Κυριακή, 4 Μαΐου 2014

Η Μακεδονία από 1025 έως το 1430 (β΄)


Η Μακεδονία από 1025 έως το 1430 (β΄μέρος)
Αλκμήνη Σταυρίδου-Ζαφράκα

Η κατάλυση του Λομβαρδικού Βασιλείου και η ίδρυση της Αυτοκρατορίας της Θεσσαλονίκης (1224-1246)
Τον αγώνα κατά των Βουλγάρων και των Λατίνων στον ελλαδικό χώρο αναλαμβάνει ο ιδρυτής του κράτους της Ηπείρου, Μιχαήλ Α΄ Δούκας. Εξάδελφος των Αυτοκρατόρων Ισαακίου του Β΄ και Αλεξίου του Γ΄, υπηρέτησε μετά την άλωση στον στρατό του Βονιφατίου του Μομφερρατικού, έσπευσε όμως στην Ήπειρο, όταν τον κάλεσε ο Διοικητής του Θέματος Νικοπόλεως Σεναχερείμ, για να αντιμετωπίσει μία στάση. Νυμφεύθηκε σε δεύτερο γάμο την θυγατέρα ή τη χήρα του Σεναχερείμ και με έδρα την Άρτα, ανέπτυξε μία φιλόδοξη ανεξάρτητη πολιτική. Πήρε μέρος στον αγώνα των Πελοποννησίων κατά των Φράγκων και με μία διπλωματική κίνηση το 1209 δήλωσε υποταγή στον Αυτοκράτορα Ερρίκο, ενώ το 1210 υπέγραψε συμφωνία με τη Βενετία. Γρήγορα όμως κατεπάτησε τις συμφωνίες και κατέλαβε το 1212 από τους Βενετούς το Δυρράχιο και το 1214 την Κέρκυρα. Το 1212 ελευθέρωσε τη Λάρισα. Μετά την δολοφονία του Μιχαήλ, το 1214/15, το έργο του συνεχίζει ο αδελφός του Θεόδωρος Δούκας, έμπειρος και φιλόδοξος στρατηγός, που καταλαμβάνει εδάφη της Μακεδονίας και περισφίγγει τον κλοιό γύρω από την Θεσσαλονίκη. Ανήσυχος για την κατάσταση στη Μακεδονία, καταφθάνει στην πόλη ο Αυτοκράτωρ Ερρίκος, όπου και πεθαίνει ξαφνικά τον Μάιο του 1216. Την επομένη χρονιά, ο Θεόδωρος Δούκας κατήγαγε θεαματική νίκη που του προσέδωσε ιδιαίτερο κύρος, όταν συνέλαβε στα βουνά της Αλβανίας τον νέο Λατίνο Αυτοκράτορα Πέτρο Courtenay, σύζυγο της αδελφής του Ερρίκου Γιολάνδας, που είχε στεφθεί στη Ρώμη από τον Πάπα Ονώριο τον Γ΄ τον Απρίλιο του 1217. Ο Πέτρος με 160 ιππότες και 5.500 οπλίτες μεταφέρθηκε με βενετικά πλοία από το Βρινδήσιο στο Δυρράχιο, με σκοπό να καταλάβει το σημαντικό αυτό λιμάνι και να το αποδώσει στους Βενετούς, ενώ η σύζυγός του με την ακολουθία της ταξίδευσε με πλοίο για την Κωνσταντινούπολη. Το Δυρράχιο όμως αντέταξε σθεναρή άμυνα και κατά την πορεία του μέσα από τα βουνά για να θέσει υπό την κατοχή του την Εγνατία Οδό, ο Κουρτεναί έπεσε σε ενέδρα και αιχμαλωτίσθηκε μαζί με τον εκπρόσωπο του Πάπα, Καρδινάλιο Ιωάννη Colonna. Ο Λατίνος αυτοκράτορας εξαφανίσθηκε, ενώ ο καρδινάλιος, ύστερα από πιέσεις του Πάπα, απελευθερώθηκε το 1218.
Από το 1216 έως το 1219 ο Θεόδωρος ελευθέρωσε από τους Βουλγάρους την Αχρίδα, την Πελαγονία, τον Πρίλαπο, τον Πρόσακο, τα Σκόπια, τη Στρώμνιτσα και μεταξύ των ετών 1217-18 απέσπασε από τους Λατίνους τις Νέες Πάτρες (Υπάτη), τη Λαμία, τα Γρεβενά, την Καστοριά, τον Πλαταμώνα, τη Βέροια, τις Σέρρες, τα Σέρβια και τη Χριστούπολη, απομονώνοντας την Θεσσαλονίκη και αποκόπτοντάς την από κάθε βοήθεια που θα μπορούσε να δεχθεί από τους Φράγκους της Κωνσταντινουπόλεως ή της Νότιας Ελλάδος.
Το 1222 ο νεαρός Βασιλιάς της Θεσσαλονίκης Δημήτριος μεταβαίνει στη Δύση, για να ζητήσει από τον Πάπα την οργάνωση σταυροφορίας για τη διάσωση της Θεσσαλονίκης. Αρχές του 1223, η Μαργαρίτα-Μαρία επιστρέφει στην πατρίδα της την Ουγγαρία, ενώ την άμυνα της Θεσσαλονίκης αναλαμβάνει ο Μαρκήσιος της Βονδονίτσας Γκυ Παλαβιτσίνο. Ο Πάπας Ονώριος ο Γ΄ προσπαθεί να κινητοποιήσει τις δυτικές δυνάμεις και να συγκεντρώσει χρήματα και στρατό για την σταυροφορία, αρχηγός της οποίας ορίσθηκε ο Γουλιέλμος ο Μομφερρατικός. Ο Θεόδωρος Δούκας πολιορκεί την Θεσσαλονίκη το 1223 και τον Δεκέμβριο του 1224 μπαίνει θριαμβευτής στην πόλη. Η σταυροφορία που είχε οργανώσει ο Πάπας, καθυστέρησε και τα σταυροφορικά στρατεύματα έφθασαν στον Πτελεό της Θεσσαλίας το θέρος του 1225, αποδεκατίσθηκαν όμως από δυσεντερία στην θεσσαλική πεδιάδα. Ο Γουλιέλμος πέθανε και αυτός και η σταυροφορία διαλύθηκε.
Όταν αποσοβήθηκε ο κίνδυνος από τη Δύση και έχοντας προωθήσει τα στρατεύματά του στη Θράκη, ο Θεόδωρος Δούκας αναγορεύεται στη Θεσσαλονίκη το 1226 και πιθανότατα την ημέρα της Πεντηκοστής του 1227 «βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ρωμαίων». Τη στέψη αρνήθηκε να τελέσει ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνος Μεσοποταμίτης, προφανώς γιατί ήθελε να μείνει πιστός στο Πατριαρχείο και τον αυτοκράτορα της Νικαίας και εγκατέλειψε την πόλη. Τη στέψη τέλεσε ο Αρχιεπίσκοπος Αχρίδος Δημήτριος Χωματηνός, γεγονός που προκάλεσε την έντονη αντίδραση του Πατριάρχου της Νικαίας, που με επιστολές του κατηγόρησε τον Δημήτριο Χωματηνό ότι διασπά την ενότητα της Πατριαρχίας. Υπήρχε έντονη η υποψία ότι μαζί με τη Βασιλεία (=αυτοκρατορία) θα δημιουργούνταν και Πατριαρχείο. Η αναγόρευση και η στέψη του Θεοδώρου Δούκα θεωρήθηκαν από τη Νίκαια σφετερισμός της αυτοκρατορικής εξουσίας, καθώς έρχονταν σε αντίθεση με την πολιτική ιδεολογία των Βυζαντινών για την μοναδικότητα της αυτοκρατορίας.
Με την ανάκτησή της, η Θεσσαλονίκη αναδεικνύεται Βασιλεύουσα και το κράτος της Ηπείρου μετασχηματίζεται σε Αυτοκρατορία της Θεσσαλονίκης. Ο Θεόδωρος οργανώνει την αυλή του σύμφωνα με τα βυζαντινά πρότυπα και απονέμει τον τίτλο του δεσπότη στους δύο αδελφούς του και άλλους τιμητικούς τίτλους σε ανωτέρους αξιωματούχους. Στο νομισματοκοπείο της Θεσσαλονίκης κόβει νομίσματα, στα οποία εικονίζεται μαζί με τον πολιούχο Άγιο Δημήτριο.
Η εσωτερική οργάνωση του κράτους διαφωτίζεται κυρίως από τα αρχεία του Δημητρίου Χωματηνού και του Μητροπολίτη Ναυπάκτου, Ιωάννου Απόκαυκου. Με βάση και τον χρυσόβουλλο λόγο, που είχε απολύσει ο Αλέξιος ο Γ΄ το 1198 για τη Βενετία και στον οποίο παρατίθενται όλες οι επαρχίες του κράτους, όπου θα είχαν εμπορικές διευκολύνσεις και προνόμια οι Βενετοί έμποροι αλλά και τη Συμφωνία για την διανομή της αυτοκρατορίας (Partitio Romaniae) του 1204, μπορούμε να προσδιορίσουμε την διοικητική διαίρεση του κράτους του Θεοδώρου Δούκα. Το κράτος διαιρούνταν σε θέματα, μικρές δικαστικές και φορολογικές περιφέρειες υπό έναν δούκα. Αναφέρονται τα Θέματα Βαγενιτίας, Βεροίας, Δεαβόλεως, Ιωαννίνων, Κολωνείας, Νικοπόλεως, Σκοπίων, Στρωμνίτσης, Θεσσαλονίκης, Αχελώου, Δυρραχίου, Αχρίδος, Πρέσπας, Καστοριάς, Πελαγονίας και Σερβίων.
Τόσο ο Μιχαήλ Δούκας όσο και ο Θεόδωρος αμέσως μόλις ανακατελάμβαναν τις πόλεις, αποκαθιστούσαν τους παλαιούς μητροπολίτες και επισκόπους και εφόσον εκείνοι είχαν πεθάνει, έδιναν εντολή για την εκλογή νέων, ζητώντας εκ των υστέρων την έγκριση του Πατριάρχου, γεγονός που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στη Νίκαια. Ένα μεγάλο εκκλησιαστικό ζήτημα που ανέκυψε κυρίως στη Δυτική Μακεδονία, ήταν το ζήτημα των πρεσβυτέρων και διακόνων που είχαν χειροτονηθεί από Βουλγαροεπισκόπους κατά τη διάρκεια της βουλγαρικής κατοχής. Μία συγκαταβατική λύση στο θέμα έδωσε η Σύνοδος της Αρχιεπισκοπής Αχρίδος, το 1218: κήρυξε εκπτώτους τους Βουλγαροεπισκόπους χωρίς ελπίδα ανακλήσεως, αποκατέστησε τους νομίμους αρχιερείς που είχαν εκδιωχθεί και προεκήρυξε τις έδρες εκείνων που είχαν πεθάνει. Διετήρησε όμως τους ιερείς που είχαν χειροτονηθεί, επιβάλλοντάς τους ορισμένα επιτίμια. Το ζήτημα των επισκόπων ήταν ιδιαίτερα σοβαρό, γιατί εκτός από την άσκηση του ποιμαντικού τους έργου, οι κατά τόπους σύνοδοι εκδίκαζαν και διάφορες υποθέσεις οικογενειακού δικαίου, περιουσιακών διαφορών κ.ά. Ιδιαίτερη ακτινοβολία άσκησε το Συνοδικό Δικαστήριο της Αρχιεπισκοπής Αχρίδος, κατά την ποιμαντορία του Δημητρίου Χωματηνού (1217-1236).
Ο Δημήτριος Χωματηνός, «Αρχιεπίσκοπος Πρώτης Ιουστινιανής και πάσης Βουλγαρίας», όπως ήταν ο επίσημος τίτλος της Αρχιεπισκοπής Αχρίδος, διακρινόταν για την παιδεία και τη νομική του κατάρτιση και μέσα από το νομολογιακό του έργο αναδεικνύεται «ως ένας από τους μεγαλυτέρους νομικούς της εποχής του». Στο Συνοδικό Δικαστήριο της Αχρίδος κατέφευγαν ηγεμόνες όπως ο Στέφανος Νεμάνια της Σερβίας, ο Θεόδωρος Δούκας, αξιωματούχοι αλλά και απλοί άνθρωποι από διάφορα μέρη ακόμη και εκτός της δικαιοδοσίας της αρχιεπισκοπής, για να εκδικασθεί υπόθεσή τους ή για να ζητήσουν την γνωμοδότηση του Χωματηνού πριν ξεκινήσουν έναν δικαστικό αγώνα.
Μετά την ανάκτηση της Θεσσαλονίκης, ο Θεόδωρος Δούκας συνέχισε τις επιχειρήσεις προς τα ανατολικά και το 1228 έφθασε έξω από τα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως. Έγιναν κάποιες αψιμαχίες, τελικά όμως υπέγραψε μία ετήσια ανακωχή με τους εκπροσώπους της Αντιβασιλείας της Κωνσταντινουπόλεως και εμπορική συμφωνία, την οποία επικύρωσε και η Γερουσία της Βενετίας. Την άνοιξη του 1230, ο αυτοκράτορας της Θεσσαλονίκης εξεστράτευσε και πάλι εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως. Θέλησε όμως να διασφαλίσει τα νώτα του και όταν έφθασε στον Έβρο, στράφηκε προς βορράν εναντίον του Ιωάννη Β΄ Ασέν. υπέστη όμως συντριπτική ήττα κοντά στο χωριό Κολοκοτινίτσα, στον Έβρο. Ο Θεόδωρος μαζί με πολλούς στρατηγούς και αξιωματούχους οδηγήθηκε αιχμάλωτος στο Τέρνοβο, όπου λίγο αργότερα κατηγορήθηκε για συνωμοσία και τυφλώθηκε. Ο Ασέν στη συνέχεια κατέλαβε πόλεις της Θράκης και της Μακεδονίας, όπου εγκατέστησε Βούλγαρους στρατηγούς και έστειλε φορολόγους να εισπράξουν τους φόρους.
Την διοίκηση της συρρικνωμένης Αυτοκρατορίας της Θεσσαλονίκης ανέλαβε ο αδελφός του Θεοδώρου Δούκα, ο Δεσπότης Μανουήλ, που είχε νυμφευθεί μία νόθο κόρη του Ιωάννη Ασέν. Ο Μανουήλ προσπάθησε να συνάψει συμμαχίες, ακολουθώντας μία ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική. Αποκατέστησε τις σχέσεις του με το Πατριαρχείο και τον αυτοκράτορα της Νικαίας, που είχαν διαταραχθεί με τη στέψη του Θεοδώρου Δούκα και έστειλε στην Ιταλία τον Μητροπολίτη Κερκύρας Γεώργιο Βαρδάνη, για συνομιλίες με τον Πάπα και τον Γερμανό Αυτοκράτορα της Σικελίας Φρειδερίκο Β΄ Hohenstaufen.
To 1237 ο χήρος Ιωάννης Β΄ Ασέν νυμφεύθηκε την Ειρήνη, θυγατέρα του Θεοδώρου Δούκα, που συνόδευε τον πατέρα της στην αιχμαλωσία. Ελευθέρωσε τον Θεόδωρο, ο οποίος επέστρεψε κρυφά στη Θεσσαλονίκη και πήρε την εξουσία, ενώ ο Μανουήλ κατέφυγε στην αυλή της Νικαίας. Ο Θεόδωρος έστεψε βασιλέα τον γιο του Ιωάννη, στην πραγματικότητα όμως αυτός κινούσε τα νήματα της πολιτικής. Ο Μανουήλ έδωσε όρκο πίστεως στον Ιωάννη Γ΄ Βατάτζη, ο οποίος τον εφοδίασε με έξι πλοία για να ανακαταλάβει την εξουσία. Ο Μανουήλ το 1239 προσορμίσθηκε στη Δημητριάδα και κατέλαβε τα Φάρσαλα, τη Λάρισα και τον Πλαταμώνα. Τελικά όμως ήλθε σε συμφωνία με τον αδελφό του και η εμφύλια διαμάχη αποφεύχθηκε. Ο ίδιος ανέλαβε την διοίκηση της Θεσσαλίας, ενώ ο Θεόδωρος εγκαταστάθηκε στην Έδεσσα και είχε υπό τον έλεγχό του δύο κάστρα στη Δυτική Μακεδονία, τον Οστροβό και τα Σταρίδολα.
Το 1241 πεθαίνει ο Μανουήλ αλλά και ο Ιωάννης Β΄ Ασέν, με τον θάνατο του οποίου κλείνει ένα σημαντικό κεφάλαιο της ιστορίας της Βουλγαρίας. Τον διαδέχεται ο γιος του Καλιμάν. Η όλη πολιτική κατάσταση ευνοούσε τα σχέδια του αυτοκράτορος της Νικαίας, ο οποίος το 1242 εξεστράτευσε εναντίον της Θεσσαλονίκης. Με τη μεσολάβηση του Θεοδώρου Δούκα, ο Ιωάννης παραιτήθηκε από το αυτοκρατορικό αξίωμα και συνέχισε να κυβερνά με τον τίτλο του δεσπότη. Μετά τον θάνατό του, το 1244, τον διαδέχθηκε ο αδελφός του Δημήτριος, στον οποίο ο αυτοκράτορας της Νικαίας απένειμε τον τίτλο του δεσπότη. Την περίοδο αυτή ουσιαστικά η Θεσσαλονίκη βρίσκεται υπό την επικυριαρχία της Νικαίας. Το θέρος του 1246, ο Ιωάννης Γ΄ Βατάτζης εκστρατεύει εναντίον της Βουλγαρίας, την οποία κυβερνά ο ανήλικος ετεροθαλής αδελφός του Καλιμάν Μιχαήλ, γιος της Ειρήνης. Καταλαμβάνει τις Σέρρες, την περιοχή από το Μελένικο έως το Βελεβούσδιο (Κουστεντίλ), το Στυπείον (Ιστίπ), τα Σκόπια, τα Βελεσά, τον Πρίλαπο, την Πελαγονία και τον Πρόσακο. Κατά την επιστροφή του και ενώ βρισκόταν στο Μελένικο, εκδηλώθηκε συνωμοσία στη Θεσσαλονίκη εναντίον του Δημητρίου, προφανώς από παράταξη που διέκειτο φιλικά προς τη Νίκαια. Τέλη Νοεμβρίου, ο Βατάτζης στρατοπέδευσε έξω από την Θεσσαλονίκη και κατέλαβε την πόλη. Ο Δημήτριος εξορίσθηκε και πέθανε στη Μικρά Ασία. Η εφήμερη Αυτοκρατορία της Θεσσαλονίκης καταλύθηκε και ολόκληρη η Μακεδονία κατέστη τμήμα της Αυτοκρατορίας της Νικαίας.

Αγώνες για την εδραίωση της κυριαρχίας της Νικαίας στη Μακεδονία 
(1246-1261)
Την διοίκηση της Θεσσαλονίκης και των νεοκατεκτημένων πόλεων της Μακεδονίας ανέλαβε ο Μέγας Δομέστικος Ανδρόνικος Παλαιολόγος, ενώ ο γιος του Μιχαήλ ανέλαβε την διοίκηση των Σερρών και του Μελενίκου.
Τα συμφέροντα όμως της Νικαίας στη Μακεδονία θα έλθουν σε σύγκρουση με εκείνα του Ηγεμόνα της Ηπείρου Μιχαήλ Β΄ Δούκα, ο οποίος είχε επιστρέψει στην Άρτα από την Πελοπόννησο, όπου είχε καταφύγει μετά την δολοφονία του πατέρα του Μιχαήλ. Ο Μιχαήλ ο Β΄ εκμεταλλεύθηκε την αναρχία που επικράτησε στη Βουλγαρία μετά τον θάνατο του Ιωάννη Β΄ Ασέν, για να ξανακερδίσει τα εδάφη στις περιοχές του Δυρραχίου, της Αλβανίας και της Δυτικής Μακεδονίας. Το 1246 η Ήπειρος και η Νίκαια απέκτησαν για πρώτη φορά κοινά σύνορα στην περιοχή της Αχρίδος και του Πρίλαπου, ενώ ο Μιχαήλ ήλεγχε το μεγαλύτερο μέρος της Θεσσαλίας και της Ηπείρου και θεωρούσε τον εαυτό του τον μόνο επιζώντα διεκδικητή του αυτοκρατορικού θρόνου.
Τα επόμενα χρόνια, η Μακεδονία θα καταστεί πεδίο των στρατιωτικών συγκρούσεων μεταξύ του Μιχαήλ του Β΄ και του αυτοκράτορος της Νικαίας. Το 1251 ο Μιχαήλ, μαζί με τον θείο του Θεόδωρο Δούκα, επεχείρησαν χωρίς επιτυχία να καταλάβουν την Θεσσαλονίκη. Την άνοιξη του 1252 ο Ιωάννης Βατάτζης έφθασε στη Θεσσαλονίκη με μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις και κατέλαβε την Έδεσσα, την Καστοριά καθώς και το μεγαλύτερο μέρος της Αλβανίας. Ο Μιχαήλ αναγκάσθηκε να συνθηκολογήσει, παραδίδοντας ως ομήρους τον Θεόδωρο και τον γιο του Νικηφόρο. Ο Θεόδωρος οδηγήθηκε στη Νίκαια, όπου και πέθανε, ενώ ο Νικηφόρος που είχε ήδη από το 1249 μνηστευθεί την εγγονή του αυτοκράτορος, Μαρία, επέστρεψε στην Ήπειρο με τον τίτλο του δεσπότη.
Μετά τον θάνατο του Ιωάννη Γ΄ Βατάτζη, το 1254, ο Τσάρος των Βουλγάρων Μιχαήλ Α΄ Ασέν (1246-1257) κατέλαβε τις περιοχές από τον Αξιό έως και την Αλβανία, που είχε καταλάβει ο αυτοκράτορας της Νικαίας. Ο νέος Αυτοκράτωρ Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρης (1254-1258) εκστρατεύει στη Θράκη και την Μακεδονία και αποκαθιστά την βυζαντινή κυριαρχία, ενώ τον Μάιο του 1256 ο Μιχαήλ Ασέν υπογράφει συνθήκη, με την οποία παραιτείται από τα εδάφη που είχε καταλάβει.
Η σαρωτική νίκη του αυτοκράτορος της Νικαίας ανέκοψε τα σχέδια του Μιχαήλ Β΄ της Ηπείρου. Με πρωτοβουλία της συζύγου του Θεοδώρας, η οποία ταξίδευσε μαζί με τον γιο της έως το στρατόπεδο του Λάσκαρη στον Έβρο, αποφασίσθηκε ο γάμος του Νικηφόρου με την θυγατέρα του Λάσκαρη, που τελέσθηκε στη Θεσσαλονίκη τον Οκτώβριο του 1256 από τον Πατριάρχη Αρσένιο και με την παρουσία του αυτοκράτορος και της Θεοδώρας. Ο Μιχαήλ αναγκάσθηκε να προσφέρει ως γαμήλια δωρεά του γαμπρού το Δυρράχιο και τα Σέρβια. Ο Λάσκαρης επέστρεψε στη Νίκαια, αφήνοντας γενικό διοικητή τον γνωστό ιστορικό Γεώργιο Ακροπολίτη. Ο Ακροπολίτης, τον Δεκέμβριο του 1256, ξεκίνησε από την Θεσσαλονίκη και περιόδευσε όλες τις περιοχές της Μακεδονίας φθάνοντας ως το Δυρράχιο και την Κρόια. Ο Μιχαήλ ο Β΄ όμως, που δεν συγχώρησε τον εκβιαστικό τρόπο με τον οποίο του αφαιρέθηκαν το Δυρράχιο και τα Σέρβια, σε συνεργασία με τους Σέρβους υποκίνησε επανάσταση στο Ελβασάν, κατέλαβε τη Βέροια και την Καστοριά και πολιόρκησε τον Γεώργιο Ακροπολίτη, που με μικρές δυνάμεις είχε καταφύγει στον Πρίλαπο. Μετά την άλωση του Πρίλαπου, ο Ακροπολίτης οδηγήθηκε αιχμάλωτος στην Άρτα ενώ πολλοί διοικητές πόλεων παραδόθηκαν, με αποτέλεσμα ολόκληρη η Δυτική Μακεδονία να περιέλθει στον έλεγχο του κράτους της Ηπείρου. Την Θεσσαλονίκη φρουρούσε ο Μιχαήλ Παλαιολόγος, ο οποίος όμως ανακλήθηκε στη Νίκαια γιατί κατηγορήθηκε για προδοσία.
Δραματικά γεγονότα εξελίχθηκαν στη Νίκαια. Τον Αύγουστο του 1258 πεθαίνει ο Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρης, αφήνοντας τον θρόνο στον ανήλικο γιο του Ιωάννη Δ΄ Λάσκαρη. Κατά τα εννιάμερα, δολοφονείται ο Αντιβασιλέας Γεώργιος Μουζάλων από μέλη της αριστοκρατίας και αναλαμβάνει αντιβασιλεύς ο Μιχαήλ Παλαιολόγος.
Ο Μιχαήλ Δούκας, για να προωθήσει τα σχέδιά του, συνάπτει συμμαχία με τον Μανφρέδο της Σικελίας, ο οποίος με τον γάμο του με την κόρη του Μιχαήλ παίρνει ως προίκα τον Αυλώνα και άλλες πόλεις που είχε καταλάβει στην ηπειρωτική ακτή και με τον Γουλιέλμο Β΄ Βιλλεαρδουίνο, που νυμφεύεται την δεύτερη κόρη του Μιχαήλ. Οι συμμαχίες αυτές θορύβησαν τη Νίκαια. Στις 25 Δεκεμβρίου 1258, στέφεται αυτοκράτορας ο Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος και συναυτοκράτορας ο ανήλικος Ιωάννης Δ΄ Λάσκαρης.
Η αποφασιστική μάχη μεταξύ των δύο αντιπάλων δόθηκε το καλοκαίρι του 1259 στην πεδιάδα μεταξύ Πελαγονίας και Καστοριάς, όπου τα στρατεύματα του Μιχαήλ Δούκα, του Μανφρέδου και του Βιλλεαρδουίνου ηττήθηκαν κατά κράτος από τον στρατό της Νικαίας υπό την ηγεσία του αδελφού του Μιχαήλ Παλαιολόγου, του Σεβαστοκράτορος Ιωάννου. Μετά τη μάχη της Πελαγονίας το ένα μετά το άλλο τα κάστρα της Μακεδονίας, η Έδεσσα, ο Οστροβός, η Πρέσπα, η Καστοριά, ο Πρίλαπος, η Αχρίδα και η περιοχή έως το Δυρράχιο και το Βεράτι περιήλθαν στην εξουσία της Νικαίας.
Η πολιτική κατάσταση ανατράπηκε τελείως, όταν στις 25 Ιουλίου του 1261 ο Στρατηγός της Νικαίας Αλέξιος Στρατηγόπουλος που επιτηρούσε τη Θράκη, ανακατέλαβε την Κωνσταντινούπολη, την οποία βρήκε σχεδόν αφύλακτη και στις 15 Αυγούστου εισήλθε θριαμβευτής στην Πόλη ο Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος, που στέφθηκε στην Αγία Σοφία ως νέος Κωνσταντίνος, εγκαινιάζοντας στον θρόνο του Βυζαντίου τη Δυναστεία των Παλαιολόγων.

Η Μακεδονία στα χρόνια των Παλαιολόγων (1261-1430)
Με την ανακατάληψη της Βασιλευούσης, το 1261, ανασυστάθηκε η Βυζαντινή Αυτοκρατορία σε μία όμως ρημαγμένη πρωτεύουσα και με πλήθος εσωτερικά και εξωτερικά προβλήματα. Η αυτοκρατορία, εκτός από τα παράλια, είχε χάσει σχεδόν ολόκληρη τη Μικρά Ασία από τους Τούρκους και η απειλή υπήρχε πάντοτε από τη Δύση, καθώς οι Φράγκοι δεν έπαυσαν να διεκδικούν την Κωνσταντινούπολη. Η κυριαρχία στη θάλασσα των ιταλικών δημοκρατιών, της Βενετίας, της Γένουας και της Πίζας και τα προνόμια που τους είχαν εκχωρήσει οι βυζαντινοί αυτοκράτορες έπλητταν το βυζαντινό εμπόριο, που έπαψε να είναι ανταγωνιστικό. Η απώλεια των εύφορων περιοχών της Μικράς Ασίας οδήγησε στη μείωση των εσόδων και οι δαπάνες του στρατού είχαν αυξηθεί, καθώς η άμυνα εξαρτώνταν από σώματα ξένων μισθοφόρων. Η εμφάνιση νέων εχθρών στη Βαλκανική και η προέλαση των Οθωμανών Τούρκων σταδιακά θα αποτελέσουν τα επόμενα χρόνια θανάσιμη απειλή για την αυτοκρατορία.
Οι εχθροπραξίες όμως στη Μακεδονία δεν σταμάτησαν. Από το 1262 έως το 1264 ο Μιχαήλ Β΄ Δούκας, σε συμφωνία με τον Μανφρέδο, επιτέθηκε σε φρουρές των αυτοκρατορικών δυνάμεων παραβιάζοντας τις συνθήκες, ώσπου το 1265 αναγκάσθηκε να υπογράψει συμφωνία με τον Αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο και να παραχωρήσει τα Ιωάννινα. Η συνθήκη επισφραγίσθηκε με τον γάμο του γιου του, Δεσπότη Νικηφόρου, με την ανεψιά του αυτοκράτορος Άννα.
Μετά τον θάνατο του Μιχαήλ του Β΄ (μεταξύ των ετών 1267 και 1271), η επικράτειά του μοιράσθηκε στους δύο γιους του, τον Νικηφόρο που είχε έδρα την Άρτα και τον Ιωάννη που ήλεγχε την Θεσσαλία, με έδρα τις Νέες Πάτρες (Υπάτη). Ο Ιωάννης θα συμπράξει σε επιχειρήσεις εναντίον της Μακεδονίας με τον νέο δυναμικό εχθρό της αυτοκρατορίας, τον Ηγεμόνα των Σέρβων Στέφανο Ούρεση Β΄ Μιλούτιν (1282-1321). Ο Μιλούτιν το 1282 κατέλαβε τα Σκόπια, που έγιναν η πρωτεύουσα του κράτους του και στη συνέχεια τις περιοχές βόρεια της Αχρίδος, του Πρίλαπου και του Στυπείου (Istip), ενώ συνέχισε τις ληστρικές επιδρομές στη Μακεδονία. Το 1299, ο Αυτοκράτωρ Ανδρόνικος Β΄ Παλαιολόγος (1282-1328) αναγκάσθηκε να συνθηκολογήσει με τον Μιλούτιν και παρά τις αντιδράσεις της Εκκλησίας, να συμφωνήσει τον γάμο της πεντάχρονης θυγατέρας του Σιμωνίδας με τον σαραντάχρονο Μιλούτιν. Ο γάμος τελέσθηκε στη Θεσσαλονίκη από τον Αρχιεπίσκοπο Αχρίδος και ο Μιλούτιν έλαβε ως προίκα τα εδάφη που είχε καταλάβει.
Τον ΙΔ΄ αιώνα, στη Θεσσαλονίκη θα εγκατασταθούν γόνοι της αυτοκρατορικής οικογενείας, που θα κυβερνήσουν με τον τίτλο του δεσπότη. θα εκδηλωθούν όμως και αποσχιστικές τάσεις, που θα έχουν καταστροφικές συνέπειες για την Μακεδονία. Το 1303 η δεύτερη σύζυγος του Ανδρονίκου Β΄ Γιολάνδα-Ειρήνη, ήλθε σε διάσταση με τον σύζυγό της και εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη. Η Γιολάνδα, κόρη του Μαρκησίου του Μομφερά, έλαβε από τον πατέρα της τον υψηλό τίτλο του βασιλέως της Θεσσαλονίκης, όταν το 1284 παντρεύθηκε τον Ανδρόνικο τον Β΄. Απαίτησε λοιπόν αργότερα από τον αυτοκράτορα να μοιράσει, σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα, την επικράτεια εκτός της Κωνσταντινουπόλεως στους τρεις γιους που είχαν αποκτήσει, αίτημα που απέρριψε ο αυτοκράτορας καθώς αντιστρατεύονταν στο δόγμα της μίας και ενιαίας αυτοκρατορίας. Η Γιολάνδα θύμωσε και ήλθε στη Θεσσαλονίκη, όπου έμεινε έως τον θάνατό της (συνέβη το 1217, στη Δράμα). Το 1305 πεθαίνει στη Θεσσαλονίκη ο γιος τους, Δεσπότης Ιωάννης, που είχε αναλάβει την διοίκηση της πόλεως.
Τα επόμενα χρόνια, η Μακεδονία θα υποστεί τεράστιες καταστροφές από την Καταλανική Εταιρεία. Επαγγελματίες μισθοφόροι, οι Καταλανοί είχαν προσληφθεί από τον αυτοκράτορα για να πολεμήσουν εναντίον των Τούρκων στη Μικρά Ασία. Μετά την αδυναμία του όμως να συνεχίσει την καταβολή των μισθών τους, εκτράπηκαν σε λεηλασίες των μικρασιατικών επαρχιών και της Θράκης. Το 1307 εγκαταστάθηκαν στη Χαλκιδική και άρχισαν ληστρικές επιδρομές εναντίον των μονών του Αγίου Όρους και των γύρω περιοχών. Από τις 180 μονές που υπήρχαν τον ΙΑ΄ αιώνα, μόνον 25 διατηρήθηκαν τον ΙΔ΄ αιώνα. Το 1308 οι Καταλανοί επιτέθηκαν εναντίον της Θεσσαλονίκης, δεν μπόρεσαν όμως να την καταλάβουν εξαιτίας της οχυρώσεώς της. Στράφηκαν τότε προς τη Νότιο Ελλάδα και κατέλαβαν την Αθήνα.
Καταστροφικές όμως επιπτώσεις στον μακεδονικό χώρο και την αυτοκρατορία γενικότερα είχαν οι εμφύλιες συρράξεις που ξέσπασαν το 1320 και το 1341, στις οποίες έλαβαν μέρος Σέρβοι, Βούλγαροι και Τούρκοι και συνετέλεσαν στην εγκατάσταση των Οθωμανών στην Ευρώπη.

Ο Πόλεμος των δύο Ανδρονίκων (1321-1328) και η διακυβέρνηση του Ανδρονίκου του Γ΄ (1328-1341)
Τον Οκτώβριο του 1320 πέθανε ξαφνικά στη Θεσσαλονίκη ο Μιχαήλ ο Θ΄, γιος και συναυτοκράτορας του Ανδρονίκου του Β΄, όταν πληροφορήθηκε τον θάνατο στην Ήπειρο της θυγατέρας του Βασιλίσσης Άννης και στην Κωνσταντινούπολη τη δολοφονία του μικρότερου γιου του, Μανουήλ. Υπαίτιος για τον φόνο του Μανουήλ θεωρήθηκε ο μεγαλύτερος αδελφός του Ανδρόνικος, ο οποίος ήδη από το 1316 είχε αναγορευθεί συναυτοκράτορας. Ο Ανδρόνικος ο Β΄, ανησυχώντας και για τον άστατο βίο του εγγονού του, του αφήρεσε το αξίωμα και προσανατολιζόταν να ορίσει διάδοχό του τον νόθο γιο του γιου του, του Δεσπότη Κωνσταντίνου. Ο νεαρός Ανδρόνικος, πλαισιωμένος από πλουσίους φίλους του και ισχυρούς αξιωματούχους, αντέδρασε στα σχέδια του παππού του, με αποτέλεσμα να εκραγεί εμφύλιος πόλεμος που διήρκεσε επτά χρόνια και είναι γνωστός ως ο Πόλεμος των δύο Ανδρονίκων. Η πολεμική σύρραξη αποφεύχθηκε αρχικά, όταν με τη Συμφωνία του Ρηγίου, στις 6 Ιουνίου του 1321, εξασφαλίσθηκε η διαδοχή για τον εγγονό, ο οποίος ανέλαβε την διοίκηση των περιοχών από τη Σηλυμβρία έως τη Χριστούπολη, με έδρα την Αδριανούπολη. Ο Ανδρόνικος ο Β΄ κράτησε τις περιοχές από την Κωνσταντινούπολη έως τη Σηλυμβρία και από τη Χριστούπολη ως το Δυρράχιο. Λίγο αργότερα όμως εκδηλώθηκαν βίαια επεισόδια στη Θεσσαλονίκη, όταν η μητέρα του Ανδρονίκου του Γ΄, η Μαρία-Ρίτα, που μόναζε πιθανώς στη Μονή της Αγίας Θεοδώρας, οδηγήθηκε διά της βίας στην Κωνσταντινούπολη. Ξέσπασε στάση και οι Θεσσαλονικείς ζήτησαν από τον νεαρό Ανδρόνικο να καταλάβει την πόλη. Με νέα συμφωνία μεταξύ παππού και εγγονού, την διοίκηση και τα οικονομικά του κράτους κρατούσε ο Ανδρόνικος ο Β΄, ενώ επιτράπηκε στον εγγονό να διαθέτει μισθοφορικό στρατό και του δόθηκε φοροαπαλλαγή και ετήσια επιχορήγηση. Υπήρξε κάποια περίοδος συνεργασίας και ειρήνης. Τον Δεκέμβριο του 1327 όμως, ύστερα από πρόσκληση των Θεσσαλονικέων, ο Ανδρόνικος ο Γ΄ εισήλθε στη Θεσσαλονίκη και στη συνέχεια κατέλαβε την Έδεσσα, την Καστοριά και τη Βέροια. Την 24η Μαΐου του 1328 έγινε κύριος της Κωνσταντινουπόλεως. Ο γηραιός Ανδρόνικος ο Β΄ παραιτήθηκε και δύο χρόνια αργότερα αποσύρθηκε στη Μονή του Λιβός, όπου και πέθανε το 1334 ως μοναχός Αντώνιος.
Αμέσως μετά την ανάρρησή του στον θρόνο, ο Ανδρόνικος ο Γ΄ προσπάθησε να ενισχύσει την άμυνα της Μακεδονίας ιδρύοντας νέα κάστρα: στην κοιλάδα του Αξιού (κοντά στο Κιλκίς) το Γυναικόκαστρο, στην κοιλάδα του Στρυμόνα το Σιδηρόκαστρο και κοντά στις εκβολές του ποταμού, την Αμφίπολη. Μετά την ανατροπή του Στεφάνου Ούρεση Γ΄ από Σέρβους ευγενείς και την άνοδο στον θρόνο του γιου του Στεφάνου Δουσάν (1331-1355), οι Σέρβοι θα καταστούν ο πιο επικίνδυνος εχθρός του Βυζαντίου στη Βαλκανική, καθώς στόχο είχαν τη λεηλασία και την κατάκτηση των βυζαντινών εδαφών. Με τη σύμπραξη του έμπειρου Στρατηγού Συργιάννη Παλαιολόγου, που είχε χρηματίσει διοικητής της Θεσσαλονίκης και έπαιξε επαμφοτερίζοντα ρόλο κατά τον εμφύλιο πόλεμο των δύο Ανδρονίκων, τα σερβικά στρατεύματα κατέλαβαν το 1334 την Αχρίδα, τη Στρώμνιτσα και την Καστοριά και απείλησαν την Θεσσαλονίκη. Ο Ανδρόνικος ο Γ΄ έφθασε από το Διδυμότειχο στη Ρεντίνα, ενώ ο φίλος του Ιωάννης Καντακουζηνός ανάγκασε τουρκικά πειρατικά πλοία που λυμαίνονταν την Χαλκιδική, να αποχωρήσουν. Μετά την δολοφονία του Συργιάννη από ανθρώπους του Ανδρονίκου και καθώς το κράτος των Σέρβων απειλήθηκε από εισβολή των Ούγγρων, ο Δουσάν συναντήθηκε με τον αυτοκράτορα στον Γαλλικό Ποταμό και έκλεισαν ειρήνη, με τον όρο να επιστρέψει τις πόλεις και τα κάστρα που είχε καταλάβει. Από το 1334 έως και το 1341, επικρατεί σχετική ηρεμία. Μετά τον ξαφνικό θάνατο του Ανδρονίκου του Γ΄ όμως, στις 15 Ιουνίου του 1341, ξέσπασε νέος και πιο καταστροφικός εμφύλιος πόλεμος. Εκδηλώθηκαν θρησκευτικές και κοινωνικές αντιθέσεις, ενώ εμπλέχθηκαν σε αυτόν οι Σέρβοι, οι Βούλγαροι και οι Οθωμανοί Τούρκοι, αφαιρώντας και την τελευταία ικμάδα της αυτοκρατορίας.
Οι εμφύλιοι πόλεμοι, 1341-1354 και η οθωμανική κατάκτηση
Τον Ανδρόνικο τον Γ΄ διαδέχθηκε ο ανήλικος γιος του Ιωάννης Ε΄ Παλαιολόγος, με Επίτροπο την μητέρα του Άννα. Αμέσως, την διαχείριση των πραγμάτων ανέλαβε ο επιστήθιος φίλος του εκλιπόντος Ιωάννης Καντακουζηνός, ο οποίος είχε στηρίξει τον Ανδρόνικο σε όλους τους αγώνες του για την κατάκτηση της βασιλείας. Ο Ανδρόνικος δεν είχε ορίσει τα μέλη της αντιβασιλείας, γεγονός που οδήγησε σε εμφύλια σύρραξη, καθώς αξιώσεις στην αντιβασιλεία προέβαλαν ο Πατριάρχης Ιωάννης Καλέκας και ο Αλέξιος Απόκαυκος, οι οποίοι διέβαλαν τον Ιωάννη Καντακουζηνό στη βασιλομήτορα ότι εποφθαλμιούσε τον αυτοκρατορικό θρόνο. Ο Καντακουζηνός κηρύχθηκε εχθρός του κράτους, δημεύθηκε η περιουσία του και οι οπαδοί του στην Κωνσταντινούπολη διώχθηκαν και φυλακίσθηκαν. Ύστερα από την τροπή που πήραν τα πράγματα και με την παρότρυνση των οπαδών του που διέφυγαν από την Κωνσταντινούπολη, ο Καντακουζηνός αναγορεύθηκε αυτοκράτορας στο Διδυμότειχο, στις 26 Οκτωβρίου του 1341. Πολλές πόλεις προσχώρησαν στον Καντακουζηνό. Στην Αδριανούπολη, όμως, άνθρωποι από κατώτερα κοινωνικά στρώματα επιτέθηκαν σε σπίτια αρχόντων και τα λεηλάτησαν, γεγονός που προσέδωσε έναν κοινωνικό χαρακτήρα στην αντίθεση προς τον Καντακουζηνό, που ήταν ένας από τους πλουσιοτέρους ανθρώπους του Βυζαντίου, με τεράστια κτηματική περιουσία κυρίως στην περιοχή των Σερρών.
Ο πόλεμος πήρε ανεξέλεγκτες διαστάσεις στη Θεσσαλονίκη, όταν την άνοιξη του 1342 ο Διοικητής της Θεσσαλονίκης Θεόδωρος Συναδηνός προσεκάλεσε τον Καντακουζηνό να καταλάβει την πόλη. Οι κάτοικοι εξεγέρθηκαν και με επικεφαλής τους Ζηλωτές, που προέρχονταν κυρίως από τις λαϊκές τάξεις και τη Συντεχνία των Ναυτικών, στράφηκαν με ιδιαίτερη μανία κατά των πλουσίων και επιδόθηκαν σε σφαγές και λεηλασίες. Η Θεσσαλονίκη είχε την όψη κατεστραμμένης από εχθρούς πόλεως. Οι Ζηλωτές κατέλαβαν την εξουσία, ενώ ο Καντακουζηνός ήλθε σε συμφωνία με τον Στέφανο Δουσάν, που προσπάθησε να επωφεληθεί και να επεκτείνει την κυριαρχία του στη Μακεδονία. Ξεκινώντας από τη Σερβία, ο Καντακουζηνός προσπάθησε να καταλάβει τις Σέρρες και να προχωρήσει προς τη Θράκη, αναγκάσθηκε όμως να επιστρέψει στη Σερβία, καθώς κυβερνητικές δυνάμεις και στόλος κατευθύνθηκαν προς την Θεσσαλονίκη. Το 1343 κατέλαβε τη Βέροια, τα Σέρβια και τον Πλαταμώνα, ενώ στη Θεσσαλονίκη έφθασαν πλοία του συμμάχου του, του Σελτζούκου Εμίρη του Αϊδινίου Ουμούρ. Ένα μέρος του τουρκικού στόλου προσορμίσθηκε στην Πύδνα της Πιερίας και οι Τούρκοι εκτράπηκαν σε λεηλασίες έως έξω από τη Βέροια. Η Θεσσαλονίκη όμως δεν ήταν δυνατόν να καταληφθεί, όσο την εξουσία είχαν οι Ζηλωτές. Ο Καντακουζηνός επέστρεψε στη Θράκη, ο Δουσάν όμως κατέλαβε την Έδεσσα, την Καστοριά και τη Φλώρινα και τον Σεπτέμβριο του 1345 τις Σέρρες, όπου αναγορεύθηκε «αυτοκράτωρ Σερβίας και Ρωμανίας» και την άνοιξη του 1346 στέφθηκε στα Σκόπια.
Ραγδαία και δραματική υπήρξε η εξέλιξη των γεγονότων στη Θεσσαλονίκη. Ο Διοικητής Ιωάννης Απόκαυκος είχε διατάξει την δολοφονία του επικεφαλής των Ζηλωτών και εξόρισε πολλούς από τους αρχηγούς τους. Όταν έφθασε η είδηση της δολοφονίας του πατέρα του Αλεξίου Απόκαυκου στην Κωνσταντινούπολη, ήταν έτοιμος να παραδώσει την πόλη στον Καντακουζηνό, εκδηλώθηκε όμως αντικίνημα από τον μέχρι τότε μετριοπαθή αρχηγό των Ζηλωτών, Ανδρέα Παλαιολόγο. Ο Απόκαυκος και όσοι ευγενείς κατέφυγαν στην ακρόπολη, κατακρημνίσθηκαν από τα τείχη και η πόλη παραδόθηκε στις λεηλασίες και στην καταστροφή από το μανιασμένο πλήθος. Οι Ζηλωτές έγιναν κύριοι της πόλεως και την κυβέρνησαν αυτόνομα από το 1345 έως το 1347, ακόμη και μετά την είσοδο του Καντακουζηνού στην Κωνσταντινούπολη και τη συμφιλίωσή του με τον Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγο, που είχε νυμφευθεί την κόρη του Ελένη. Δύο φορές μάλιστα αρνήθηκαν την είσοδο στην πόλη στον νέο Μητροπολίτη Γρηγόριο Παλαμά, τον κυριώτερο εκπρόσωπο του Ησυχασμού, ενώ ζήτησαν τη βοήθεια των Σέρβων. Η ενέργεια αυτή θεωρήθηκε προδοτική και οι Θεσσαλονικείς το 1349 στράφηκαν εναντίον τους και επευφήμησαν αυτοκράτορα τον Καντακουζηνό, που το 1350 ήλθε στην πόλη μαζί με τον Ιωάννη τον Ε΄.
Έτσι, τέθηκε τέρμα στην Κυβέρνηση των Ζηλωτών, όχι όμως και στην εμφύλια διαμάχη. Ο Ιωάννης ο Ε΄ που είχε παραμείνει στη Θεσσαλονίκη, θεωρώντας τον εαυτό του παραγκωνισμένο στην επαρχία, ήλθε σε συνεννοήσεις με τον Δουσάν, τη συμφωνία όμως απέτρεψε η μητέρα του Άννα Παλαιολογίνα, που έσπευσε από την Κωνσταντινούπολη. Το φθινόπωρο του 1352, ο Ιωάννης ο Ε΄ συγκρούσθηκε στη Θράκη με τον γιο του Καντακουζηνού Ματθαίο, ηττήθηκε όμως κοντά στο Διδυμότειχο. Μετά την αποτυχία του να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη, όπου την διοίκηση ασκούσε η μητέρα του Άννα Παλαιολογίνα. Τον Φεβρουάριο του 1354, ο Καντακουζηνός έστεψε συναυτοκράτορα τον γιο του Ματθαίο και απαγόρευσε να μνημονεύεται στις επευφημίες ο Ιωάννης ο Ε΄. Τον Μάρτιο του ιδίου έτους, οι σύμμαχοί του Τούρκοι κατέλαβαν την εγκαταλελειμμένη από τους κατοίκους της λόγω των σεισμών Καλλίπολη, την πιο σημαντική από στρατηγικής απόψεως πόλη στον Ελλήσποντο, που αποτέλεσε εφ' εξής το ορμητήριο για την εξάπλωση των Οθωμανών στην Ευρώπη.
Τον Νοέμβριο του 1354 ο Ιωάννης ο Ε΄, με τη βοήθεια του Γενουάτη Φραγκίσκου Gattiluzi, εισήλθε κρυφά στην Κωνσταντινούπολη και έγινε κύριος της πόλεως. Λίγες ημέρες αργότερα, ο Ιωάννης ο Στ΄ Καντακουζηνός παραιτήθηκε και αποσύρθηκε σε μονή, όπου έζησε άλλα τριάντα χρόνια ως μοναχός Ιωάσαφ.
Μετά τον θάνατο του Στεφάνου Δουσάν, τον Δεκέμβριο του 1355 και τον κατακερματισμό του σερβικού κράτους, Έλληνες, Βούλγαροι και Σέρβοι δεν μπόρεσαν να συμπράξουν κατά του κοινού εχθρού, των Τούρκων. Μετά την ήττα των Σέρβων στο Τσίρμεν του Έβρου, τον Σεπτέμβριο του 1371, Σέρβοι και Βούλγαροι έγιναν φόρου υποτελείς στον σουλτάνο.
Μοναδική εστία αντιστάσεως ήταν η Θεσσαλονίκη. Ο διοικητής της, ο μικρότερος γιος του Ιωάννου του Ε΄ Δεσπότης Μανουήλ Παλαιολόγος, ανακαταλαμβάνει τον Νοέμβριο του 1371 τις Σέρρες και οργανώνει την άμυνα κατά των Τούρκων. Απαλλοτριώνει κτήματα του Αγίου Όρους και τα μοιράζει στους στρατιώτες. Οι Τούρκοι, ωστόσο, προελαύνουν. Το 1383 καταλαμβάνουν τις Σέρρες και πολιορκούν την Θεσσαλονίκη. Τέσσερα χρόνια κράτησε ο αποκλεισμός της πόλεως. Η ηττοπάθεια όμως των Θεσσαλονικέων, που είχαν καταπονηθεί από τις κακουχίες και την πείνα, αναγκάζει τον Μανουήλ να εγκαταλείψει την πόλη και να καταφύγει στην Προύσα, όπου ταπεινωμένος έγινε δεκτός στην αυλή του σουλτάνου. Το 1387 η Θεσσαλονίκη, ύστερα από συμφωνία, παραδίδεται στους Τούρκους και γίνεται φόρου υποτελής. Ο Μανουήλ με πικρία έγραφε αργότερα στον Καβάσιλα: «στην πατρίδα σου συνέχεια πολεμούσα τους εχθρούς της πίστης. Κι αυτοί για τους οποίους νύχτα και μέρα προτιμούσα να δώσω τη ζωή μου… αυτοί βρίσκονταν σε συνεννοήσεις με τους εχθρούς». Όταν το 1391 πέθανε ο Ιωάννης ο Ε΄, ο Μανουήλ δραπέτευσε από την Προύσα και στέφθηκε αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη (1391-1425). Την ίδια χρονιά κατέλαβε την Θεσσαλονίκη ο Βαγιαζίτ ο Α΄, μετά την ήττα του όμως στη μάχη της Αγκύρας από τον Ταμερλάνο, το 1402, η πόλη πέρασε και πάλι στους Βυζαντινούς. Από το 1403 έως το 1423 την κυβερνούν διαδοχικά γόνοι της αυτοκρατορικής οικογενείας, ώσπου ο Ανδρόνικος Παλαιολόγος, γιος του Αυτοκράτορος Μανουήλ του Β΄, μπροστά στον τουρκικό κίνδυνο παρέδωσε την Θεσσαλονίκη στους Βενετούς, με τον όρο να σεβασθούν τα προνόμια της Κοινότητος και της Εκκλησίας. Και οι Βενετοί όμως δεν μπόρεσαν να κρατήσουν την πόλη. Στις 29 Μαρτίου του 1430, η πολυύμνητος Θεσσαλονίκη έπεφτε στα χέρια των Τούρκων.

Σημειώσεις
Ιωάννης Σκυλίτζης 412.67-76.
Ιωάννης Σκυλίτζης 411.51-412.3.
Ιωάννης Σκυλίτζης 413.21.
Ιωάννης Σκυλίτζης 413.22
Ιωάννης Σκυλίτζης 476.55
Μιχαήλ Ατταλειάτης 83.10-85.22
Συνέχεια Ιωάννου Σκυλίτζη 182.15-183.28
Βλ. Γ. Θεοχαρίδης, Ιστορία της Μακεδονίας κατά τους μέσους χρόνους 285 -1354, Θεσσαλονίκη 1980, σ.281 κε. Ι. Καραγιαννόπουλος, Ιστορία του βυζαντινού κράτους, τόμ.2, σ. 588 κε.
Νικηφόρος Βρυέννιος 129.10. Πβλ. Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, τόμ.2, σ. 590.
Θεόδωρος Σκουταριώτης, εκδ. Κ. Σάθας, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη 7 (1894), 185.
Αλεξιάς 121.29-34, 146.59 κε. (=Leib I.144, II.10.8 κε.).
Αλεξιάς 143.7 κε. (=Leib II.10.8 κε.).
Αλεξιάς 153.69, 161.28 (=Leib II.22.6-24.1, 24.1-32.23).
Αλεξιάς 176.51-180.73 (=Leib II.51.18-56.23).
Αλεξιάς 361.70-72 (=Leib IΙΙ.56.1-4).
Ι. Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, τόμ.3, σσ. 80-81.
Αλεξιάς 413.90-422.30 (=Leib IΙΙ.125.10-138.13).
Βλ. Β. Νεράντζη-Βαρμάζη, «Πληροφορίες του Θεοφύλακτου Αχρίδας και του Δημητρίου Χωματιανού για τον δυτικομακεδονικό χώρο», Διεθνές Συμπόσιο Βυζαντινή Μακεδονία σσ. 231-238.
Ευστάθιος Θεσσαλονίκης 74.10, 68.24, 76.19-78.15.
Ευστάθιος Θεσσαλονίκης 88.23 κε., 90.1 κε.
Ευστάθιος Θεσσαλονίκης 100.12 κε., 146.2-10.
Νικήτας Χωνιάτης 368.47 κε., 371.23 κε. Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, τόμ.3, σ. 288 κε.
Νικήτας Χωνιάτης 546.72 κε. Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, τόμ.3, σ. 348 κε.
Νικήτας Χωνιάτης 599.39-40. Γ. Θεοχαρίδης, Ιστορία Μακεδονίας, σ. 310 κε.
Βλ. Β. Hendrickx, Οι πολιτικοί και στρατιωτικοί θεσμοί της Λατινικής αυτοκρατορίας της Κωνσταντινουπόλεως κατά τους πρώτους χρόνους της υπάρξεώς της, Θεσσαλονίκη 1970, σσ. 54-57.
Νικήτας Χωνιάτης 600.50-57.
Η Αγία Σοφία ήταν από την ίδρυσή της ο μητροπολιτικός ναός και όχι η Rotonda, όπως είχε υποστηρίξει ο Γ. Θεοχαρίδης. Βλ. Αλκμήνη Σταυρίδου-Ζαφράκα, «Η Αγία Σοφία ως μητροπολιτικός ναός και το επισκοπείο», Αφιέρωμα στη μνήμη του Σωτήρη Κίσσα, Θεσσαλονίκη 2001, σσ. 549-560.
Θεοχαρίδης, Ιστορία της Μακεδονίας, σσ. 314-315.
Νικήτας Χωνιάτης 615-617, Γεώργιος Ακροπολίτης 22.26-28.
Νικήτας Χωνιάτης 619.44-620.70.
Γεώργιος Ακροπολίτης 23.16-19.
Νικήτας Χωνιάτης 620.71-83, Γεώργιος Ακροπολίτης 23.1-16.
Γεώργιος Ακροπολίτης 23.19-24.4.
Θεοχαρίδης, Ιστορία Μακεδονίας, σσ. 320-322.
Δημήτριος Χωματηνός αρ.106.144-152.
Γεώργιος Ακροπολίτης 24.12-26.9. D. Nicol, TheDespotateofEpiros, Οξφόρδη 1957, σσ. 48-59.
J. Longnon, «La reprise de Salonique par les Grecs en 1224», Actes du VIe Congrès International d' Études Byzantines I, Παρίσι 1950, σσ. 141-146.
Γεώργιος Ακροπολίτης 33.15-34.16. Για τη χρονολόγηση της αναγόρευσης και στέψης βλ. Αλκμήνη Σταυρίδου-Ζαφράκα «Συμβολή στο ζήτημα της αναγόρευσης του Θεοδώρου Δούκα», Αφιέρωμα στον Εμμανουήλ Κριαρά, Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών, Θεσσαλονίκη 1988, 37-62, Ελένη Βέη-Σεφερλή, «Ο χρόνος στέψεως του Θεοδώρου Δούκα ως προσδιορίζεται εξ ανεκδότων γραμμάτων Ιωάννου του Αποκαύκου», BNJ, 21 (1971/76) 272-279.
Βλ. Αλμήνη Σταυρίδου-Ζαφράκα, Νίκαια και Ήπειρος τον 13ο αιώνα. Ιδεολογική αντιπαράθεση στην προσπάθειά τους να ανακτήσουν την αυτοκρατορία, Θεσσαλονίκη 1990, F. Bredenkamp, TheByzantineEmpireofThessaloniki (1224-1242), Θεσσαλονίκη 1996
G. Prinzing, Studien I, II.
A. Karpozilos, «The Ecclesiastical Controversy between the Kingdom of Nicaea and the Principality of Epiros (1217-1233)», ΒυζαντινάΚείμενακαιΜελέται, 7, Θεσσαλονίκη 1973.
Δημήτριος Χωματηνός, αρ.8 και 146. Αλμήνη Σταυρίδου-Ζαφράκα, «Η αρχιεπισκοπή Αχρίδος και η αυτοκρατορία της Θεσσαλονίκης», Χριστιανική Μακεδονία, 407-421.
Σπ. Τρωιάνος, Οι πηγές του Βυζαντινού Δικαίου, Αθήνα-Κομοτηνή 1986, σ. 172.
Γεώργιος Ακροπολίτης 38.21-43.19. Θεοχαρίδης, Ιστορία Μακεδονίας, σ. 328 κε., Αλκμήνη Σταυρίδου-Ζαφράκα, Νίκαια και Ήπειρος, σσ. 67-84.
Γεώργιος Ακροπολίτης 43.19 κε., 60.10-62.16.
Γεώργιος Ακροπολίτης 65.4-67.25, 70.13 κε.,79.16-84.22, Θεοχαρίδης, Ιστορία Μακεδονίας 332-344. Αλκμήνη Σταυρίδου-Ζαφράκα , Νίκαια και Ήπειρος, σσ. 84-87.
Γεώργιος Ακροπολίτης 88.15-92.14, 107 κε.
Γεώργιος Ακροπολίτης 132 κε., 139 κε., 150 κε.
Γεώργιος Ακροπολίτης 167-170. Γεώργιος Παχυμέρης εκδ. J. Failler, Ι.117-121.
Γεώργιος Ακροπολίτης 181-185. Γεώργιος Παχυμέρης Ι.233.24 κε.
Βλ. Θεοχαρίδης, Ιστορία Μακεδονίας, σ. 370.
Νικηφόρος Γρηγοράς Ι 233-235. H. Constantinidi-Bibicou, «Yolande de Montferrat, impératrice de Byzance», L' Hellénisme contemporain, 4,6 (1950) σσ. 425-442.
K. Setton, Catalan Domination of Athens (1311-1388), Κέμπριτζ Μασσαχουσέτη 1948, σ. 286. A. Laiou, Constantinople and the Latins The Foreign Policy of Andonicus II (1282-1328), Κέμπριτζ Μασσαχουσέτη, σσ. 220-226.
F. Ostrogorsky, Ιστορία, τόμ.3, σ. 191 κε., Θεοχαρίδης, Ιστορία Μακεδονίας, σ. 374 κε. 383 κε.
Θεοχαρίδης, Ιστορία Μακεδονίας, σσ. 386-389, 393-399.
Θεοχαρίδης, Ιστορία Μακεδονίας, σσ. 403-405.
Θεοχαρίδης, Ιστορία Μακεδονίας, σσ. 405-413.
Μανουήλ Β΄ επιστολή 67 (εκδ. G. T. Dennis) σ. 187. G. T. Dennis, The Reign of Manuel II Palaeologus in Thessaloniki 1282-1387, Ρώμη 1960, σ. 77 κε.
Την άλωση περιγράφει ο Ιωάννης Αναγνώστης, Διήγησις περί της τελευταίας αλώσεως της Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1958.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δεν επιτρέπονται σχόλια σε γκρήκλις. Καλύτερα να έχουμε ορθογραφικά λάθη παρά να καταστρέφουμε την γλώσσα μας.

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Αρχαία Μακεδονία

Αρχαία Μακεδονία