Σάββατο 3 Μαΐου 2014

Η Μακεδονία την περίοδο 1025-1430



Η Μακεδονία από 1025 έως το 1430
Αλκμήνη Σταυρίδου-Ζαφράκα

Η Μακεδονία από το 1025 έως το 1204
Η κρίση του ΙΑ΄ αιώνος
Ο θάνατος του Βασιλείου Β΄, τον Δεκέμβριο του 1025, του αυτοκράτορος που δαπάνησε σαράντα δύο χρόνια από τα πενήντα της βασιλείας του σε πολέμους εναντίον των Βουλγάρων του Σαμουήλ -εξ ου και η προσωνυμία του ως «Βουλγαροκτόνου»- στάθηκε μία καμπή στην ιστορία του Βυζαντίου. Η αυτοκρατορία είχε φθάσει στη μεγαλύτερή της έκταση και ακμή και η εξουσία της αποκαταστάθηκε στη Βαλκανική έως την Αδριατική και τον Δούναβη.
Την στιβαρή όμως ηγεσία του Βασιλείου διαδέχθηκε μία σειρά από ανίκανους αυτοκράτορες που, περιχαρακωμένοι στα τείχη της Βασιλευούσης, εθελοτυφλούν και επιδίδονται σε απολαύσεις και την ικανοποίηση προσωπικών φιλοδοξιών, σε άσκοπες οικοδομικές δραστηριότητες, σε απηνή φορολόγηση των καταπονημένων από τους συνεχείς πολέμους αγροτικών πληθυσμών, ανίκανοι να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τους εξωτερικούς εχθρούς. Ανατρέπεται η πολιτική του Βασιλείου του Β΄ κατά των μεγαλογαιοκτημόνων και καταστρέφονται οι μικροκαλλιεργητές, ενώ την θέση των θεματικών στρατιωτών παίρνουν ξένα μισθοφορικά στρατεύματα, λόγω και της νέας τακτικής του πολέμου. Έκδηλη είναι, επίσης, η ηθική κρίση του πνευματικού κόσμου.
Εσωτερικοί και εξωτερικοί παράγοντες θα οδηγήσουν την αυτοκρατορία στην κρίση του ΙΑ΄ αιώνος και οι μεταβολές στην κοινωνική και στρατιωτική συγκρότηση θα προοιωνήσουν την φθίνουσα πορεία του Βυζαντίου τους επόμενους αιώνες.
Οι συνέπειες της πολιτικής των ιθυνόντων και των γραφειοκρατικών κύκλων της πρωτευούσης δεν άργησαν να εκδηλωθούν, είτε ως στασιαστικά κινήματα φιλόδοξων και αγανακτισμένων στρατηγών είτε ως επαναστάσεις αγροτικών πληθυσμών -Ελλήνων και ξένων- κατά της ταμιευτικής πολιτικής του κράτους, με ιδιαίτερες επιπτώσεις και στον χώρο της Μακεδονίας.
Μία από τις πιο επικίνδυνες συνέπειες υπήρξε η Βουλγαρική Επανάσταση του 1040. Αντίθετα προς την διορατική πολιτική του Βασιλείου του Β΄, ο οποίος είχε διατηρήσει τον φόρο σε είδος των αγροτικών πληθυσμών που ίσχυε και επί Σαμουήλ, ο αδελφός του Αυτοκράτορος Μιχαήλ του Δ΄ (1034-1041) Ιωάννης ο Ορφανοτρόφος, άνθρωπος ιδιοτελής και άπληστος που επινοούσε διαρκώς νέους φόρους, απαίτησε τους φόρους σε χρήμα. Επιπλέον, μετά τον θάνατο του Βούλγαρου αρχιεπισκόπου Βουλγαρίας (Αχρίδος), διόρισε στη θέση του τον ελληνικής καταγωγής Χαρτοφύλακα της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως, Λέοντα. Το 1040 ο Πέτρος Δολεάνος, που εμφανίσθηκε ως εγγονός του Σαμουήλ, κήρυξε στο Βελιγράδι επανάσταση κατά του Βυζαντίου, ενώ κατέβηκε νοτιότερα προς τη Ναϊσό και τα Σκόπια σκορπίζοντας τον θάνατο και την ερήμωση. Ο Αυτοκράτωρ Μιχαήλ ο Δ΄, που βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη για να προσκυνήσει τον τάφο του Αγίου Δημητρίου καθώς έπασχε από επιληψία, επέστρεψε εσπευσμένα στην Κωνσταντινούπολη. Ο Δολεάνος δεν κατευθύνθηκε εναντίον της Θεσσαλονίκης, προφανώς λόγω της οχυρώσεώς της. Ένας στρατηγός του όμως κατέλαβε το Δυρράχιο, ενώ άλλο τμήμα του στρατού του κατέβηκε προς τα νότια και κατέλαβε πρόσκαιρα την Δημητριάδα, ενώ συνάντησε σφοδρή αντίσταση στη Θήβα. Τελείως όμως απροσδόκητα στο Κίνημα του Δολεάνου προσχώρησαν οι κάτοικοι του Θέματος Νικοπόλεως στην Ήπειρο (εκτός από τη Ναύπακτο), όχι τόσο από συμπάθεια προς τον Βούλγαρο στασιαστή όσο γιατί ήταν αγανακτισμένοι από την βαριά φορολογία και την καταπίεση του υπευθύνου της εισπράξεως των φόρων, που είχε σταλεί από την Κωνσταντινούπολη.
Η Επανάσταση του Δολεάνου έλαβε άλλη τροπή, όταν εμφανίσθηκε στο προσκήνιο ο Αλουσιάνος, ανεψιός του Σαμουήλ, που είχε χρηματίσει πατρίκιος και στρατηγός Θεοδοσιουπόλεως στη Μικρά Ασία, κατηγορήθηκε όμως άδικα για προδοσία, φυλακίσθηκε και ο Ορφανοτρόφος του ζητούσε ένα υπέρογκο ποσό για να τον ελευθερώσει. Τελικά, ο Αλουσιάνος κατόρθωσε να διαφύγει από την Κωνσταντινούπολη και ήλθε στη Μακεδονία. Συνάντησε τον Δολεάνο στον Οστροβό, στη Δυτική Μακεδονία, ο οποίος, από φόβο μήπως οι Βούλγαροι προσχωρήσουν στον Αλουσιάνο, τον ονόμασε συμβασιλέα και του ανέθεσε μάλιστα να καταλάβει την Θεσσαλονίκη. Ο Αλουσιάνος με 40.000 στρατό πολιόρκησε την πόλη, η οποία αντέταξε σθεναρή άμυνα. Ύστερα από έξι ημέρες πολιορκίας οι Θεσσαλονικείς, μετά από ολονύκτια δέηση στο Ναό του πολιούχου Αγίου Δημητρίου, επιχείρησαν έξοδο «τουμάρτυρος προομαλίζοντος» και κατετρόπωσαν τους εχθρούς. Μάλιστα, πολλοί Βούλγαροι αιχμάλωτοι έλεγαν ότι είχαν δει «νεανίαν έφιππον… προηγούμενον της ρωμαϊκής φάλαγγος». Ο Αλουσιάνος μετά την ήττα του, φοβούμενος μήπως κατηγορηθεί από τον Δολεάνο για προδοσία, παρέσυρε τον Δολεάνο και τον τύφλωσε και στη συνέχεια κατέφυγε στον αυτοκράτορα, στη Μοσυνόπολη της Θράκης. Σε αντάλλαγμα, έλαβε τον τιμητικό τίτλο του μαγίστρου. Ο Μιχαήλ έφθασε στη Θεσσαλονίκη και εξεστράτευσε εναντίον των Βουλγάρων ως τον Πρίλαπο, συνέλαβε τον στρατηγό τους Ιβάτζη και αφού αποκατέστησε την τάξη στη Μακεδονία, επέστρεψε μαζί με τον Δολεάνο και τον Ιβάτζη στη Βασιλεύουσα, όπου ετέλεσε θρίαμβο στον ιππόδρομο.
Τα πράγματα όμως χειροτέρευσαν για το Βυζάντιο, όταν στον θρόνο ανέβηκε ο Κωνσταντίνος Θ΄ ο Μονομάχος (1042-1055). Όπως γράφει ο ιστορικός Ιωάννης Σκυλίτζης, «εξ εκείνου τουβασιλέως καί τηςεκείνου ασωτίας… τά Ρωμαίων ήρξατο φθίνειν πράγματα». Τον Οκτώβριο του 1042 ο ικανότατος Στρατηγός Γεώργιος Μανιάκης, που είχε σημειώσει λαμπρές νίκες εναντίον των Αράβων και των Φράγκων στην Ιταλία και τη Σικελία, όταν ανακλήθηκε από τον αυτοκράτορα, φοβούμενος για την ζωή του, ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας και πέρασε με τον στρατό του στο Δυρράχιο. καθ' οδόν όμως προς την Κωνσταντινούπολη, σε μάχη που έγινε κοντά στην Αμφίπολη με τα αυτοκρατορικά στρατεύματα, δέχθηκε θανατηφόρο κτύπημα και ο στρατός του διαλύθηκε.
Μετά την ανταρσία και την αποχώρηση από την Ιταλία του Γεωργίου Μανιάκη, βρήκαν πρόσφορο έδαφος οι Νορμανδοί, που μετά από επιδρομές εγκαταστάθηκαν στην Κάτω Ιταλία, ενώ μία σύμπραξη του Βυζαντίου με τον Πάπα κατά του κοινού αυτού εχθρού στην Ιταλία δεν κατέστη δυνατή, εξαιτίας του σχίσματος που εκδηλώθηκε το 1054 μεταξύ της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως και του Πάπα.
Και ενώ πύκνωναν οι απειλές από εξωτερικούς εχθρούς, τους Ούγγρους και τους Πετσενέγους από το Βορρά, τους Σελτζούκους Τούρκους στην Ανατολή και τους Νορμανδούς στη Δύση, οι αυτοκράτορες, ανίκανοι να αντιληφθούν τους σοβαρούς κινδύνους και να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα, προσπαθούσαν με δωροδοκίες των βαρβάρων αρχηγών να απομακρύνουν τον κίνδυνο, παραμελώντας τον στρατό. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της δυνάμεως των εχθρών, την έλλειψη προστασίας των επαρχιακών πληθυσμών και την αποξένωσή τους από την πρωτεύουσα.
Το 1064 οι Ούγγροι κατέλαβαν το Βελιγράδι, ενώ οι Πετσενέγοι και οι Ούζοι πέρασαν τον Δούναβη. Οι Ούζοι επιδρομείς, περίπου 600.000 (αριθμός οπωσδήποτε υπερβολικός), κατενίκησαν στη Βόρεια Θράκη τους Βουλγάρους και τους Βυζαντινούς και έφθασαν έως την Θεσσαλονίκη και την Κεντρική Ελλάδα, αναγκάσθηκαν όμως να υποχωρήσουν στις εστίες τους λόγω του χειμώνος, ενώ επιδημία που ενέσκηψε, τους αποδεκάτισε. Όσοι επέζησαν, προσχώρησαν στους Βυζαντινούς και τους δόθηκαν γαίες για καλλιέργεια στη Βόρεια Θράκη.
Λίγα χρόνια αργότερα, το 1071, η τραγική ήττα του Αυτοκράτορος Ρωμανού Δ΄ Διογένη στο Ματζικέρτ από τους Σελτζούκους του Αλπ-αρσλάν άφησε ελεύθερο το πεδίο για την εξάπλωση των Σελτζούκων στη Μικρά Ασία, ενώ στη Δύση οι Νορμανδοί του Ροβέρτου Γυισκάρδου κατέλαβαν το Μπάρι, την τελευταία βυζαντινή πόλη στην Κάτω Ιταλία. Στη Βαλκανική, μετά βίας καταστέλλονται επαναστάσεις Κροατών, Σέρβων και Βουλγάρων, ενώ οι Πετσενέγοι και οι Ούγγροι συνεχίζουν τις καταστροφικές επιδρομές τους. Η οικονομική κρίση επί Μιχαήλ Ζ΄ Παραπινάκη εξαιτίας των οικονομικών μέτρων του ευνούχου Νικηφορίτζη και η εισαγωγή του κρατικού μονοπωλίου του σιταριού οδηγεί σε απόγνωση τους πληθυσμούς από την ακρίβεια. Εκδηλώνονται στασιαστικά κινήματα, όπως του Στρατηγού του Δυρραχίου Νικηφόρου Βρυέννιου, που διά της Εγνατίας Οδού έφθασε στην πατρίδα του την Αδριανούπολη, όπου ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας τον Νοέμβριο του 1077 και του Στρατηγού Νικηφόρου Βοτανειάτη στην Ανατολή που, έχοντας υποστηρικτές και μέσα στην Κωνσταντινούπολη, κατέλαβε τον θρόνο.
Στο Δυρράχιο όμως στασίασε και ο Δούκας του Δυρραχίου, που διαδέχθηκε τον Νικηφόρο Βρυέννιο, ο Νικηφόρος Βασιλάκιος. Συγκέντρωσε στρατό από Έλληνες, Φράγκους, Βαράγγους, Βουλγάρους και Αρβανίτες και έφθασε στην Αχρίδα, όπου ήθελε να αναγορευθεί αυτοκράτωρ. εμποδίσθηκε όμως από τον αρχιεπίσκοπο Αχρίδος. Όταν έφθασε στη Θεσσαλονίκη και πληροφορήθηκε την ανάρρηση στον θρόνο του Νικηφόρου Γ΄ Βοτανειάτη (1078-1081), έστειλε προς τον αυτοκράτορα γράμματα, με τα οποία δήλωνε την πίστη του στον νέο αυτοκράτορα, συγχρόνως όμως ήλθε σε συνεννοήσεις με τους Πετσενέγους. Ο αυτοκράτορας, παρόλο που γνώριζε τις κινήσεις του, για να τον καθησυχάσει του έστειλε χρυσόβουλλο γράμμα και του απένειμε τον τίτλο του νωβελισσίμου. Ο ίδιος όμως δεν μετέβαλε τα σχέδιά του. Εναντίον του στάλθηκε ο Στρατηγός Αλέξιος Κομνηνός, που νίκησε τη Φρουρά του Βασιλάκιου στο Περιθεώριον (σημερινό Πόρτο-Λάγος) και στρατοπέδευσε έξω από την Θεσσαλονίκη, κοντά στον Αξιό. Ο Βασιλάκιος επιτέθηκε τη νύχτα, το σχέδιό του όμως είχε προδοθεί κι έτσι αναγκάσθηκε να καταφύγει στην ακρόπολη της Θεσσαλονίκης. Ο Αλέξιος, με τη σύμπραξη των Θεσσαλονικέων, τον συνέλαβε και τον έστειλε δέσμιο στην Κωνσταντινούπολη.
Η εσωτερική όμως κατάσταση της αυτοκρατορίας ολοένα χειροτέρευε. Η απώλεια του μεγαλυτέρου μέρους της Μικράς Ασίας στέρησε την αυτοκρατορία από φόρους ενώ δυσχέρειες αντιμετώπιζαν και οι δυτικές επαρχίες, με αποτέλεσμα να παρατηρηθεί μεγάλη έλλειψη χρημάτων στα ταμεία του κράτους. Τότε, ο αυτοκράτορας προχώρησε στην κιβδήλευση του νομίσματος: «των χρημάτων εκλελοιπότων τό νόμισμα εκεκιβδήλευτο», γράφει βυζαντινός ιστορικός. Έτσι ο σόλιδος, το χρυσό νόμισμα που είχε εισαγάγει ο Μέγας Κωνσταντίνος και που είχε διατηρήσει την αξία του επί τόσους αιώνες, νοθεύτηκε στα χρόνια του Νικηφόρου Γ΄ Βοτανειάτη, σύμπτωμα της φθίνουσας οικονομικής πορείας του κράτους.
Τον Απρίλιο του 1081 ο Νικηφόρος Γ΄ Βοτανειάτης ανατρέπεται από τον Αλέξιο Κομνηνό, γόνο στρατιωτικής οικογενείας, που αναδείχθηκε στην καταστολή των Στασιαστικών Κινημάτων του Νικηφόρου Βρυέννιου και του Νικηφόρου Βασιλάκιου, ο οποίος εισάγει μία νέα εποχή στην ιστορία του Βυζαντίου.

Η εποχή των Κομνηνών και των Αγγέλων, 1081-1204
Ο Αλέξιος ο Α΄ (1081-1118), γενναίος στρατηγός με ικανότητες διπλωματικές, ικανός να θέτει μεγάλους στόχους και να εκτελεί μεγάλα έργα (μεγαλόβουλος καί μεγαλουργός), αμέσως μετά την άνοδό του στον θρόνο έπρεπε να αντιμετωπίσει την απειλή από τους Νορμανδούς της Ιταλίας. Επιδόθηκε αμέσως στην ανασυγκρότηση του στρατού, στην ενίσχυση των πόλεων και των φρουρίων των δυτικών επαρχιών, ενώ συνήψε ειρήνη με τους Σελτζούκους. Τον Ιούνιο του 1081 υπέγραψε συνθήκη με τη Βενετία, της οποίας τα συμφέροντα θίγονταν από την παρουσία των Νορμανδών στην Κάτω Ιταλία και ήταν γι' αυτήν ζωτικής σημασίας η ελεύθερη ναυσιπλοΐα από τα Στενά του Οτράντο.
Τα επόμενα χρόνια, η Μακεδονία και η Ήπειρος γίνονται το θέατρο των πολεμικών συγκρούσεων μεταξύ των Νορμανδών και των Βυζαντινών. Στόχος των Νορμανδών δεν ήταν απλώς η λεηλασία και η κατάληψη των παρακτίων περιοχών και των νήσων του Ιονίου, αλλά η κατάλυση του βυζαντινού κράτους. «Τηςαρχής τηςτων Ρωμαίων βασιλείας ιμειρόμενος», λέγει η Άννα Κομνηνή για τον Βασιλέα των Νορμανδών Ροβέρτο Γυισκάρδο. Στόχος του στάθηκε η κατάληψη της Ιλλυρίας και της Μακεδονίας και η πορεία μέσα από την βυζαντινή επικράτεια προς την Κωνσταντινούπολη.
Προπομπός ο μεγαλύτερος γιος του Ροβέρτου, Βοημούδος, κατέλαβε τα Κάνινα και τον Αυλώνα, ενώ ο ίδιος πλέοντας από το Βρινδήσιο προς το Δυρράχιο, κατέλαβε την Κέρκυρα και στις 17 Ιουνίου του 1081 έφθασε με στρατό και στόλο και πολιόρκησε το Δυρράχιο. Τον Δεκέμβριο του 1081 αναγκάσθηκε ο ίδιος ο αυτοκράτορας να εκστρατεύσει εναντίον των Νορμανδών. Έφθασε στη Θεσσαλονίκη και από εκεί στο Δυρράχιο, ο στρατός του όμως ηττήθηκε κατά κράτος και ο Αλέξιος κατέφυγε στην Αχρίδα και μετά στη Θεσσαλονίκη. Τον Φεβρουάριο του 1082, οι κάτοικοι του Δυρραχίου παρέδωσαν την πόλη. Ο Αλέξιος αναγκάσθηκε να προχωρήσει ακόμη και στην εκποίηση των ιερών σκευών της Εκκλησίας για την εξεύρεση χρημάτων καθώς και στη στρατολόγηση νέων στρατιωτών, που εκγυμνάζονται στην περιοχή της Θεσσαλονίκης, ενώ εκχωρεί με χρυσόβουλλο λόγο εμπορικά προνόμια προς τη Βενετία για την βοήθειά της εναντίον των Νορμανδών. Τα προνόμια όμως αυτά θα αποτελέσουν την απαρχή της αναδείξεως της Βενετίας σε μεγάλη εμπορική δύναμη και θα συντελέσουν στην εμπορική και οικονομική παρακμή της αυτοκρατορίας.
Θέλοντας να δημιουργήσει αντιπερισπασμό, ο Αλέξιος ήλθε σε συνεννοήσεις με τον Ερρίκο της Γερμανίας, ο οποίος εισέβαλε στην Ιταλία, γεγονός που ανάγκασε τον Νορμανδό βασιλέα να επιστρέψει στην Απουλία. Τις επιχειρήσεις στον ελλαδικό χώρο συνέχισε ο Βοημούνδος. Έχοντας ως ορμητήριό του την Καστοριά κατέλαβε τα Ιωάννινα, όπου ηττήθηκε εκ νέου ο βυζαντινός στρατός και ο Αλέξιος αναγκάσθηκε να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη. Οι Νορμανδοί στη συνέχεια προχώρησαν βορειότερα, κατέλαβαν τα Σκόπια, τα Μογλενά και τις Άσπρες Εκκλησιές στον Αξιό καθώς και την Πελαγονία (σημερινό Μοναστήρι). Δεν μπόρεσαν όμως να καταλάβουν την Αχρίδα, τον Οστροβό, τα Σέρβια και τη Βέροια. Ο Βοημούνδος πέρασε στη Θεσσαλία, κατέλαβε τα Τρίκαλα και στις 3 Απριλίου του 1083 άρχισε να πολιορκεί τη Λάρισα. Η πολιορκία κράτησε έξι μήνες, καθώς ο Στρατηγός Λέων Κεφαλάς αντέταξε ηρωική αντίσταση. Ο Αλέξιος έσπευσε στη Θεσσαλονίκη και παρακάμπτοντας τα Τέμπη, κατόρθωσε με τέχνασμα να νικήσει τους Νορμανδούς, οι οποίοι έλυσαν την πολιορκία και επέστρεψαν στην Καστοριά και από εκεί στον Αυλώνα. Το θέρος του 1083, ο Αλέξιος επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Το φθινόπωρο του ιδίου έτους επανήλθε στη Μακεδονία, συνέχισε τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις και τον Οκτώβριο του 1083 κατέλαβε την Καστοριά, το κυριώτερο έρεισμα των Νορμανδών στη Μακεδονία. Οι Νορμανδοί συνθηκολόγησαν, οι διαπραγματεύσεις μάλιστα έγιναν στη Θεσσαλονίκη. Παρ' όλα αυτά, οι πολεμικές επιχειρήσεις συνεχίσθηκαν από τον ίδιο τον Γυισκάρδο και τους γιους του, οι οποίοι όμως ηττήθηκαν από τον βυζαντινο-βενετικό στόλο κοντά στην Κέρκυρα, ενώ η επιδημία που ξέσπασε τον χειμώνα του 1083-84, εξολόθρευσε μεγάλο μέρος του στρατού των Νορμανδών. Ο ίδιος ο Γυισκάρδος κατέπλευσε στην Κεφαλληνία, όπου και πέθανε στις 17 Ιουλίου του 1085. Ο θάνατός του σήμανε και το τέλος του αιματηρού τετραετούς Νορμανδικού Πολέμου. Στάση που εκδηλώθηκε στο Δυρράχιο εναντίον των Νορμανδών, ύστερα από υποκίνηση του βυζαντινού αυτοκράτορος, οδήγησε στην επανάκτηση της πόλεως και έτσι έληξε η πρώτη μεγάλη εκστρατεία των Νορμανδών κατά του Βυζαντίου.
Τα σχέδια των Νορμανδών για την κατάλυση του Βυζαντίου αναζωπυρώθηκαν, είκοσι περίπου χρόνια αργότερα, από τον Βοημούνδο. Ως ένας από τους αρχηγούς της Α΄ Σταυροφορίας κατέλαβε, στις αρχές Ιουνίου του 1098, την Αντιόχεια της Συρίας, αρνήθηκε όμως να την επιστρέψει στους Βυζαντινούς, παρά τον όρκο που είχαν δώσει οι Σταυροφόροι στον αυτοκράτορα ότι όσες πόλεις ανακαταλάμβαναν, θα του τις παρέδιδαν. Στις 15 Ιουλίου του 1099, οι Σταυροφόροι κατέλαβαν την Ιερουσαλήμ. Ο Βοημούνδος ίδρυσε προσωπική ηγεμονία και προχώρησε στην κατάληψη και άλλων πόλεων από τους Τούρκους, της Λαοδίκειας και της Γερμανίκειας. Αιχμαλωτίσθηκε από τους Τούρκους τον Αύγουστο του 1100, εξαγοράσθηκε όμως το 1103 και διέφυγε στην Κέρκυρα και από εκεί στην Απουλία, απ' όπου έθεσε σε εφαρμογή το σχέδιο του πατέρα του ασκώντας συγχρόνως δυσφημιστική εκστρατεία κατά του Αυτοκράτορος Αλεξίου, κατηγορώντας τον ως σύμμαχο των απίστων και εχθρό των Χριστιανών: «πάσαν πόλιν καίχώραν περιιών καίπαγάνον αυτόν λαμπράτηφωνήανακηρύττων καί τοις παγάνοις όληγνώμηεπαρήγοντα», αναφέρει η Άννα Κομνηνή. Πιθανόν στις ενέργειες αυτές του Βοημούνδου «να οφείλεται κατά μέγα μέρος η δημιουργία και η εξάπλωση του μύθου για την ελληνική δολιότητα (perfidia Graecorum), που θα καταστεί το σύνθημα των Δυτικών στις εναντίον του Βυζαντίου επιθέσεις τους».
Τον Οκτώβριο του 1107, ο Βοημούνδος αποβιβάσθηκε στον Αυλώνα και άρχισε να πολιορκεί το Δυρράχιο. Ο Αλέξιος ο Α΄ έφθασε στη Θεσσαλονίκη την άνοιξη του 1108, απέφυγε όμως να συγκρουσθεί μαζί του. αντίθετα, φρόντισε να ενισχύσει τις φρουρές στις κλεισούρες και να αποκόψει με τον βυζαντινό στόλο τον ανεφοδιασμό των αντιπάλων του από τη Νότιο Ιταλία. Ο Βοημούνδος αναγκάσθηκε να συνθηκολογήσει. Η συνάντηση των δύο αρχηγών έγινε στη Δεάβολη, όπου υπογράφηκε η λεγόμενη Συνθήκη της Δεαβόλεως, τον Σεπτέμβριο του 1108, την οποία περιέλαβε στο έργο της η Άννα Κομνηνή. Ο Βοημούνδος ορκίσθηκε πίστη στον αυτοκράτορα και ο Αλέξιος του παρεχώρησε ως φέουδο την Αντιόχεια και την περιοχή της. Λίγο αργότερα όμως, το 1111, ο Βοημούνδος πέθανε, ο δε ανεψιός του Ταγκρέδος, που τον είχε αφήσει διάδοχο στην Αντιόχεια, δεν ανεγνώρισε την συνθήκη. Οι μακροχρόνιοι όμως πόλεμοι οδήγησαν στη φτώχεια και την εξαθλίωση τους πληθυσμούς της Δυτικής Μακεδονίας, απ' όπου κραυγή αγωνίας στέλνει με επιστολές του προς τον αυτοκράτορα ο λόγιος Αρχιεπίσκοπος Αχρίδος, Θεοφύλακτος.
Οι Νορμανδοί θα εκστρατεύσουν και πάλι εναντίον του Βυζαντίου αργότερα, το 1147, επί Ρογήρου του Β΄. Λεηλάτησαν την Κόρινθο και τη Θήβα, απ' όπου μετέφεραν στη Σικελία άνδρες και γυναίκες τεχνίτριες υφάντριες του μεταξιού.
Οι πολιτικές εξελίξεις στο Βυζάντιο, που ακολούθησαν μετά τον θάνατο του Μανουήλ Α΄ Κομνηνού το 1180, η σφαγή και οι διώξεις των Βενετών και των άλλων Λατίνων στην Κωνσταντινούπολη έδωσαν την ευκαιρία στους εξωτερικούς εχθρούς να επωφεληθούν και να εισβάλλουν στα βυζαντινά εδάφη. Οι Ούγγροι και οι Σέρβοι λεηλάτησαν και κατέστρεψαν πόλεις στη Δαλματία και σε περιοχές νοτίως του Δούναβη, ενώ ο Νορμανδός Βασιλιάς Γουλιέλμος ο Β΄ (1166-1189) ανέλαβε δράση εναντίον του Βυζαντίου. Τον Μάιο του 1185, στόλος από 200 πλοία με ναύαρχο τον περιβόητο κουρσάρο Μαργαριτόνε και 80.000 στρατός πολιόρκησαν το Δυρράχιο, το οποίο αναγκάσθηκε να παραδοθεί. Στη συνέχεια, οι πεζικές δυνάμεις κατευθύνθηκαν από την Εγνατία Οδό προς την Θεσσαλονίκη, ενώ ο στόλος παρέπλευσε την Πελοπόννησο και έφθασε στο λιμάνι της πόλεως στις 15 Αυγούστου. Οι προσπάθειες των πολιορκητών επικεντρώθηκαν στο νότιο τμήμα του ανατολικού τείχους, που ήταν το πιο ευάλωτο. Τα πλοία δεν μπόρεσαν να πλησιάσουν, καθώς λόγω του θέρους τα νερά είχαν τραβηχθεί και ήταν αβαθή. Δυστυχώς όμως ο Διοικητής της πόλεως, Δαυίδ Κομνηνός, αποδείχθηκε κατώτερος των περιστάσεων και ενήργησε προδοτικά. Όχι μόνον διεμόρφωσε παραπλανητική εικόνα της καταστάσεως με επιστολές του προς τον αυτοκράτορα ότι όλα έβαιναν καλώς, αλλά επέτρεψε σε πλουσίους πολίτες να εγκαταλείψουν εγκαίρως την πόλη. Επιπλέον, έδωσε διαταγή να εισρεύσει νερό από τον Χορτιάτη στη μεγάλη δεξαμενή της ακροπόλεως ενώ δεν είχαν περάσει οι απαιτούμενες ημέρες από τον καθαρισμό της, με αποτέλεσμα να παρασυρθούν τα κονιάματα και να αχρηστευθεί. Έτσι, δε μπορούσαν να καταφύγουν στην ακρόπολη οι κάτοικοι. Στην πόλη έσπευσε σε βοήθεια στρατιωτική δύναμη από την Πελοπόννησο και Αλανοί μισθοφόροι, πολλοί από τους οποίους αυτομόλησαν στον εχθρό καθώς και στρατιωτικά σώματα από την Κωνσταντινούπολη, τα οποία όμως είχαν εντολή να παραμείνουν έξω από τα τείχη. Οι κάτοικοι προέβαλαν σθεναρή αντίσταση. ακόμη και οι γυναίκες βοηθούσαν μεταφέροντας νερό, λίθους, τρόφιμα στους πολεμιστές ή και πολεμώντας οι ίδιες. Τα ξημερώματα της ενάτης ημέρας της πολιορκίας, οι εχθροί εισέβαλαν από το ρήγμα που είχε προξενήσει η πετροβόλος μηχανή κοντά στον Πύργο του Χαμαιδράκοντος, στο ανατολικό τείχος. Στις 24 Αυγούστου, η πόλη πλημμύρισε από εχθρούς. Ακολούθησε άγρια σφαγή, λεηλασίες, βιασμοί. Η περιγραφή της πολιορκίας και της αλώσεως από την γραφίδα του Μητροπολίτου Ευσταθίου δίνει όλο το μέγεθος της καταστροφής. Η πόλη που ήταν γη μακάρων, γράφει, γέμισε από άταφα πτώματα ανδρών, γυναικών, παιδιών, γερόντων και αυτή που ήταν πανέμορφη, μεγαλόπολις, κατήντησε έτσι «ως μηδέλείψανον εναπομείναι παλαιάς καλλονής».
Οι Νορμανδοί εισέβαλαν και στο Ναό του Αγίου Δημητρίου και με πελέκεις κατακομμάτιασαν το κιβώριο του Αγίου, αφαιρώντας το ασήμι και το χρυσάφι. Κατέλαβαν τα αρχοντικά και τα σπίτια, ενώ οι Θεσσαλονικείς περιφέρονταν άστεγοι και πεινασμένοι στους δρόμους της πόλεως και συγκέντρωσαν τους αιχμαλώτους στο ναύσταθμο. Μαζί τους και ο Μητροπολίτης Ευστάθιος που, αν και μπορούσε να φύγει, παρέμεινε δίπλα στο ποίμνιό του εμψυχώνοντάς το και προσπαθώντας να μετριάσει τα δεινά της αλώσεως.
Η άλωση της δεύτερης πόλεως της αυτοκρατορίας γέμισε τους Βυζαντινούς οργή και αγανάκτηση. Ο Αυτοκράτωρ Ανδρόνικος Α΄ Κομνηνός εξαπέλυσε διώξεις εναντίον των συγγενών του Δαυίδ Κομνηνού στην Κωνσταντινούπολη και δημιούργησε ένα κλίμα τρομοκρατίας, καθώς απέδιδε την ήττα σε μυστική συμφωνία των αντιπάλων του με τους Νορμανδούς.
Οι Νορμανδοί άφησαν φρουρά στη Θεσσαλονίκη και κατευθύνθηκαν εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως. Ένα τμήμα τους προχώρησε να καταλάβει τις Σέρρες, ενώ το κύριο τμήμα του στρατεύματος έφθασε στη Μοσυνόπολη της Θράκης. Ο νορμανδικός στόλος είχε ήδη φθάσει έξω από την Κωνσταντινούπολη.
Στις 15 Δεκεμβρίου του 1185, όμως, ένα τυχαίο γεγονός οδήγησε στην ανατροπή του Ανδρονίκου του Α΄ και στον φρικτό του θάνατο. Ο νέος Αυτοκράτωρ Ισαάκιος Β΄ Άγγελος, με τον οποίο εγκαινιάζεται η Δυναστεία των Αγγέλων, κατόρθωσε να συγκροτήσει αξιόμαχο στρατό, που με αρχηγό τον Στρατηγό Αλέξιο Βρανά επιτέθηκε εναντίον των Νορμανδών και κατέλαβε τη Μοσυνόπολη. Στις 7 Νοεμβρίου του 1185 οι Νορμανδοί ηττήθηκαν κατά κράτος ανατολικά του Στρυμόνα και αναγκάσθηκαν να εκκενώσουν την Θεσσαλονίκη, ενώ την άνοιξη του 1186 αποχώρησαν από το Δυρράχιο και την Κέρκυρα. Αλλά και ο στόλος των Νορμανδών κατά την υποχώρησή του είχε απώλειες από τις επιθέσεις του βυζαντινού ναυτικού, από τρικυμίες και αρρώστιες.
Μετά την απομάκρυνση των Νορμανδών, ο Ισαάκιος προσπάθησε να συνάψει συμμαχίες στη Βαλκανική. Έλαβε ως σύζυγο σε δεύτερο γάμο την θυγατέρα του Βασιλιά της Ουγγαρίας Βελά, την παιδούλα Μαργαρίτα, η επιβολή όμως εκτάκτων φόρων για τον εορτασμό των γάμων προκάλεσε τις αντιδράσεις κυρίως των Βουλγάρων και των Βλάχων της περιοχής του Αίμου, που επαναστάτησαν κατά του Βυζαντίου με αρχηγούς τους αδελφούς Ασέν. Επανειλημμένες εκστρατείες των Βυζαντινών κατά των Βουλγάρων δεν μπόρεσαν να καταστείλουν την εξέγερση και οι Βούλγαροι ίδρυσαν το δεύτερο βουλγαρικό κράτος με έδρα το Τέρνοβο, το 1187. Έκτισαν μάλιστα ναό προς τιμήν του Αγίου Δημητρίου, διακηρύσσοντας ότι ο Χριστομάρτυς Δημήτριος εγκατέλειψε την μητρόπολη της Θεσσαλονίκης και τον εκεί ναό του και ήλθε για να τους βοηθήσει να αποτινάξουν τον ζυγό των Ρωμαίων.
Μετά την ανατροπή του Ισαακίου Β΄ Αγγέλου, το 1195, από τον αδελφό του Αλέξιο τον Γ΄ (1195-1203), οι Βλαχοβούλγαροι επιχείρησαν επιδρομές στη Μακεδονία κοντά στις Σέρρες, ενώ ανεξαρτητοποιήθηκε και ο Βλάχος Ντομπρομίρ Χρύσος, Διοικητής της Στρούμιτζας, ο οποίος κατέλαβε τον Πρόσακο, απόρθητο φρούριο στον Αξιό και πρόσκαιρα την Πελαγονία και τον Πρίλαπο. Η κατάσταση έγινε πιο επικίνδυνη για το Βυζάντιο, όταν το 1197 δολοφονήθηκε ο Πέτρος Ασέν και τον διαδέχθηκε ο αδελφός του Ιωαννίτζης (Καλογιάν ή Σκυλοϊωάννης), που έθεσε ως στόχο την επέκταση του κράτους του εις βάρος του Βυζαντίου.
Η κακοδιοίκηση και η δυναστική κρίση του Βυζαντίου επί Αλεξίου του Γ΄ είχε ως αποτέλεσμα την εκτροπή της Δ΄ Σταυροφορίας και την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Φράγκους και τους Βενετούς, στις 13 Απριλίου του 1204. Ο Αλέξιος ο Γ΄ προέβαλε ελάχιστη αντίσταση και εγκατέλειψε ήδη την Πόλη τη νύχτα της 17ης Ιουλίου του 1203, παίρνοντας μαζί του και το βασιλικό θησαυροφυλάκιο, καταφεύγοντας στη Φιλιππούπολη και μετά στη Μοσυνόπολη της Θράκης.

Η Μακεδονία κατά τη διάρκεια της Λατινοκρατίας (1204 - 1261)

Το Λομβαρδικό Βασίλειο της Θεσσαλονίκης (1204-1224)
Η άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Σταυροφόρους, το 1204, αποτελεί τομή στην ιστορία του Βυζαντίου. Η αυτοκρατορία διαλύθηκε και την θέση της πήρε η Λατινική Αυτοκρατορία της Κωνσταντινουπόλεως, με Φράγκο αυτοκράτορα και Βενετό πατριάρχη. Τα υπόλοιπα εδάφη της επιδικάσθηκαν, με τη Σύμβαση για την διανομή του βυζαντινού κράτους του Μαρτίου 1204, στους άλλους αρχηγούς και βαρώνους και στη Βενετία. Ιδρύθηκαν ωστόσο και τρία ελληνικά κράτη: της Τραπεζούντας από τον Αλέξιο και τον Δαυίδ Κομνηνό, η Αυτοκρατορία της Νικαίας στη Βιθυνία από τον γαμπρό του Αλεξίου του Γ΄, Θεόδωρο Λάσκαρη και το κράτος της Ηπείρου από τον εξάδελφο του Αυτοκράτορος Μιχαήλ Δούκα, που στόχο είχαν την ανακατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως και την ανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Υποψήφιοι για το αξίωμα του αυτοκράτορος ήταν ο Βαλδουίνος της Φλάνδρας και ο Βονιφάτιος του Μονφερά της Λομβαρδίας. Με την υποστήριξη όμως του Δόγη της Βενετίας Ερρίκο Δάνδολο αναγορεύθηκε αυτοκράτορας ο Βαλδουίνος, που στέφθηκε στην Αγία Σοφία στις 16 Μαΐου του 1204. Στον Βονιφάτιο παραχωρήθηκε η Μικρά Ασία και η Πελοπόννησος. Ο ίδιος όμως διεκδίκησε την δεύτερη πόλη της αυτοκρατορίας, την Θεσσαλονίκη και την περιοχή της. Προέβαλε μάλιστα και κληρονομικά δικαιώματα, εφ' όσον οι πρόσοδοι της περιοχής είχαν δοθεί ως προίκα στον αδελφό του Ρενιέ, όταν νυμφεύθηκε την θυγατέρα του Αυτοκράτορος Μανουήλ Α΄ Κομνηνού, το 1179. Ο Βαλδουίνος δέχθηκε, η αντίδραση όμως των βαρώνων του προκάλεσε ρήξη μεταξύ των δύο πρωταγωνιστών.
Ο Βαλδουίνος καταδιώκοντας τον Αυτοκράτορα Αλέξιο τον Γ΄, που από τη Μοσυνόπολη κατευθύνθηκε προς την Θεσσαλονίκη, ξεκίνησε από την Αδριανούπολη, έφθασε έξω από την Θεσσαλονίκη και ζήτησε την υποταγή της πόλεως. Όπως και με τις πόλεις της Θράκης, που δήλωσαν πίστη στον Φράγκο αυτοκράτορα για να αποφύγουν τις λεηλασίες και την καταστροφή, οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης συμφώνησαν να παραδοθούν με τον όρο να μην εισέλθει ο στρατός του στην πόλη και να αναγνωρισθούν τα προνόμιά της, που ίσχυαν από παλαιά. Ο Βαλδουίνος επικύρωσε πράγματι με χρυσόβουλλο λόγο τη συμφωνία: «τοις Θεσσαλονικεύσι προσέσχε καίγράμμα σφίσιν ερυθρόγραφον ενεχείρισε, πασι τοις εθίμοις τηπόλει τόέμπεδον χαριζόμενον».
Η είσοδος του Βαλδουίνου στη Θεσσαλονίκη προκάλεσε την οργή του Βονιφατίου, ο οποίος έσπευσε να καταλάβει το Διδυμότειχο και να πολιορκήσει την Αδριανούπολη. Εξασφάλισε μάλιστα την αποδοχή των Ελλήνων, καθώς είχε νυμφευθεί την χήρα του Ισαακίου του Β΄ Μαργαρίτα-Μαρία και διεκήρυττε ότι θα έστεφε αυτοκράτορα τον πρωτότοκο γιο της Μανουήλ, τον οποίο επευφημούσαν βασιλέα των Ρωμαίων. Η εμφύλια σύρραξη αποφεύχθηκε χάρη στην παρέμβαση του Ερρίκου Δάνδολο, ο οποίος συγκάλεσε συμβούλιο στην Κωνσταντινούπολη, τον Οκτώβριο του 1204, το οποίο δικαίωσε τον Βονιφάτιο και τον αναγνώρισε ως βασιλέα της Θεσσαλονίκης.
Τον Οκτώβριο του 1204 έγινε η διανομή της αυτοκρατορίας με βάση τη Σύμβαση του Μαρτίου του 1204, στο τελικό όμως έγγραφο, που είναι γνωστό ως Partitio Romaniae, ενώ περιλαμβάνονται όλες οι άλλες επαρχίες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, δεν περιλαμβάνεται η Θεσσαλονίκη και οι περιοχές της Ανατολικής Μακεδονίας (Σέρρες, Χριστούπολη, Αμφίπολη, Φίλιπποι, Μελένικο) καθώς και μέρος της Θράκης έως τη Μοσυνόπολη, που είχαν περιέλθει στον Βονιφάτιο. Αρχές του 1205, ο Βονιφάτιος εισήλθε στη Θεσσαλονίκη και στέφθηκε βασιλεύς. Μοίρασε τις πολυτελέστερες οικίες στους ιππότες της αυλής του και απέσπασε χρήματα και περιουσίες των Θεσσαλονικέων, γεγονός που προκάλεσε την δυσαρέσκεια και την απογοήτευση των κατοίκων. Αμέσως προχώρησε στην εκλογή Λατίνου αρχιεπισκόπου και εκχώρησε τους ναούς και τις προσόδους του Αγίου Δημητρίου και της Αγίας Σοφίας στον λατινικό κλήρο. Μητροπολιτικός ναός παρέμεινε ο ναός της Αγίας Σοφίας. Στους Λατίνους φαίνεται πως εκχωρήθηκαν και οι πρόσοδοι των Μονών Φιλοκάλου και Ακαπνίου.
Αφού εδραίωσε την εξουσία του στη Θεσσαλονίκη, ο Βονιφάτιος ξεκίνησε με στρατό να κατακτήσει τη Νότιο Ελλάδα και την Πελοπόννησο και να μοιράσει τα εδάφη που θα κατακτούσε, ως φέουδα στους Σταυροφόρους. Στη Θεσσαλονίκη άφησε την αντιβασιλεία σε Λομβαρδούς ευγενείς, με επικεφαλής τη σύζυγό του Μαρία. Κατεβαίνοντας προς νότο κατέλαβε πόλεις και κάστρα όπως το Κίτρος, που το παρέδωσε στον Wirich von Daun και τον Πλαταμώνα στον Rolando Piscia. Φθάνοντας στις Θερμοπύλες, αντιμετώπισε αντίσταση από τον Άρχοντα του Άργους και του Ναυπλίου Λέοντα Σγουρό, ο οποίος είχε φθάσει έως τη Λάρισα και τελικά αναγκάσθηκε να υποχωρήσει στον Ακροκόρινθο.
Τα πράγματα όμως εξελίχθηκαν επικίνδυνα για τους Λατίνους στη Θράκη. Οι κάτοικοι των πόλεων της Θράκης, απογοητευμένοι από την καταπιεστική πολιτική των Φράγκων, επαναστάτησαν. Όταν ο Βαλδουίνος πολιόρκησε την Αδριανούπολη, οι κάτοικοί της ζήτησαν την βοήθεια του Τσάρου των Βουλγάρων Ιωαννίτζη, του οποίου το κύρος είχε αυξηθεί μετά τη στέψη του στο Τέρνοβο από εκπρόσωπο του Πάπα, τον Νοέμβριο του 1204. Ο Βούλγαρος τσάρος άδραξε την ευκαιρία και εισέβαλε στη Θράκη. Ο Βαλδουίνος, που πολιορκούσε την Αδριανούπολη, έπεσε σε ενέδρα των Βουλγάρων στις 13 Απριλίου, αιχμαλωτίσθηκε και αποκεφαλίσθηκε. Ο τσάρος απαίτησε τότε από τους Αδριανουπολίτες να του παραδώσουν την πόλη, εκείνοι όμως αρνήθηκαν. τελικά, δεν μπόρεσε να την καταλάβει γιατί, όπως γράφει ο ιστορικός Γεώργιος Ακροπολίτης, «αφυείς παντελώς εις πολιορκίαν οιΒούλγαροι», καθώς δεν χρησιμοποιούσαν πολιορκητικές μηχανές. Τότε, μανιασμένοι οι Βούλγαροι, ξεχύθηκαν στη Θράκη και κατέσκαψαν πολλές πόλεις οδηγώντας χιλιάδες αιχμαλώτους στις περιοχές του Δούναβη.
Επόμενος στόχος του Ιωαννίτζη ήταν η Θεσσαλονίκη. Ένας Βλάχος στρατηγός του, ο Ετζυϊσμένος (Σισμάν), διοικητής του Πρόσακου, ήλθε σε συνεννοήσεις με Θεσσαλονικείς, οι οποίοι στασίασαν, εισήλθε και ο ίδιος στην πόλη και από κοινού πολιόρκησαν την Βασίλισσα Μαρία στην ακρόπολη. Τότε, εσπευσμένα επέστρεψε ο Βονιφάτιος στη Θεσσαλονίκη και τιμώρησε τους πρωταιτίους. Ενδεχομένως στη συνωμοσία να μετείχε και ο Αυτοκράτωρ Αλέξιος ο Γ΄, που βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη μαζί με την οικογένειά του και γι' αυτό εκδιώχθηκε. Ο Αλέξιος κατέβηκε νοτιότερα και συναντήθηκε με τον Λέοντα Σγουρό, ο οποίος νυμφεύθηκε την κόρη του αυτοκράτορος, Ευδοκία.
Ο Ιωαννίτζης, που αυτοαποκαλούνταν «Ρωμαιοκτόνος» σε αντιστοιχία με το «Βουλγαροκτόνος» του Βασιλείου του Β΄, προήλασε προς τα δυτικά, κατέλαβε τις Σέρρες, όπου σφαγιάσθηκε η λατινική φρουρά και πλήθος λαού και έφθασε έως τη Βέροια καταλαμβάνοντας και άλλες πόλεις της Μακεδονίας. Οι βουλγαρικές επιδρομές προκάλεσαν σφαγές, αιχμαλωσίες και μετακινήσεις πληθυσμών σε ασφαλέστερες πόλεις-κάστρα.
Ο Βονιφάτιος δεν μπόρεσε να ανακαταλάβει τις Σέρρες, ήλθε όμως σε συνεννοήσεις με τον νέο Λατίνο αυτοκράτορα, τον αδελφό του Βαλδουίνου Ερρίκο της Φλάνδρας (1206-1216), για μία κοινή εκστρατεία εναντίον των Βουλγάρων. Ο Ερρίκος μάλιστα νυμφεύθηκε την κόρη του Βονιφατίου, Αγνή. Τον Σεπτέμβριο του 1207 ο Βονιφάτιος έπεσε σε ενέδρα των Βουλγάρων στη Ροδόπη και πέθανε από ακατάσχετη αιμορραγία. Ο θάνατός του αποτέλεσε πλήγμα για τους Λατίνους και έδωσε την ευκαιρία στον Ιωαννίτζη να σπεύσει να καταλάβει την Θεσσαλονίκη. Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας όμως δολοφονήθηκε στη σκηνή του και μάλιστα στις 26 Οκτωβρίου του 1207, την ημέρα της εορτής του Αγίου Δημητρίου. Οι Θεσσαλονικείς απέδωσαν την σωτηρία της πόλεως στον πολιούχο Άγιο, γι' αυτό σε πολλές εικόνες απεικονίζεται έφιππος ο Άγιος να λογχίζει τον Βούλγαρο Σκυλοϊωάννη. Ο θάνατος του Ιωαννίτζη προκάλεσε ανακούφιση τόσο στους Έλληνες όσο και στους Λατίνους, μετά τις τόσες καταστροφές που είχε επιφέρει.
Στη Θεσσαλονίκη, μετά τον θάνατο του Βονιφατίου επικράτησε σύγχυση και εμφύλια διαμάχη. Διάδοχος του θρόνου είχε ορισθεί ο ανήλικος τότε γιος του Βονιφατίου Δημήτριος και επίτροπος η μητέρα του Μαρία. Οι Λομβαρδοί βαρώνοι όμως, με επικεφαλής τον Κόμη Ουμβέρτο του Μπιαντράτε, ήθελαν να καλέσουν από την Ιταλία τον ετεροθαλή αδελφό του Δημητρίου Γουλιέλμο τον Μομφερρατικό, ως κληρονόμο του πατέρα του. Στη Θεσσαλονίκη έφθασε ο Αυτοκράτωρ Ερρίκος, τον Δεκέμβριο του 1208, και ήλθε σε κάποια συμφωνία με τον Μπιαντράτε στην Μονή Χορταΐτου (στον σημερινό Χορτιάτη). Οι Λομβαρδοί όμως ζητούσαν ολόκληρη την Ελλάδα, από το Δυρράχιο έως την Θράκη και από την Κόρινθο ως την Φιλιππούπολη. Ο Ερρίκος, λαμβάνοντας υπόψη και τα αισθήματα του λαού της Θεσσαλονίκης και τη γνώμη της Βασιλίσσης Μαρίας, ακύρωσε τη συμφωνία και έστεψε τον Δημήτριο βασιλέα, την ημέρα των Θεοφανείων του 1209. Στη συνέχεια κατέλαβε -και με τη βοήθεια των Ελλήνων κατοίκων- τις Σέρρες και τη Χριστούπολη και εξεδίωξε τις φρουρές των Λομβαρδών, κατέβηκε στη Θεσσαλία και υποχρέωσε τους Λομβαρδούς να παραδώσουν τη Λάρισα και αργότερα τη Θήβα. Ο Ερρίκος οδήγησε τον στρατό του έως την Αθήνα, όπου δέχθηκε την υποταγή και αναγνώρισε ως υποτελή του τον Γοδεφρείδο Βιλλεαρδουίνο, πρίγκηπα της Αχαΐας. Και ενώ επρόκειτο να στραφεί εναντίον της Ηπείρου, ο Ηγεμόνας Μιχαήλ Δούκας δήλωσε υποταγή και πρότεινε τον γάμο της κόρης του με τον αδελφό του Ερρίκου Ευστάθιο και προίκα το 1/3 της επικρατείας του. Ο Ερρίκος δέχθηκε και αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη αφήνοντας τον Ευστάθιο στη Θεσσαλονίκη, ως δεύτερο επίτροπο του Δημητρίου.
Το 1212 αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης εκλέχθηκε ο Φλαμανδός Γκουερίνος, ο οποίος έλαβε τα προνόμια που είχε ο αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης ως λεγάτος του Πάπα πριν από την υπαγωγή του Ιλλυρικού στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, στα μέσα του Η΄ αιώνος. Στην αρχιεπισκοπή υπαγόταν ένδεκα επισκοπές: Κίτρους, Βεροίας, Καμπανίας, Βαρδάρη, Σερβίων, Πέτρας, Πλαταμώνος, Λαγκαδά, Αρδαμέρεως, Ιερισσού και Κασσανδρείας. Όπως μαρτυρείται σε συνοδική απόφαση του Αρχιεπισκόπου Αχρίδος Δημητρίου Χωματηνού (1236), διατηρήθηκαν οι Έλληνες επίσκοποι, οι οποίοι μάλιστα εκδίκαζαν διάφορες υποθέσεις με την παρουσία και του Δούκα Γεωργίου Φραγγόπουλου στο Ναό της Αχειροποιήτου. Τούτο οφείλονταν στην ανεκτική εκκλησιαστική πολιτική της Βασιλίσσης Μαρίας.

Το Λομβαρδικό Βασίλειο της Θεσσαλονίκης όμως, με ανήλικο βασιλέα και χωρίς ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις, άρχισε να συρρικνώνεται και να απειλείται ως υπόσταση από τις πολεμικές δραστηριότητες και τις φιλοδοξίες των ηγεμόνων της Ηπείρου, που είχαν θέσει ως στόχο τους την ανακατάληψη των βυζαντινών εδαφών και την ανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

(Συνέχεια και τέλος στην επόμενη ανάρτηση)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δεν επιτρέπονται σχόλια σε γκρήκλις. Καλύτερα να έχουμε ορθογραφικά λάθη παρά να καταστρέφουμε την γλώσσα μας.

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Αρχαία Μακεδονία

Αρχαία Μακεδονία