχητικό στην περίπτωση αυτήν είναι ότι οι πολιτικοί των Αθηνών, ανοίγουν αλληλογραφία για το θέμα αυτό με τον ελληνικής καταγωγής Σκοπιανό πρωθυπουργό Γκρουέφσκι, αντί να απαιτήσουν «εδώ και τώρα» την διεξαγωγή διεθνούς έρευνας για την τύχη των Ελλήνων της περιοχής του σημερινού κράτους των Σκοπίων.
Προσωπικά, είμαι περίεργος να διαπιστώσω ποια ακριβώς γλώσσα προτείνουν, οι υποστηρικτές και θιασώτες αυτής της πρότασης, να διδάσκεται στα «μειονοτικά» σχολεία, διότι όσον αφορά το γλωσσικό ιδίωμα που ομιλείται σε ορισμένες περιοχές παραμεθορίων Νομών της Μακεδονίας, ουδείς φαντάζομαι διανοείται να στείλει τα παιδιά του σε ένα τέτοιο σχολείο, για πολλούς και προφανείς λόγους και το όλο θέμα μάλλον αποτελεί ένα κακόγουστο αστείο. Εάν όμως οι Σκοπιανοί εννοούν την διδασκαλία της κατασκευασμένης γλώσσας τους, τότε το θράσος τους ξεπερνάει κάθε όριο. Αναρωτιέμαι, πόσοι άραγε, ακόμα και από τους φανατικότερους σκοπιανολάγνους, θα έστελναν τα παιδιά τους να μάθουν τα πρακτικώς άχρηστα Σκοπιανά (την δήθεν «Μακεδονική» γλώσσα), αντί μιας οποιασδήποτε χρήσιμης δυτικοευρωπαϊκής γλώσσας ή ακόμα και της Ρωσσικής, της Βουλγαρικής, της Σερβικής ή της Τουρκικής;
Ας σταματήσει λοιπόν αυτή η «εκ του πονηρού» συζήτηση περί «μακεδονικής» μειονότητας, που το «κακό» ελληνικό κράτος την καταπιέζει και δεν επιτρέπει στα μέλη της να μιλούν την «γλώσσα» τους. Το γλωσσικό ιδίωμα (και όχι γλώσσα) που ομιλείται σε ελάχιστες πλέον περιοχές της Μακεδονίας, αποτελεί για μας τους γηγενείς μια πολιτιστική κληρονομιά και για κάποιους άλλους Έλληνες ένα αξιοπερίεργο φαινόμενο.
Δυστυχώς, από την στιγμή που το ιδίωμα αυτό ξεπεράστηκε ιστορικά και έχασε την χρησιμότητά του, θα ακολουθήσει την τύχη όλων των αντίστοιχων βοηθητικών γλωσσών. Σε κάποια απομονωμένα χωριά ίσως εξακολουθήσει να μιλιέται για μια ή και δυο γενιές ακόμα, αλλά η κατάσταση δεν είναι αναστρέψιμη. Προσωπικά, λυπάμαι που θα χαθεί ένα πολιτιστικό στοιχείο της περιοχής, όπως λυπάμαι που γκρεμίστηκαν ένα σωρό θαυμάσια οικήματα και στην θέση τους υψώθηκαν κακόγουστες πολυκατοικίες, αλλά προβληματίζομαι συχνά αν μπορούσε να γίνει κάτι διαφορετικό. Είναι το τίμημα της εξέλιξης, της κακής εξέλιξης αν θέλετε, αλλά δεν νομίζω ότι υπήρχε εναλλακτική λύση. Το ίδιο συμβαίνει και με τα βλάχικα, τα αρβανίτικα, τα τσακώνικα και σε μικρότερο βαθμό με τα ποντιακά. Η ζωή όμως συνεχίζεται…
Δ.Ε.Ε.
Έδεσσα, Αύγουστος 2010 



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) Ausbausprache = «Aναβαθμισμένη γλώσσα» ή «Επίσημη γλώσσα». Είναι η γλώσσα, η οποία χρησιμοποιείται επίσημα στην κρατική γραφειοκρατία, στα ΜΜΕ κ.λπ. και διδάσκεται στα Σχολεία. Οι τυχόν άλλες ποικιλίες αυτής της γλώσσας, διάλεκτοι ή ιδιώματα (ντοπιολαλιές) χρησιμοποιούνται στην καθημερινή ομιλία «ανεπίσημα» σε τοπικό επίπεδο, όπως π.χ. στην Ελλάδα, τα ποντιακά, η κρητική διάλεκτος κ.λπ.
Abstandsprache = «Απομακρυσμένη γλώσσα», ονομάζεται μια γλωσσική ποικιλία, σε σχέση με μια άλλη, όταν οι δύο αυτές γλώσσες είναι τόσο διαφορετικές ώστε είναι αδύνατον η μία να θεωρηθεί διάλεκτος της άλλης: π.χ. η επίσημη Ισπανική (Καστιλιάνικη) είναι σε σχέση με την Βασκική γλώσσα «Απομακρυσμένη γλώσσα», όπως προφανώς και η Βασκική σε σχέση με την Ισπανική. Το σλαβογενές ιδίωμα των περιοχών της Κεντρικο-Δυτικής Μακεδονίας σε σχέση με τα Ελληνικά θεωρείται Abstandsprache, παρ’ όλο που δύσκολα μπορεί να καταγραφεί ως πλήρης γλώσσα.
Dachsprache = «Γλώσσα–σκεπή» κυριολεκτικά ή «γλώσσα–ομπρέλα». Είναι η γλώσσα εκείνη, που μέσα σε ένα «γλωσσικό συνεχές», χρησιμεύει ως βασική γλώσσα, ένα είδος Ausbausprache, επίσημης γλώσσας. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί η λεγόμενη «σύγχρονη επίσημη Αραβική» (Modern Standard Arabic), σε σχέση με τις διάφορες αραβικές διαλέκτους που ομιλούνται στον Αραβικό κόσμο, παρ’ όλο που κάποιες από αυτές τις διαλέκτους είναι τόσο διαφορετικές, που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν Abstandspache, όπως π.χ. η καθομιλούμενη Αραβική στην Αίγυπτο σε σχέση με την «σύγχρονη επίσημη Αραβική» ή «λογία Αραβική».

(2) Η Λίγκουα Φράγκα προέκυψε στα λιμάνια της ανατολικής Μεσογείου ως γλώσσα συναλλαγών μεταξύ εμπόρων και εμπορευομένων και ήταν ένα μίγμα Γαλλικών, Ιταλικών, Ισπανικών, Ελληνικών, Αραβικών και Tουρκικών λέξεων, με υποτυπώδη γραμματική και συντακτικό. Αργότερα ο όρος χρησιμοποιήθηκε για να υποδηλώσει μια πλήρη γλώσσα, την οποία χρησιμοποιούσαν διαφορετικοί γλωσσικά πληθυσμοί για εμπορικούς, διπλωματικούς κ.λπ. λόγους. Η Ελληνική γλώσσα ήταν η Λίγκουα Φράγκα της Μέσης Ανατολής και της Ν.Α. Ευρώπης στην διάρκεια των ελληνιστικών χρόνων, αλλά και του Βυζαντίου, ενώ αντίστοιχα, η Λατινική, της Δυτικής Ευρώπης. Η Γαλλική ήταν μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Λίγκουα Φράγκα της Διπλωματίας, για να εκτοπιστεί από την Αγγλική στην συνέχεια, η οποία έγινε σήμερα Λίγκουα Φράγκα σε πολλούς τομείς παγκοσμίως.

(3) Βλ. Λίνου Πολίτη: «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» Μ.Ι.Ε.Τ. Αθήνα 1980 – Εισαγωγή, σελ. 17 όπου αναφερόμενος στην χρήση λατινικών χαρακτήρων για την καταγραφή της ελληνικής γλώσσας επισημαίνει ότι: «…το σύστημα χρησιμοποιήθηκε και από την Παπική προπαγάνδα για τους Έλληνες Καθολικούς των νησιών (φραγκοχιώτικα)…».

(4) Η πλέον χαρακτηριστική περίπτωση Κρεολής γλώσσας (Κρεολοί ονομάζονται οι μιγάδες απόγονοι Γάλλων και αφρικανών δούλων στις Γαλλικές αποικίες του Νέου Κόσμου. Η γλώσσα τους ήταν ένα μίγμα Γαλλικής και αφρικανικών διαλέκτων) είναι η Τοκ Πίσιν (Tok Pisin), η οποία ξεκίνησε τον 19ο αιώνα ως ιδίωμα pidgin στην Παπούα–Νέα Γουϊνέα με βάση την Αγγλική και ανάμειξη ιθαγενών λέξεων (και σε μικρότερη έκταση Γερμανικών και Πορτογαλικών). Χρησιμοποιήθηκε ως Λίγκουα Φράγκα στο νησί και κατέληξε να γίνει η μητρική γλώσσα των ιθαγενών, εξελισσόμενη πλέον σε μια σύγχρονη και πλήρη γλώσσα, με την βοήθεια και την επίσημη κρατική στήριξη των κυβερνήσεων της Παπούα-Νέας Γουϊνέας. Η ονομασία Τοκ Πίσιν προέκυψε από την έκφραση tok pisin (talk pidgin) = ομιλώ πίτζιν, στο ιδίωμα αυτό. Υπενθυμίζω σχετικά, ότι οι φυλές των Παπούα, περίπου 8,5 εκατομ. σήμερα, στο τεράστιο αυτό νησί (με έκταση πάνω από 885.000 τετρ. χλμ. δηλ. υπερεξαπλάσια της Ελλάδος) στα βόρεια της Αυστραλίας, ομιλούν περίπου 750 διαφορετικές γλώσσες/διαλέκτους. Ορισμένες από τις φυλές τους υπήρξαν στο παρελθόν διαβόητοι καννίβαλοι. Το νησί είναι χωρισμένο στην μέση και το μεν ανατολικό τμήμα αποτελεί το ανεξάρτητο (από το 1975) κράτος της Παπούα-Νέας Γουϊνέας, ενώ το δυτικό τμήμα αποτελεί επαρχία της Ινδονησίας.

(5) Αξίζει να σημειωθεί ότι στα Βουλγάρικα ο Δήμαρχος μιας πόλης λέγεται кмет (κμετ), στα Σερβοκροατικά Γκραντονάτσαλνικ (=αρχηγός, επικεφαλής της πόλης) και στα Σκοπιανά, με μετάθεση του τόνου, Γκραντονατσάλνικ. Και οι δύο λέξεις είναι παντελώς άγνωστες στο τοπικό ιδίωμα του βορειοελλαδικού χώρου. Επί τουρκοκρατίας, σύμφωνα με πληροφορίες, χρησιμοποιούσαν την τουρκική λέξη μπέη (bey = κυβερνήτης, άρχοντας), μπέης ή μουχτάρης (τουρκ. muhtar = επικεφαλής).

(6) Βλ. σχετικά: «Σλαβικές εγκαταστάσεις στη μεσαιωνική Ελλάδα» της σειράς "Όψεις της Βυζαντινής Κοινωνίας - No 8", του Ιδρύματος Γουλανδρή-Χόρν (1993, επανέκδ. 2000), της Καθηγήτριας της Ιστορίας των Λαών της Χερσονήσου του Αίμου στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων (1975-1996), Μαρίας Νυσταζοπούλου - Πελεκίδου.

(7) Η δημιουργία του ιδιώματος την συγκεκριμένη αυτή περίοδο δεν είναι συμπτωματική και ερμηνεύεται εύκολα αν αναλογισθούμε τις ιστορικές και πολιτικές συγκυρίες της εποχής. Η Οθωμανική αυτοκρατορία, μετά την ήττα της κατά την Β΄ πολιορκία της Βιέννης (1683) και τις επακολουθείσασες Συνθήκες του Κάρλοβιτς (Carlowitz, σημερινό Sremski Karlovci κοντά στο Βελιγράδι) το 1699 και Πασσάροβιτς (Γερμαν. Passarowitz, σημερινό Požarevac της Σερβίας) το 1718, θα εισέλθει αμετάκλητα σε τροχιά παρακμής και εσωτερικής κατάρρευσης, με αποτέλεσμα η στυγνή καταπίεση και η τρομοκράτηση των χριστιανικών πληθυσμών να χαλαρώσουν.
Η χαριστική βολή στο κύρος της δόθηκε με την Συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή (1774) με την οποία η Ρωσσική Αυτοκρατορία απέκτησε το δικαίωμα να προστατεύει τους Χριστιανικούς πληθυσμούς σε όλη την έκταση της Οθωμανικής επικράτειας. Προϊόν αυτής της νέας κατάστασης ήταν η έναρξη επικοινωνίας μεταξύ των πληθυσμών, το εμπόριο, επαφές και κοινωνικές σχέσεις μεταξύ των κατοίκων διαφορετικών περιοχών κ.λπ. Τότε ακριβώς, στον ευρύτερο χώρο της Μακεδονίας, υπήρξε έντονη η ανάγκη ενός κοινά κατανοητού γλωσσικού οργάνου που θα διευκόλυνε όλα τα παραπάνω. Το σλαβογενές pidgin εξυπηρέτησε θαυμάσια αυτό τον σκοπό.

(8) Το περίφημο «Τετράγλωσσον Λεξικόν» του Δανιήλ Μοσχοπολίτη στην «Ρωμαϊκή» (=δημοτική Ελληνική), Βλαχική, Βουλγαρική, και Αλβανική όπου η «Βουλγαρική» αντιπροσωπεύεται από το σλαβικό ιδίωμα της Αχρίδος, κατ’ άλλους μεν μία δυτικοβουλγαρική διάλεκτο, κατ’ άλλους δε (Σκοπιανούς) μια πρώτη μορφή της «σλαβομακεδονικής». Αυτό ακριβώς το ιδίωμα ήταν που χρησιμοποιήθηκε ως γλωσσικό υπόστρωμα για την διαμόρφωση του μακεδονικού pidgin. Θα πρέπει να τονιστεί ότι ο πλήρης τίτλος του Λεξικού ήταν: “Εισαγωγική Διδασκαλία περιέχουσα Λεξικόν Τετράγλωσσον των τεσσάρων κοινών διαλέκτων, ήτοι της απλής Ρωμαϊκής, της εν Μοισία Βλαχικής, της Βουλγαρικής και της Αλβανιτικής (sic)”, όπου διαπιστώνουμε ότι το σλαβικό ιδίωμα της περιοχής αντιμετωπίζεται ως διάλεκτος της Βουλγαρικής και όχι βέβαια κάποιας άγνωστης «Μακεδονικής». Το έργο γράφτηκε και ίσως εκδόθηκε αρχικά στην φημισμένη Μοσχόπολη, στην σημερινή Αλβανία, πιθανόν το 1764 ή λίγο αργότερα, ως «Εισαγωγική Διδασκαλία» — της νεοελληνικής — και ακολούθησε η επανέκδοσή του με τριπλάσια ύλη στην Βιέννη ή σύμφωνα με άλλες πηγές στην Βενετία, στην οποία προστέθηκε το εν λόγω Λεξικό και το συνολικό έργο επανεκδόθηκε το 1802, πιθανότατα στην Κωνσταντινούπολη. Βλ. σχετικά Τρύφων Ε. Ευαγγελίδης: Η παιδεία επί Τουρκοκρατίας – Ελληνικά σχολεία από της Αλώσεως μέχρι Καποδιστρίου, τ. Β΄, Αθήναι 1936 σελ. 341-342.


(9) Η σύγχρονη Βουλγαρική γλώσσα διακρίνεται διαλεκτολογικά σε δύο, κατά βάση, μεγάλες ομάδες διαλέκτων, τις Ανατολικές και τις Δυτικές, αλλά υπάρχει και μια μικρή Ομάδα ιδιωμάτων, η Βορειοανατολική. Ένα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία διάκρισης μεταξύ των Βουλγαρικών διαλέκτων είναι η προφορά ενός συγκεκριμένου φωνήεντος, το οποίο είναι γνωστό ως «πριμενλίβο Я (μεταβλητό για)» και το οποίο προέρχεται από την εξέλιξη ενός αρχαιοβουλγαρικού φθόγγου. Ο φθόγγος αυτός, στο παλιό κυριλλικό αλφάβητο αποτυπωνόταν με το γράμμα Ѣ, το γιατ (ЯТЬ), όπως ονομαζόταν στην αρχαία βουλγαρική ή ε-τβόϊνο (Е-ДВОЙНО δηλ. διπλό ε), στην νεοβουλγαρική και καταργήθηκε με την μεταρρύθμιση του 1945. Στις Δυτικές βουλγαρικές διαλέκτους, το «μεταβλητό για» προφέρεται πάντοτε ως ε (το ελληνικό έψιλον), π.χ. БЕЛ (μπελ = λευκός, άσπρος – ενικός αριθμός) – БЕЛИ (μπέλι = λευκοί, άσπροι – πληθ. αριθμός), ενώ στις Ανατολικές ως για (БЯЛ – БЯЛИ, μπιαλ – μπιάλι). Στα Βορειοανατολικά ιδιώματα, τέλος, το «μεταβλητό για» προφέρεται σύμφωνα με τους κανόνες της λογίας βουλγαρικής γλώσσας, δηλαδή μεταβάλλεται ανάλογα με τις μορφολογικές αλλαγές της λέξης (БЯЛ – БЕЛИ, μπιαλ – μπέλι). Έτσι π.χ. την λέξη ХЛЯБ (χλιάμπ = ψωμί), στην ανατολική μεν Βουλγαρία προφέρουν «χλιάπ», ενώ στην δυτική «χλέπ» και στο τοπικό ιδίωμα της Μακεδονίας «λεπ».

(10) Βλ. σχετικά την ανεκτίμητη καταγραφή, που περιλαμβάνεται στην εργασία του αείμνηστου Εδεσσαίου διδάσκαλου Γεωργίου Δ. Γεωργιάδη, με τίτλο: «Το μιξόγλωσσον εν Μακεδονία ιδίωμα» – Έδεσσα, 1948.

(11) Βλ. Γλωσσικές παραχαράξεις : Η «Μακεδονική» των Σκοπίων και τα περί σλαβομακεδονικής μειονότητας του Καθηγητή Γεωργίου Μπαμπινιώτη εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ -   3 Αυγ 2008 σελ. Β16

(12) Για παράδειγμα, οι τρεις συζυγίες του ρήματος (στην επίσημη βουλγαρική γλώσσα), συγχωνεύθηκαν σε μία, χάθηκαν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της βουλγαρικής (π.χ. ο αριθμητικός τύπος-μπρόϊνα φόρμα), επήλθαν φωνητικές απλοποιήσεις κ.λπ.

(13) Βλ. για παράδειγμα σχετικές αναφορές στο κλασσικό έργο του ανθρωπολόγου Άρη Ν. Πουλιανού: «Η προέλευση των Ελλήνων» Αθήνα 1968. Στην εθνογενετική αυτή έρευνα ο Άρης Πουλιανός τονίζει ότι «…πολλοί Βλάχοι του Μπούφι και της Κεντρικής Μακεδονίας, που τώρα τελευταία άρχισαν να μιλάνε σλάβικα ή που η διάλεκτός τους έχει επηρεαστεί από τη σλάβικη, όπως σε μερικά χωριά του Καϊμακτσαλάν, παραδέχονται ότι οι πρόγονοί τους σε παλιότερες εποχές μιλούσαν μόνο βλάχικα…».

(14) Αυτά τα τραγούδια που κυκλοφορούν σήμερα είναι κατά 90% σκοπιανά μεταπολεμικά κατασκευάσματα και τα οποία «λανσάρονται» ως Makedonski narodni pesni, δηλ. ως «Μακεδονικά» δημοτικά (σε ακριβή μετάφραση «λαϊκά») τραγούδια. Οφείλω να σημειώσω ότι προ ετών, Έλληνες πανεπιστημιακοί «ερευνητές», αγνοώντας σχεδόν τα πάντα για την προϊστορία του προβλήματος, ηχογράφησαν κάποια από αυτά, πιστεύοντας ότι συλλέγουν σπάνιο λαογραφικό υλικό! Όσο για τα πολύ της μόδας τελευταίως «χάλκινα», είναι μια άλλη ενδιαφέρουσα ιστορία, που αξίζει να ασχοληθούν κάποιοι ειδικότεροι από εμένα, για την προέλευσή τους και την διάδοσή τους στον χώρο της δυτικής και κεντρικής Μακεδονίας.

(15) Βλ. λεπτομέρειες στην προαναφερθείσα εργασία «Το μιξόγλωσσον…» ό.π. σελ. 12-16.

(16) Η σύγχρονη βουλγαρική ιστοριογραφία αντιμετωπίζει όσους "Μακεδόνες Σλάβους" έθεσαν το ζήτημα της χωριστής (από την βουλγαρική και σερβική) "σλαβικής μακεδονικής" εθνότητας, ως "όργανα του Μακεδονισμού της σερβικής εθνικής προπαγάνδας". Υποστηρίζει μάλιστα ότι η σερβική προπαγάνδα υιοθέτησε ως τακτική κατά την περίοδο 1870-1890 τον Μακεδονισμό για να καλλιεργήσει στους Βουλγάρους της Μακεδονίας την διάθεση απόσχισης από τον βουλγαρικό εθνικό κορμό και κυρίως να τους απομακρύνει από την βουλγαρική γλώσσα, εκκλησία και εκπαίδευση [Υπενθυμίζουμε ότι στις 28 Φεβρουαρίου 1870 ο Σουλτάνος αναγνώρισε με επίσημο φιρμάνι (τουρκ. ferman = Αυτοκρατορικό Διάταγμα) ως ανεξάρτητη την βουλγαρική Εξαρχία από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, το οποίο αντιδρώντας, κήρυξε το 1872 την αυτοκέφαλη πλέον βουλγαρική εκκλησία ως σχισματική). Οι Βούλγαροι ιστορικοί θεωρούν ότι ο Μακεδονισμός υπήρξε δημιούργημα σερβικών επιστημονικών κύκλων και ιδίως του Σέρβου πολιτικού, αλλά και διακεκριμένου λογίου, με ιστορικά και φιλολογικά ενδιαφέροντα, του Στόγιαν Νοβάκοβιτς (Stojan Novaković, 1842-1915), ο οποίος διετέλεσε δύο φορές Πρωθυπουργός του Βασιλείου της Σερβίας. Επισημαίνουν ακόμα ότι η επινόηση της ιδέας του "μακεδονικού έθνους" και η καλλιέργειά της στον σλαβικό πληθυσμό της Μακεδονίας είχε ως σκοπό να εξυπηρετήσει τα σχέδια της "μεγαλοσερβικής" πολιτικής για διείσδυση στον νότο και έξοδο στο Αιγαίο, αφού θα οδηγούσε στην απομάκρυνση της βουλγαρικής επιρροής από τους Σλάβους της Μακεδονίας και στην απόσχισή τους από τον βουλγαρικό εθνικό κορμό.

(17) Βλ. σχετική αναφορά στην μονογραφία (δυστυχώς εξαντλημένη στα ελληνικά): “Anthony-Emil N. Tachiaos: The Bulgarian National Awakening and its Spread into Macedonia” Society for Macedonian Studies, Thessaloniki 1990, p. 38, όπου γενικότερα καταγράφονται εξαιρετικά ενδιαφέροντα στοιχεία για την περίπτωση των αδελφών Μιλαντίνωφ στις σελ. 27-39.

(18) Ο Σλαβέϊκωφ είχε διαγνώσει τον κίνδυνο η γλωσσική διένεξη, από την επίδραση εξωτερικών παραγόντων, να εξελιχθεί σε μια γενικότερη αντιπαράθεση ενός σλαβομακεδονισμού με τη βουλγαρική εθνική ιδέα. Αναμφισβήτητα γνώριζε τις τάσεις της σερβικής πολιτικής μετά το 1868, καθώς σερβικά βιβλία άρχισαν να διοχετεύονται στη Μακεδονία. Χαρακτήριζε τον σλαβομακεδονισμό ως ανερμάτιστο και ανιστόρητο:
[…Έχουμε ακούσει πολλές φορές από τους Μακεδονιστές ότι δεν είναι Βούλγαροι, αλλά Μακεδόνες, απόγονοι των Αρχαίων Μακεδόνων, και εμείς πάντοτε περιμένουμε να ακούσουμε κάποιες αποδείξεις γι’ αυτό, αλλά ποτέ δεν τις ακούσαμε. Οι Μακεδονιστές ποτέ δεν μας επέδειξαν τις βάσεις για την στάση τους. Επιμένουν στην Μακεδονική καταγωγή τους, την οποία δεν μπορούν να αποδείξουν με κάποιον ικανοποιητικό τρόπο. Έχουμε διαβάσει στην Ιστορία ότι στην Μακεδονία υπήρχε ένα μικρό έθνος – οι Μακεδόνες, αλλά πουθενά δεν βρίσκουμε σ’ αυτήν τι ήσαν αυτοί οι Μακεδόνες, ούτε από ποιο φύλο κατάγονταν και οι λίγες μακεδονικές λέξεις, που διασώθηκαν από κάποιους (αρχαίους) Έλληνες συγγραφείς, απορρίπτουν αυτήν την πιθανότητα. Επί πλέον, μετά την υποταγή της Μακεδονίας στους Ρωμαίους, δεν υπάρχει πια ανάμνηση αυτών των Μακεδόνων. Μπορούμε να βρούμε στις περιοχές τους όλα τα είδη των άλλων εθνών, εκτός από Μακεδόνες, που μόνον αυτούς δεν βρίσκουμε…].
Петко Славейков “Македония” 18.Ι.1871
(Πέτκο Σλαβέϊκωφ, εφημ. «Μακεδονία» 18.Ι.1871)
Αξίζει να παρουσιάσουμε στο σημείο αυτό την ανακεφαλαίωση από τον Σλαβέϊκωφ των επιχειρημάτων των «Μακεδονιστών», τα οποία χρησιμοποιούσαν για την διάκριση «Μακεδόνων» και Βουλγάρων [βλ. σχετικά στο συλλογικό έργο: “The new Macedonian Question” σελ. 57 – James Pettifer (edit.), “Palgrave” 2001]:
α. Απόγονοι των αρχαίων Μακεδόνων
β. Καθαρόαιμοι Σλάβοι σε αντίθεση με τους ταταρικής καταγωγής Βούλγαρους
γ. Οι «μακεδονικές» διάλεκτοι διαφέρουν από εκείνες της «Άνω Βουλγαρίας»
δ. Οι «Μακεδόνες» είναι δυσαρεστημένοι από την κυριαρχία των «Ανωβουλγάρων» (sic) και της γλώσσας τους
ε. Επιθυμούν να αναβαθμίσουν την «τοπική μακεδονική διάλεκτο» σε φιλολογική (καλλιεργημένη) γλώσσα
στ. Επιθυμούν να αποχωριστούν εκκλησιαστικά από την Βουλγαρική Εξαρχία και να παλινορθώσουν την Αρχιεπισκοπή Αχρίδος σε ξεχωριστή «μακεδονική» Εκκλησία.
Παρατηρούμε ότι τα «επιχειρήματα» αυτά παραμένουν σχεδόν αναλλοίωτα και τα επικαλούνται σήμερα οι Σκοπιανοί ιθύνοντες. Το αξιοπερίεργο βέβαια με αυτούς τους ισχυρισμούς είναι το πώς μπορεί να συμβιβαστεί η καταγωγή από τους αρχαίους Μακεδόνες με τον ισχυρισμό ότι είναι «καθαρόαιμοι» Σλάβοι. Προφανώς, το έργο αυτό θα αναλάβουν τα ποικίλα «Πανεπιστήμια» και «Ινστιτούτα», που χρηματοδοτεί αφειδώς ο γνωστός «φιλάνθρωπος» Τζώρτζ Σόρος.

[19] Για να μη παραμείνουμε μόνον στο θεωρητικό επίπεδο, πιστεύουμε ότι επιβάλλεται να δοθούν μερικά παραδείγματα:
α. Το βασικό (από άποψη χρηστικότητας) ρήμα ομιλώ, στο βορειοελλαδικό pidgin (τα εντόπια ή εντόπικα) της περιοχής γύρω από την Έδεσσα, είναι λάφαμ. Στα βουλγαρικά είναι говоря (govorja, γκοβόρια) και στην κατασκευασμένη γλώσσα των Σκοπίων zboruvam (ζμπορούβαμ). Στα εντόπικα όμως το ρήμα ζμπορούβαμ σημαίνει μουρμουρίζω [βλ. την έκφραση: «Σιο ζμπορούβις μαρί νιβέστα!» (=τι μουρμουρίζεις βρε νύφη!), μια παρατήρηση-επίπληξη που απευθύνει ο πεθερός στην νύφη του, που θυμωμένη από το μάλωμα του πεθερού, του πατριάρχη της οικογένειας και ανώτατης εξουσίας στο σπίτι, πηγαίνει στον νεροχύτη και μονολογεί]. Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν τις παρεξηγήσεις που μπορούν να προκύψουν από την συνομιλία μεταξύ ενός Σκοπιανού και ενός δίγλωσσου Μακεδόνα Έλληνα.
β. Στα βουλγαρικά το ρήμα λέγω είναι казвам (kazvam, κάζβαμ), στα σκοπιανά kazuvam, με παχύτερο ζ (γι’ αυτό χρησιμοποιούνται διαφορετικά κυριλλικά γράμματα, που αποδίδουν αυτήν την διαφορά, το З οι Βούλγαροι, το Ж οι Σκοπιανοί) και στα εντόπικα καζιούβαμ. Η τυποποιημένη έκφραση «ονομάζομαι (π.χ.) Χρήστος» στα βουλγαρικά είναι se kazvam Kristo, αλλά στα σκοπιανά είναι se vikam Kristo, η οποία στα βουλγαρικά σημαίνει κατά λέξη «με φωνάζουν Χρήστο». Η ίδια έκφραση χρησιμοποιείται και στα εντόπικα, όπου όμως το ρήμα βίκαμ, έχει και την έννοια του «ουρλιάζω» [πρβ. την έκφραση «σιό τσίκας, βίκας» (=τι τσιρίζεις και ουρλιάζεις), που χρησιμοποιείται επιτιμητικά σε κάποιον που κάνει φασαρία για κάτι το ασήμαντο].
γ. Στα εντόπικα το ευχαριστώ είναι «σπολάτι/σπουλάϊτι», από παραφθορά του «εις πολλά τα έτη». Στα βουλγαρικά είναι благодаря (μπλαγκονταριά) και στα σκοπιανά благодари (μπλαγκοντάρι). Το επίρρημα/επίθετο καλά/καλό στα εντόπικα είναι «άρνου/άρνο», ενώ στα βουλγαρικά добре/ добър (ντομπρέ/ντόμπ'ρ) και στα σκοπιανά добро/ добар (ντόμπρο/ντόμπαρ).
δ. Το ποντίκι στα εντόπικα είναι μις (με παχύ σ), στα βουλγαρικά мишка (miska, μίσκα, ομοίως με παχύ σ) και στα σκοπιανά glusets (γκλούσετς)! Καμία σχέση!
ε. Η φράουλα (ή το φράουλο, όπως λέγεται σε κάποιες περιοχές του ελλαδικού χώρου), στα σέρβικα, βουλγάρικα και στα σκοπιανά (αλλά και στις περισσότερες σλαβικές γλώσσες) ονομάζεται Ягода (jagoda, γιάγκοντα). Στα εντόπικα της περιοχής γύρω από την Έδεσσα λέγεται πλανούσκα, πλαϊνούσκα, αλλά υπάρχει και η παραλλαγή πλανούτκα (χωρ. Καρυδιά), σχετιζόμενο προφανώς με την λέξη πλανίνα=βουνό, αναφερόμενη μάλλον στις αγριοφράουλες.
στ. Οι καρποί της κερασιάς, που καλλιεργείται ευρύτατα στην περιοχή του ορεινού όγκου βορείως της Έδεσσας, τα κεράσια, ονομάζονται τσιρέσι,τσιαρέσι, αλλά και στρέσι, ενώ στα βουλγαρικά είναι черéша, -и (πληθ. τσερέσι, με παχύ τσ και σ) και στα σκοπιανά Цреши  (τσρέσι, μόνο το σ παχύ).
ε. Κλείνω με ένα ακόμα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Τα λουκάνικα στην βουλγαρικά λέγονται колбаси (kolbasi, κολμπάσι), στα σκοπιανά mala salama, suzuk [κατά λέξη «μικρό σαλάμι» (!) και σουτζούκι] και στα εντόπικα καλαμπάσι. Στην περιοχή της Άρνισσας όμως λέγονται λουκάνσκι (!).

Παρατηρούμε με λίγα λόγια, όχι μόνον την παραφθορά των αρχικών σλαβικών λέξεων, αλλά και την διαφορετική φθογγολογική και εννοιολογική εξέλιξη, που επαναλαμβάνεται σε πλήθος άλλων περιπτώσεων και που μας επιτρέπει να πάρουμε μια αμυδρή ιδέα για το πως προέκυψε αυτό το ιδίωμα και διαδόθηκε τόσο εύκολα σε αλλόφωνους πληθυσμούς (ελληνόφωνους, βλαχόφωνους, αλβανόφωνους, γύφτους κλπ) της ευρύτερης Μακεδονίας επί Οθωμανών.

Βοηθήματα
Ελληνο-Βουλγαρικό και Βουλγαρο-Ελληνικό Λεξικό Gaberoff, 2004
Βάσκου Καρατζά: Σύγχρονο Ελληνο-Μακεδονικό Λεξικό, 2008
Ιωάννου Θ. Λαμψίδη: Γραμματική της Βουλγαρικής γλώσσας, ΙΜΧΑ 1981

[20][Gligorov]: [...] Στα Βαλκάνια σήμερα ο καθένας συναγωνίζεται τους αριθμούς και το δικό τους έθνος το παρουσιάζουν ως το μεγαλύτερο. Οι Έλληνες δηλώνουν πως ζουν εδώ 250,000 Έλληνες ενώ από τις στατιστικές όμως, είναι μόνον 100,000. Υποτίθεται υπάρχουν μεταξύ 700,000 και 1,000,000 Αλβανών εδώ. Οι Σέρβοι αναφέρουν είναι 250,000 και 300,000, όμως η πρόσφατη απογραφή έδειξε, εν τούτοις, πως ο αριθμός τους δεν ξεπερνά τις 43,000...
Πηγή: http://history-of-macedonia.com/wordpress/2010/05/18/gligorov-cesky-denik-meionotita-100000-ellines-skopia/

Χάρτης 1
(Σερβική εκδοχή - Κατά τον Σέρβο φιλόλογο Aleksandar Belic 1914)
Σερβική εκδοχή

Χάρτης 2
(Βουλγαρική εκδοχή)

Histoire et Géographie - Atlas Général Vidal-Lablache, Librairie Armand Colin, Paris, 1898.
Henry Robert Wilkinson published in 1951 the work Maps and politics: a review of the ethnographic cartography of Macedonia where he stated that this ethnic map, as most ethnic maps of that time, contained a pro-Bulgarian ethnographic view of Macedonia.


Χάρτης 3
(Σκοπιανή εκδοχή, που συνιστά μια γλωσσολογική απιθανότητα)

ΔΕΕ


Αρχαία Μακεδονία

Αρχαία Μακεδονία