Κυριακή, 27 Απριλίου 2014

Για την εκατονταετηρίδα του Μακεδονικού Αγώνα


Για την εκατονταετηρίδα 
του Μακεδονικού Αγώνα

Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, επειδή φρονεί ότι ο Μακεδονικός Αγώνας συνιστά σωστικό σταθμό Ορθοδοξίας και Ελληνισμού απεφάσισε πρέπουσα υπόμνησή του με την συμπλήρωση Εκατονταετίας, 1904-2004, από την έναρξη της ένοπλης αντιστάσεως στη Μακεδονία. Διότι οποιαδήποτε αποδυνάμωση της πρώτης θα δεχόταν αναπόδραστα και ο δεύτερος αντίστοιχη.
Εύλογα η Εκκλησία της Ελλάδος συμμετέχει ενεργότατα στις ενδεδειγμένες εκδηλώσεις μνήμης, τιμής και ευγνωμοσύνης προς τους Μακεδονομάχους όλων των περιόδων. Ομολογουμένως η διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα δεν εξαντλείται στην τετραετία 1904-1908. Η εκκίνησή του ταυτίζεται με τις αρχές του Ανατολικού Ζητήματος[1]. Η δε Ορθοδοξία τον είχε τέλεια συλλάβει σε χρόνους σκοτεινούς. Συγκεκριμένα ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Μελέτιος Πηγάς ο Α' διακήρυσσε στεντόρεια στους υπόδουλους ομογενείς του την εθνική τους καταγωγή και την ελληνικότητα των Μακεδόνων![2]
Προφητικά προϊδεάζει πράγματι τους πιστούς ο επιφανής Μελέτιος Πηγάς για την Ορθοδοξία και την Ελληνικότητα της Μακεδονίας, την οποία επί αιώνες καταπατούσαν αλλογενείς και αλλόθρησκοι, συνάμα δε αδιάλειπτα εποφθαλμιούσαν τσάροι[3] και αυτοκράτορες, Μεγάλες λεγόμενες Δυνάμεις, καθώς και νεοφανείς διεκδικητές, Ρουμάνοι και Βούλγαροι. Το δε περιεργότατο είναι ότι αξιώσεις προβάλλουν και στερούμενοι εθνικής συνειδήσεως[4] και στοιχειώδους κρατικής υποστάσεως, όπως ''οι αυστροκίνητοι και ιταλοκίνητοι πλεονάζοντες εκ των Αλβανών μουσουλμάνοι, ως και οι μειοψηφούντες περί την Σκόδραν Αλβανοί Χριστιανοί της Δυτικής Εκκλησίας''[5].

Στη Θεσσαλονίκη άλλως τε εγκαταστάθηκαν ήδη το 1773 μέλη του μοναχικού τάγματος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, γνωστά ως Λαζαριστές[6], που ίδρυσαν στη μεν συμπρωτεύουσα την ομώνυμη Μονή στη δε πέριξ ύπαιθρο ναούς, σχολεία αρρένων και θηλέων, νοσοκομεία, φαρμακεία, άσυλα για τα ορφανά και τα έκθετα. Προφανέστατα όλα κατ' επίφαση φέρονται σαν ευαγή ιδρύματα, ενώ στην πραγματικότητα ήσαν περιφανή προπαγανδιστικά κέντρα, των οποίων πρωταρχικές επιδιώξεις ήσαν ο προσηλυτισμός των σχιματικών βουλγαροφώνων[7]. Βαθμιαία οι δραστηριότητες διευρύνονται και σε άλλες πόλεις της Μακεδονίας, Καβάλα, Κιλκίς, Μοναστήρι[8].
Στο τελευταίο η διεύρυνση συμπεριλαμβάνει και τους Βλαχόφωνους, αν και αισθητότατα διακρίνονται για την ελληνική συνείδηση, το υψηλότερο επίπεδο ζωής, τις εκπληκτικές επιδόσεις στο εμπόριο, στις τέχνες, στα γράμματα, στις επιστήμες[9] και θεωρούνται ως οι πρώτοι χριστιανοί της Ευρώπης, της Μακεδονίας, από τους χρόνους του Αποστόλου Παύλου, όπως Γάλλος πανεπιστημιακός καθηγητής[10], μάλιστα Καθολικός, διατείνεται. Εν τούτοις το τάγμα των Λαζαριστών, αν και θρησκευτική γαλλική αποστολή, πάντοτε αναφανδόν στην υπηρεσία της πολιτικής της Γαλλίας, στο Μοναστήρι επί ηγουμενίας του αββάFaverial αναπτύσσει διαδοχικά διασυνδέσεις με τους εκπροσώπους της παντοδύναμης Αυστροουγγαρίας και όργανα της κρατικά αρτιπαγούς Ρουμανίας, η οποία εξελίχθηκε επικινδυνωδέστερη για τον Ελληνισμό, μολονότι του οφείλει την εθνωνυμία[11] και τη γλώσσα[12].

Έχοντας αδιανόητη δυνατότητα διαθέσεως δελεαστικών κονδυλίων για φιλοδωρήματα και χρησιμοποιώντας αδίστακτα πληρωμένα όργανα, η Ρουμανία ενωρίτερα επέτυχε να ''διαφθείρη εις άκρον τον αρχιερέαΓεννάδιον [μητροπολίτην Γρεβενών], δι' αμοιβής 5000 φλορίων και ούτω απέστειλεν αυτόν εις περιοδείαν κατά την επαρχίαν του προς υποστήριξιν του Ρουμανισμού, όπερ και εγένετο. Κατόπιν πάλιν εις αμοιβήν των κόπων του αρχιερέως και των υπηρεσιών προς τον Ρουμανισμόν, τω απεστάλη και αδαμαντοκόλλητος ταμβακοθήκη, ήν κατέσχε το Πατριαρχείον, ως και την αλληλογραφία του. Είτα δε μεγάλης αξίας Σταυρόν του στήθους, τον οποίον ο Αρχιερεύς εκείνος μεγαλαυχών δια τας εθνικάς προδοσίας του εφόρει καθ' απάσας τας επισήμους εορτάς, και τον οποίον μετά τον θάνατόν του απέστειλε εις τα Πατριαρχεία. Συνεννοηθείς μετά του ρηθέντος Αρχιερέως κατά το αυτό έτος 1870 ο ρηθείς Απ. Μαργαρίτης [το παμμέγιστο και πανούργο όργανο της ρουμανικής προπαγάνδας], ίνα εισαγάγη και εις τα εν Γρεβενοίς ελληνικά σχολεία ως υποχρεωτικήν την Ρουμανικήν γλώσσαν, συνεφωνήθη ως διδάσκαλος της Γαλλικής, Ελληνικής και Ρουμανικής, καθήμενος και τρεφόμενος εν τη Μητροπόλει, τον οποίον οι τότε διδάσκαλοι δεν παραδέχθησαν και απέβαλον της σχολής...''. Την πληροφορία ανευρίσκει στα Αρχεία του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδος η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Ελευθερία Ι. Νικολαϊδου και την καταχωρίζει στον Α' τόμο της σχετικά πρόσφατης συγγραφής της, την οποία επιγράφει Η ρουμανική προπαγάνδα στο βιλαέτι Ιωαννίνων και στα βλαχόφωνα χωριά της Πίνδου (μέσα 19ου αι. -1900)[13].
Άλλος μητροπολίτης, ο από Δεβρών και Βελισσού Άνθιμος ''αποσκίρτησε φανερά από τον ελληνισμό και την ορθοδοξία και έγινε τυφλό όργανο της Ρουμανικής ανθελληνικής προπαγάνδας. Έγινε αρχιερέας των Ρουνάνων και ανέλαβε τη Ρουμανική Εξαρχεία στην Κωνσταντινούπολη με μισθό 40 χρυσά εικοσόφραγκα το μήνα. Οι Ρουμάνοι του πρόσφεραν όλες τις ανέσεις (του παραχώρησαν ακόμα και πολυτελέστατη οικία), αλλά γνωρίζοντας τον άστατο χαρακτήρα του, έβαλαν φρουρούς να τον παρακολουθούν μη τυχόν ξαναρχίσει συνεννοήσεις και επαφές με το Ελληνορθόδοξο στοιχείο. Για να δικαιολογήσουν την παρουσία φρουρών προφασίστηκαν ότι το κάνουν για την ασφάλεια του. Η παρακολούθηση όμως ήταν τόσο οφθαλμοφανής και προκλητική, ώστε έκανε τον Άνθιμο να αγανακτήσει και να καταληφθεί από τύψεις και από αισθήματα ενοχής και μεταμέλειας. Πικρά μετανοιωμένος πήγε στο Πατριαρχείο και ζήτησε γονατιστός συγχώρεση από τον Πατριάρχη. Ο Πατριάρχης του έδωσε άφεση αμαρτιών και του πρόσφερε αρκετή οικονομική ενίσχυση για να μπορεί να ζήσει με αξιοπρέπεια. Οι τύψεις όμως τον κατέτρωγαν και το Σεπτέμβριο του 1904 πέθανε περιφρονημένος από κάθε πλευρά''[14].
Κατά την καθηγήτρια Νικολαϊδου, ''Υποψήφιος έξαρχος των Κουτσοβλάχων ήταν κι ο μητροπολίτης Δυρραχίου Βησσαρίων (1867-1899), με πολύ ισχυρότερη επιρροή στους κύκλους των Πατριαρχείων και την τουρκική κυβέρνηση, απ' ότι ο Άνθιμος...''[15]. Σε προγενέστερο σύγγραμμά της, επιγραφόμενο Ξένες προπαγάνδες και εθνική αλβανική κίνηση στις μητροπολιτικές επαρχίες Δυρραχίου και Βελεγράδων, κατά τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα, καταχωρίζει και μαρτυρίες: ''Ο Πρόξενος Μοναστηρίου, από την πολύωρη συνομιλία που είχε με το Βησσαρίωνα κατά τη μετάβαση του τελευταίου στο Μοναστήρι το 1896, είχε πειστή απόλυτα ότι αφεύκτως προσεφέρθη να υπηρετήση την Ρουμανικήν προπαγάνδαν και ότι κακά βουλεύεται ευμενώς διακείμενος προς τους Ρουμάνους... αναμενόταν η επίσημη προσχώρηση του Βησσαρίωνα στη ρουμανική προπαγάνδα και η ανακήρυξή του με τη συνδρομή των Τούρκων σε Έξαρχο των ανά την Μακεδονίαν, την Ήπειρον και την αλβανίαν ρουμανιζόντων, με πρόθεση να διορίση παντού επιτρόπους...''[16].
Αν και ο Δυρραχίου διέψευδε και δήθεν αγανακτούσε για όσα διέπραξε ο Άνθιμος, η φιλορουμανίζουσα στάση του και οι συνεννοήσεις του με τη ρουμανική προπαγάνδα διαπιστώθηκαν και από τους μητροπολίτες Μοναστηρίου, Καστοριάς και Κορυτσάς, ώστε να μετριάζονται οι επιφυλάξεις για υπερβάλλοντα ζήλο των διπλωματών, των προξένων, κατά των οποίων άλλως τε αντίστοιχες αποκαλύψεις, συνήθως για χρηματισμό ή παράβλεψη γενικά των εθνικών δικαίων, υποτονθορύζονταν επίσης.

Όμως θα ήταν βεβιασμένη οποιαδήποτε υποτίμηση των ιδιαζουσών δυσκολιών, οι οποίες προ πολλού ανεφύησαν στην περιφέρεια Δυρραχίου και στον ευρύτερο χώρο. Διότι προηγείται της ρουμανικής προπαγάνδας η δράση των καθολικών ταγμάτων, μεταξύ των οποίων και Λαζαριστές. Αυτά δε καθοδηγούμενα από το Βατικανό και ενισχυόμενα από τα καθολικά κράτη κατέστησαν η μεγαλύτερη απειλή και ο χειρότερος κίνδυνος για την Ορθοδοξία και τον Ελληνισμό, εναντίον των οποίων στρεφόταν οι προσηλυτιστικές και λοιπές παντοειδείς δραστηριότητές τους. Αποδεδειγμένα η Καθολική Εκκλησία εξασφάλισε την επιρροή της βόρεια του Δυρραχίου, επειδή δεν υπήρξε αντίδραση εκ μέρους της Ορθοδοξίας[17]. Έπειτα πάσχιζε για ευνοϊκή περίσταση επεκτάσεως της και κάτω του Δυρραχίου[18], στην προαιώνια Βόρειο Ήπειρο, σύμφωνα με αδιαμφισβήτητες μαρτυρίες του πατέρα της ΓεωγραφίαςΣτράβωνος[19], του Βυζαντινού χρονογράφου Προκοπίου[20], για δε τον 19ο αιώνα του Ιταλού καθολικού ιστορικού και δημοσιογράφου Canini, κατά τον οποίο διατηρείται ακόμη η υπεροχή του ελληνικού στοιχείου[21].
Προ της φανερής προσηλυτιστικής επιχειρήσεως και της ανεπίτρεπτης συμπράξεως με καθολικά κράτη κατά της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού η Καθολική Εκκλησία είχε επιμελέστατα μεριμνήσει για την ακριβή ενημέρωσή της επί της εθνολογικής, γλωσσικής κ.λπ. καταστάσεως του Θέματος Ιλλυρικόν. Προς τούτο απέστειλε το διασημότερο στέλεχος της, ομολογουμένως πανεπιστήμονα[22], τον επίσκοποΣεβίλλης και μετέπειτα αρχιεπίσκοπο Ισπανίας Ισίδωρο, ο οποίος παρέχει πράγματι εκπληκτικές πληροφορίες: ''...sunt autem provinciae Graeciae septem, quarum prima ab Occidente Dalmatia, inde Epirus, inde Hellas, inde Thessalia, inde Macedonia, inde Achaia, et duae in mari, Creta et Cyclades. Illyricum autem generaliter omnis Graecia est''[23]. Μετά επτά αιώνες Ισπανός επίσης, ο μοναχός Markos Jiminez de la Espada στην Graeciam του Ισιδώρου συμπεριλαμβάνει και τη Σερβία[24].

Ως προς τον χώρο της ΒΑ Βαλκανικής η επιστημονική συγκομιδή των ημερών μας διαθέτει ήδη αδιάσειστες αποδείξεις διαρκούς και δυναμικής παρουσίας Ελλήνων[25]. Πόσοι δε και ποιοί ήσαν αρχικά οι Βούλγαροι, αποκαλύπτει από το βήμα της Ακαδημίας Αθηνών ενώπιον του πρέσβεως της Βουλγαρίας στην ελληνική πρωτεύουσα N. Todorov, ο ακαδημαϊκός Διονύσιος Α. Ζακυνθηνός, αναπτύσσοντας το θέμα ''Οι Βούλγαροι από του εξελληνισμού εις τον εκσλαβισμόν''. Κυρίως τονίζει: ''Η θεωρία, η δεχόμενη ότι οι Βούλγαροι ήσαν γηγενείς και κατώκουν από αιώνων εις την χερσόνησον του Αίμου, στερείται επιστημονικής βάσεως... Ο έπηλυς Βουλγαρικός λαός έφερεν εις την πενιχράν αποσκευήν του περιωρισμένον αριθμόν Πρωτοβουλγαρικών λέξεων Τουρκικής προελεύσεως..., τας οποίας εχάραξε δια γραμμάτων του Ελληνικού αλφαβήτου. Επί διακόσια και πεντήκοντα έτη το Βουλγαρικόν Κράτος εχρησιμοποίει την Ελληνικήν, εφθέγγετο ελληνιστί. Εφθέγγετο ελληνιστί και όταν ήθελε να πολεμήση τους Ελληνας. Ότε δε βραδύτερον ενεκολπώθη μιαν άλλην γλώσσαν, αυτή η γλώσσα δεν ήτο η ιδική του... Εκτός ευαρίθμων επιγραφών, αι οποίαι εγράφησαν βουλγαριστί δι Ελληνικών γραμμάτων, τα λοιπά ευρήματα έχουν γραφή εις δημώδη Ελληνικήν γλώσσαν...''[26]. Αυτά πολύ ενωρίτερα, το 1966, κατά το πρώτο διεθνές συνέδριο σπουδών ΝΑ Ευρώπης, είχε ανακοινώσει στην πρωτεύουσα της Βουλγαρίας ενώπιον ειδικών επιστημόνων πολλών χωρών. Αναφερόμενος ο Ζακυνθηνός στις πρωτοβουλγαρικές επιγραφές και σε σπάνια επιγραφικά κείμενα, γραμμένα στην πρωτοβουλγαρική γλώσσα με γραφή ελληνική, διακήρυξε: ''έχουν γραφή από Έλληνες, Έλληνες αυτόχθονες, προσφυγες ή αιχμαλώτους, Έλληνες εντοπίους...''[27].
Όμως η Βουλγαρία της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου 1878, δημιούργημα των εργαστηρίων της τσαρικής επεκτατικής πολιτικής, επιλέχθηκε για την ανατροπή της εως τότε εθνολογικής και δημογραφικής καταστάσεως της περιοχής, σαφέστατα δε για την παραλλαγή προγενεστέρων και ιδίως πολιτισμικά ανώτερων πληθυσμών. Σε μια ημέρα αναδύθηκε ως χώρα, της οποίας οι κάτοικοι αριθμούσαν 4.500.000, ενώ Βούλγαροι ήσαν μόλις 600.000[28]. Οι υπόλοιποι, πολυαριθμότεροι, αποτελούσαν κράμα εξισλαμισμένων, ''Τούρκων'', Ελλήνων κ.α. Σχετικά με τους ''Τούρκους'', ο Ελβετός ανθρωπολόγος και εθνολόγος Eugene Pittard[29] διευκρινίζει ότι, υπ' αυτήν τη λέξη, βρίσκονται εντόπιοι βαλκανικοί πληθυσμοί εξισλαμισμένοι από ποικίλα αίτια. Τα ίδια σχεδόν υποστηρίζουν και οι σύγχρονοι μας τουρκολόγοι B. J. Slot[30] και N. Beldiceanu[31].
Για την επίτευξη του εκβουλγαρισμού καταρτίζονται ποικίλα, κατά περιπτώσεις, και πολλαπλά προγράμματα ''διαφωτίσεως''. Μάλιστα επιστρατεύονται -με το αζημίωτο- και ξένοι ειδικοί, όπως ο G. Weigand, ο οποίος και στην ώριμη ηλικία, όταν πλέον και ο ίδιος δεν δεχόταν τη γλώσσα ως μοναδικό κριτήριο εθνότητας, συνέχιζε την άσκηση προπαγάνδας. Το ειδικό δημοσίευμα του, κατά τον ακαδημαϊκό και καθηγητή της Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Γεώργιο Χατζιδάκι, ''είναι προπαγανδιστικόν και παντάπασιν ανάξιον πίστεως'', ο δε συγγραφέας του ''κατάλληλον όργανον της Βουλγαρικής προπαγάνδας'', ενώ ο Νόταρης τον χαρακτηρίζει σκληρότερα: ''τυφλό όργανο του Βουλγαρικού σωβινισμού''[32].

Εξ' ίσου ''επιστημονικές'' υπηρεσίες παράλληλα προσφέρει ο Weigand και στη Ρουμανία, όπου οι χρηματοδοτήσεις του από ρουμανικές κυβερνήσεις καταντούν κοινό μυστικό, αφού δημοσιεύονται και στις ρουμανικές εγκυκλοπαίδειες![33] Δεν παραμελεί και τις επικοινωνίες του με τους Λαζαριστές. Μικρή περικοπή από σύγγραμμα του πείθει αρκετά: ''Συζητώντας με τον ηλικιωμένο ιερέα [τον αββά Faverial], που μένει εδώ και χρόνια στο Μοναστήρι και που νοιάζεται πάρα πολύ για την υποστήριξη του ρουμανικού σχολείου, πέρασε πολύ γρήγορα ο χρόνος. Με ιδιαίερη εμπάθεια μιλούσε για τους ''maudits Grecs'' (καταραμένους Έλληνες), που οι Λαζαριστές είναι οι αδιόρθωτοι αντίπαλοι τους, όσο και να ξετρελλαίνεται ο γαλλικός λαός για την Ελλάδα''[34]. Πάντως καθιστά ολοφάνερο τον αχαλίνωτο θρησκευτικό φανατισμό του καθολικού κληρικού, Γάλλου, αντιπαραβάλλοντάς τον με τον έντονο φιλελληνισμό του γαλλικού λαού.
Οι Λαζαριστές δεν είχαν μείνει αδρανείς και στην απόπειρα επεκτάσεως της Ουνίας[35] στη Θεσσαλονίκη. Έσπευσαν στη Δύση για τη διενέργεια εράνων, που θα εκάλυπταν τα έξοδα ανεγέρσεως ουνιτικού ναού, του οποίου η άδεια οικοδομής εκδόθηκε με τη μεγαλύτερη δυνατή σπουδή. Αλλά η διαδικασία ολοκληρώσεως σταμάτησε. Διότι είχε προσκρούσει στην απουσία του αναγκαίου αριθμού νεοφωτίστων, οι οποίοι έπρεπε να ανέρχονται τουλάχιστον στους είκοσι πέντε. Η αποτυχία οπωσδήποτε υποδηλώνει και την αξιοθαύμαστη διαίσθηση του ορθοδόξου πληρώματος της Μακεδονίας στα τεκταινόμενα, ώστε να μη επηρεάζεται αποθαρρυντικά και από καταπτώσεις ιεραρχών, οι οποίες μόνον ως αξιολύπητες εξαιρέσεις σημαιώνονται. Ασφαλώς υπερτερούν όσοι ίστανται στο ύψος της ιερωσύνης. Αυτοί συνέβαλαν αποφασιστικά στην απελευθέρωση της Θεσσαλίας και της ενώσεως της με τη Μητέρα Ελλάδα του Δομοκού, παρά τις παντοίες δολοπλοκίες της προπαγάνδας. Η φωτισμένη παρουσία του Δωροθέου Σχολαρίου υπήρξε σωστική. Μετά μια πολύχρονη και επώδυνη εμπειρία από τους αγώνες του στη βόρεια Θράκη, ''αναδείχθηκε ένας από τους κυριότερους εμψυχωτές της εκπαιδευτικής κίνησης στη Θεσσαλία κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, προσφέροντας μάλιστα όλη την περιουσία του για την ανέγερση σχολείων. Με την πεποίθηση ότι μόνον η μόρφωση κάνει τον άνθρωπο αντάξιο του υψηλού προορισμού, όπου τον έχει τάξει ο Θεός, επεξέτεινε την ανάγκη της εκπαίδευσης και στα κορίτσια και ιδιαίτερα στον κλήρο... Μεγάλη επίσης σημασία έδινε στην εκπαίδευση των βλαχόφωνων Ελλήνων, για τους οποίους φρόντισε να ιδρυθούν σχολεία σε χωριά του Ασπροποτάμου και ιδίως στα Τρίκαλα, όπου ασκούνταν έντονη ρουμανική προπαγάνδα στους πολυάριθμους Βλάχους που παραχείμαζαν εκεί''[36].
Το 1898 ένας άσημος και ταπεινότατος ιερέας ενός αγνώστους έως τότε χωριού σε πατριωτική συνεργασία με τους τοπικούς άρχοντες και το σύνολο των ενοριτών αναπτερώνει το φρόνημα των απανταχού Ελλήνων, καταπτοημένων εξ αιτίας του Ατυχούς Πολέμου του 1897, και καταυγάζει την Οικουμένη με το Ολοκαύτωμα της Κουτσούφλιανης, παραμεθόριας Θεσσαλίας-Μακεδονίας. Ενωμένοι και αποφασισμένοι απορρίπτουν δελεαστικές προτάσεις γι' αποδοχή επανεντάξεως της στην τουρκική επικράτεια, αποκρούουν νικηφόρα τις εναντίον τους επιδρομές του τακτικού τουρκικού στρατού, τελικά δε δεν απομένει παρά να παραδώσουν στους εκπροσώπους των Μεγάλων Δυνάμεων αποκαϊδια και στάχτες του χωριού τους.
Ο ακαδημαϊκός Ζαχαρίας Παπαντωνίου εντυπωσιασμένος βαθύτατα αναφωνεί σε δημοσίευμα του, επιγραφόμενο Κάτι Μεγάλο: ''...και αν ήμην ο απαισιοδοξότερος των απαισιοδόξων δια τον δυστυχή αυτόν τόπον, μετά τας φλόγας της Κουτσούφλιανης θα εγινόμην ο αισιοδοξότερος''. Θαυμάζει αυτόν τον πατριωτισμό, που εκδηλώνεται ''εν μέσω Ελλήνων [του Εθνικού Κέντρου], εκ των οποίων πολλοί έκρυβον τα υπάρχοντα των εις τον πόλεμον [του 1897], δια να μη τους πάρη τίποτε ο νόμος της εισφοράς, Ελλήνων εκατομμυριούχων, οι οποίοι έσφιγγον σαν τον Ιουδαίον του Σαίξπηρ την σακκούλαν των, δια να μη αγοράσουν κανένα φυσέκι και καμμίαν γαλέτταν δια τους μαχομένους στρατιώτας, Ελλήνων, οι οποίοι αντί του όπλου εκράτησαν το καλαμάκι της γρανίτας και εβάρυναν τα τραπέζια των ζαχαροπλαστείων, όταν η άλλη νεότης εφόρει μαρτυρικούς στεφάνους εις το στρατόπεδον...''[37].
Επειδή καταγγέλονται ως αδιάφοροι οι Αθηναίοι του ελληνικού βασιλείου του Δομοκού, επιβάλλεται κάποια ερμηνεία. Κατά τον ακαδημαϊκό Αντ. Δ. Κεραμόπουλλο, ''το ψήφισμα του 1844, όπερ έβλεπεν Ελλάδα μέχρι της Όθρυος μόνον, ει και απεδοκιμάσθη υπό των εκλεκτών της πατρίδος, ήπλωσεν όμως τας ρίζας του βαθείας και ενάρκωσε δια των δηλητηρίων του την προσοχήν του έθνους έπειτα''[38]. Το 1895 ο από Θεσσαλονίκης Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ' ο Μεγαλοπρεπής, καταγόμενος από τη Μακεδονία, 
« κατηγορούσε τις ελληνικές κυβερνήσεις ότι δεν κατενόησαν ότι η πολιτική του σουλτάνου τείνει στην αφομοίωση πάντων των Χριστιανών της αυτοκρατορίας του,... ότι το δράμα για την Ελλάδα είναι ότι οι Έλληνες πολιτικοί δεν τολμούν να έχουν ''γνώμη σαφή φοβούμενοι τους ανεύθυνους λογιωτάτους και την απώλειαν της δημοτικότητας αυτών... και ακόμη ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν εσκέφθησαν ποτέ για το Μακεδονικό, ''δεν εχάραξαν μίαν πολιτικήν, δεν συνέστησαν μίαν υπηρεσίαν για να το παρακολουθεί και δεν συνεννοήθηκαν με το Πατριαρχείο ''όπως ίδωμεν τι αιτούμεν, που βαδίζομεν και πως δρώμεν, ούτε εν τη διεθνεί πολιτική της Ευρώπης έχομεν τινά επιστάμενον τί αιτούμενον και υποσχόμενον ημίν βοήθειαν εις τούτο'' », σύμφωνα με όσα ερανίσθηκε προ δεκαετίας ο καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Αθανάσιος Ε. Καραθανάσης[39].
Περίπου επίκαιρη και προσεκτική παρουσίαση των συνεπειών της ελληνικής ασυνεννοησίας και συνακόλουθης απροετοιμασίας έχει συντάξει ο ενεργός Μακεδονομάχος Almaz [Αλέξανδρος Μαζαράκης - Αινιάν], του οποίου υπενθυμίζουμε καίρια περικοπή: « Δυστυχώς... δεν υπήρξε και απέναντι του νέου τούτου εχθρού [της ρουμανικής προπαγάνδας, όπως και της βουλγαρικής] προσήκουσα πάντοτε η πολιτεία των ιθυνόντων το έθνος και την εκκλησίαν και των εν Μακεδονία αντιπροσώπων αυτών. Δεν ειργάσθησαν κυρίως όπως διαφωτίσωσιν επαρκώς τους ελληνοβλαχικούς πληθυσμούς... »[40].

Εν τούτοις ο πολύς λαός κατά κανόνα στάθηκε εκπληκτικά και αξιέπαινα ακλόνητος, αψηφώντας κάθε είδους δοκιμασίες και την επί γης ταλαίπωρη ζωή του, έως ότου κρίθηκε από τους ιθύνοντες την Εκκλησία και το Έθνος επιτακτική η ενδεδειγμένη αντίδραση: « Περί το 1900 σημειώθηκε στροφή του Πατριαρχείου ως προς την αντιμετώπιση της εκτεταμένης βουλγαρικής διείσδυσης. Η αμυντική τακτική μεταβλήθηκε σε ανακτητική. Κορυφώθηκε κατά τη διάρκεια της δεύτερης πατριαρχείας του Ιωακείμ Γ', γνώστη της βουλγαρικής πολιτικής ήδη από την εποχή που ήταν μητροπολίτης στη Βάρνα και κατόπιν στη Θεσσαλονίκη. Από το 1900 άρχισαν να μετατίθενται διάφοροι αρχιερείς από τις μακεδονικές μητροπόλεις ''δια την κατά καιρόν της Εκκλησίας χρείαν''. Τους διαδέχθηκαν προικισμένοι και νέοι κατά κανόνα στην ηλικία ιεράρχες. Κατά την ένοπλη αποκορύφωση του Μακεδονικού Αγώνα εθναρχούσε ο Αλέξανδρος Ρηγόπουλος στη Θεσσαλονίκη, ο Γερμανός Καραβαγγέλης στην Καστοριά, ο Ιωακείμ Φορόπουλοςστο Μοναστήρι, ο Χρυσόστομος Καλαφάτης (ο εθνομάρτυς Σμύρνης) στη Δράμα, ο Φώτιος Καλπίδης(επίσης εθνομάρτυς) στην Κορυτσά, ο Αιμιλιανός Λαζαρίδης (επίσης εθνομάρτυς) στην επισκοπή Πέτρας, ο Ειρηναίος στη Χαλκιδική, ο Θεοδώρητος στο Νευροκόπι, ο Κωνσταντίνος στις Σέρρες, ο Στέφανος Δανιηλίδης στην Έδεσσα, ο Γρηγόριος (εθνομάρτυς Κυδωνιών)  στη Στρώμνιτσα, ο Ειρηναίος στο Μελένικο, ο Παρθένιος στη Δοϊράνη »[41].
Τιμή και δόξα αρμόζει σε όλους, αρχιερείς, ιερείς και πιστούς, μικρούς και μεγάλους, που αγωνίστηκαν για την απελευθέρωση της Μακεδονίας. Ωστόσο χρειάζεται επαγρύπνηση κατά των προπαγανδών, που συνεχίζουν να παραπληροφορούν απλούς ανθρώπους και ηγέτες χωρών. Καιρός για πραγμάτωση της προτάσεως του Ιωακείμ Γ', για να έχωμεν και στη διεθνή πολιτική της Ευρώπης ''τινά επιστάμενον''. Διότι εκεί και το Μακεδονικό προβάλλεται ακόμη παραπλανητικά[42]. Γένοιτο!


Παραπομπές
[1] Πβ Γ. Λιάκουρης, Μακεδονικός Αγώνας, 1904-1908. Εκατό χρόνια από την έναρξη της ένοπλης φάσεως. Γ.Ε.Σ. 7ο Ε../5 [Αθήνα 2004]. Βλ. και Rene Grousset, L' Empire du Levant. Histoire de la question d' Orient. Paris 1948.
[2] Α. Ε. Καραθανάσης, Η πορεία του Γένους κατά την τουρκοκρατία και η ενότητα του Ελληνισμού. (Φορείς, Ιδεολογία, Θεσμοί). Ξενία Ιακώβω αρχιεπισκόπω Βορείου και Νοτίου Αμερικής επί τη 25ετηρίδι της αρχιεπισκοπείας αυτού. Θεσσαλονίκη 1985, 562, όπου παραπομπή 9: Γ. Βαλέτας, Μελέτιος Πηγάς. Χρυσοπηγή. Αθήνα 1958, 398. Επίσης Α. Ε. Καραθανάσης, Η τρίσημη ενότητα του Ελληνισμού, Αρχαιότητα- Βυζάντιο-Νέος Ελληνισμός. Θεσσαλονίκη 1991, 85. Την ελληνικότητα της Μακεδονίας επισημαίνουν πολύ ενωρίτερα και ξένοι κληρικοί. Βλ. Ludolf von Sudheim, De Itinere Terrae Sanctae Liber. Stuttgaart 1851, 16-23. Αυτήν απέδειξαν και σύγχρονοί μας ειδικοί επιστήμονες, όπως οι Jean N. Kalleris, Les anciens Macedoniens. Etude linguistique et historique. Collection de l' Institut Francais d' Athenes, I, 1954, II, 1976, και La question de l' origine des  Macedoniens, Cahiers d' Histoire Mondiale, 4, 1958, 93 κ.ε. Cicerone Poghirc, Relatiile limbii vechi macedonene cu greaca veche, Bucuesti, 1960, και περιληπτική απόδοση των πορισμάτων της διατριβής του για την αρχαία μακεδονική διάλεκτο: Philologica et Linguistica, Bochum 1983, 37-47.
[3] Ο τσάρος Αλέξανδρος ο Β' Νικολάεβιτς (1818-1881) μετά τον Κριμαϊκό πόλεμο (1856) στρέφεται προς τα Βαλκάνια και ιδίως προς τους σλαβόφωνους πληθυσμούς της Μακεδονίας και Θράκης, από τους οποίους αποσπά νέους και μεταφέρει στη Ρωσία για ''σπουδές'' παραδίδοντάς τους στον Παγαλίν, διδάσκαλο του, διαβόητο διαφωτιστή και κορυφαίο της πανσλαβιστικής ιδέας, ''ήγουν της δι' ειρηνικών εθνολογικών και φιλολογικών αγώνων προσαρτήσεως όλων των από Βιστούλα έως Αδρίου και Αιγαίου Σλαύων'', όπως μας πληροφορεί ο Γραμματεύς του εν Αθήναις Συλλόγου προς διάδοσιν των ελληνικών γραμμάτων Γεώργιος Ι. Ζολώτας, Σύμμεικτα, Αθήναι, 1983, 540.
[4] Βλ. Basri-bey, Ancien Depute au Parlement ottoman, President du second Gouvernement national albanais et Chef du Pouvoir Executif ad interim (1915-1916), Interne dans les garnisons austro-hongroises (1916-1918), L' Orient debalkanise et l' Albanie. Origine des dernieres Guerres et Paix future, s.l.n.d., 5.5.
[5] Ζολώτας, ε.α. Βλ. και Αχ. Γ. Λαζάρου, Γεώργιος Ι. Ζολώτας και επισημάνσεις εθνικών θεμάτων στον βορειοελλαδικό χώρο, Παρνασσός, ΛΕ', 1993, 452-463.
[6] Για σύντομη ενημέρωση βλ. στην Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάννικα, 37, 1996, 195, ομώνυμο λήμμα του καθ. Βλ. Φειδά. Για τους Λαζαριστές της Μακεδονίας βλ. A. Droulez, Histoire de la Mission Lazariste de Macedoine, Istanbul 1945. Ο ίδιος επίσης, Histoire de Mission Lazariste de Thessalonique, Istanbul 1946.
[7] Κ. Απ. Βακαλόπουλος, Νεότερη ιστορία της Μακεδονίας (1830-1912). Θεσσαλονίκη 1986, 71.
[8] A. Droulez, Histoire de la Mission Lazariste de Monastir, Istanbul  1943.
[9] Κ. Α. Βαβούσκος, Η συμβολή του Ελληνισμού της Πελαγονίας εις την ιστορίαν της νεωτέρας Ελλάδος, Θεσσαλονίκη 1959, και στη γερμανική γλώσσα, Θεσσαλονίκη 1963. Ο άγνωστος Ελληνισμός των Βαλκανίων. Εταιρεία των Φίλων του Πολεμικού Μουσείου. [Αθήνα 1996], 45-111. Γ. Τσότσος, Ο Ελληνισμός της Πελαγονίας, Νέμεσις, 3, 2000.
[10] Frederic Taillez, Rusaliile, les Rosalies et la rose, Cahiers Sextil Puscariu, 1, 1952, 317.
[11] Βλ. Raoul V. Bossy, Recunoasterea oficiala a numerlui ''Romania'', Fiinta Romaneasca, 4, 1966, 101-115. Eugen Stanescu, ''Roumanie'': Histoire d' un mot. Developpement de la concience d' unite territoriale chez les Roumains aux XVIIe-XIXe siecles, Balkan Studies, 10, 1969, 76 κε. Δ. Α. Ζακυνθηνός, Μεταβυζαντινά και Νέα Ελληνικά, Αθήναι 1976, 475. Μαρία Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου, Οι Βαλκανικοί λαοί, Ιωάννινα 1978, 173.
[12] G. Giunglea, Coresi face cea dintii apropiere intre ''roman'' si ''ruman'', Biserica Ortodoxa Romana, 5-6, 1935, 226 κε. Αχ. Γ. Λαζάρου, Προσφορά του Ελληνισμού στη Ρουμανία, Εθνικά Θέματα και κρατική ακηδία. Εκδόσεις Πελασγός, Αθήναι 2002, 75-105.
[13] Ιωάννινα 1995, 89-90.
[14] Γρ. Παν. Βέλκος, Η επισκοπή Δομενίκου και Ελλασώνος <sic>. Έκδοση Ιεράς Μητρόπλης Ελασσόνας. Ελασσόνα 1980, 202.
[15] Νικολαϊδου, Η ρουμανική προπαγάνδα..., 354.
[16] Εκδόσεις ΙΜΙΑΧ, Ιωάννινα 1978, 165.
[17] Αυτ., 118.
[18] «Dyrrachium (Epidamne) et Apollonie (32), sont situees a l' extreme Sud de l' Illyrie, au Nord du canal d' Otrante: elles ont un role de relais commercial sur la voie d' Adria et de Spina, au debouche de la voie terresre de Thessalonique a l' Adriatique, marquee par la decouverte du cratere corinthien de Trebenischte au Nord du lac Ochrida, face a l' Apulie». Πβ.. F. Benoit, Recherches sur l' hellenisation du Midi de la Gaule, Aix-En-Provence 1965, 38-39.
[19] Στράβων, VII, 323:  «Ταύτην δη την οδόν [Εγνατίαν] εκ των περί την Επίδαμνον και την Απολλωνίαν τόπων ιούσιν εν δεξιά μεν εστί τα Ηπειρωτικά έθνη κλυζόμενα τω Σικελικώ πελάγει μέχρι του Αμβρακικού κόλπου, εν αριστερά δε τα όρη τα των Ιλλυριών... ». Πβ. και όσα γράφει ο καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Φώτιος Πέτσας, Μακεδονία και Μακεδόνες - Ήπειρος και Ηπειρώτες, Ήπειρος, 1, 1979, 53: «Οπωσδήποτε η αρχαία Εγνατία ξεκινούσε από την Επίδαμνο (Δυρράχιο) και την Απολλωνία (βορείως της Αυλώνος και των εκβολών του Αώου), οι δύο κλάδοι ενώνονταν στον ποταμό Γενούσο (Σκούμπη), η ενιαία πλέον Εγνατία περνούσε πάνω από τις λίμνες Αχρίδα και Πρέσπες, από την Ηράκλεια (Μοναστήρι) κι έτσι κατέβαινε στον κάμπο της Λυγκηστίδος (Φλωρίνης). Λοιπόν όχι μόνον αυτό που ονομάζομε τώρα Βόρειο Ήπειρο, αλλά και οι εκβολές του Αώου (πάνω από την Αυλώνα) και οι κοιλάδες του Άψου και ως την κοιλάδα του Γενούσου, δηλαδή ως την Εγνατία οδό, ήταν τόπος με τα Ηπειρωτικά Έθνη, όπως μας το λέει ο Στράβων, ο οποίος, σημειωτέον, γράφει στα χρόνια του Χριστού περίπου, δηλαδή με ρωμαιοκρατία, συνεπώς και να ήθελε να...χαρισθή στους Έλληνες δεν θα μπορούσε! »
[20] Πβ. VI. Popovic, L' Albanie pendant la basse Antiquite, Les Illyriens et les Albanais, Beograd 1988, 254: «Selon l' historien grec [Procope de Cesaree], les Epirotes etaient etablis jusqu' a Epidamnos, ή νυν Δυρράχιον καλείται (BV III, 11,8)». Σχέσεις Ιλλυριών και Αλβανών (Σκυπιτάρων) αποκλείει ο κατ' εξοχήν ειδικός Ιλλυρολόγος, ακαδημαϊκός και καθηγητής του Πανεπιστημίου Βουκουρεστίου, I. I. Russu, Bibliographia illyrica, Revue Roumaine d' Histoire, XIX, 4, 1980, 757: «... les Albanais (Shkipetari) n' ont rien herite de l' anthroponymie et meme de la toponymie des anciens Illyriens: ils n' ont rien de commun avec ceux-ci... ». Μια δε επιγραφή της Σκόδρας (Σκουτάρεως-Χρυσουπόλεως), χαρακτηρισμένη επί πενήντα περίπου χρόνια ως μοναδική ''ιλλυρική'', την απέδειξε ελληνική και μάλιστα χριστιανική η Ljuba Ognenova, Nouvelle interpretation de l' inscription ''illyrienne'' d' Albanie, Bulletin de Correspondance Hellenique, 83, 1959, 798-799. Βλ. και Αχ. Γ. Λαζάρου, Ιλλυρολογία και Βορειοηπειρωτικός Ελληνισμός, Αθήνα 1988.
[21] Πβ. A. Canini, La Questione dell' Epiro. Roma, 1879, 8: «Quella supremazia dell' elemento greco non e dovuta alla forza: essa e un naturale portato della superiorita di razza e di civielta, superiorita che esisteva anche nei tempi piu tristi per la nazione ellenica». Επίσης βλ. A. Canini, Lettere al gionale ''L' Adriatico'' sulla questione balcanica con una appendice sull' Epiro e sull' Albania. II. Edizione. Venezia 1886. Η σύγχρονη ιταλική επιστήμη διαφωτίζει διαχρονικά: Βλ. Lorenzo Braccesi, Grecita adriatica. Bologna 1971, (β' εκδ. 1977). Την Αδριατική σε πρόσφατη συμπληρωματική συγγραφή με τη συνεργασία της Benedetta Rossignoli αποκαλεί ελληνικό κόλπο ο L. Braccesi, Hellenikos Kolpos. Supplemento a Grecita adriatica. Roma 2001.
[22] Βλ. Π. Π. Παναγιώτου, Εις συνδετικός κρίκος μεταξύ ελληνορωμαϊκής και μεσαιωνικής ιατρικής: Ο επίσκοπος Σεβίλλης Ισίδωρος (Isidorus Hispalensis, 560-636 μ.χ), Αντίδωρον Πνευματικόν. Τιμητικός τόμος Γερασίμου Κονιδάρη, Αθήναι 1981, 43.
[23] Isidorus Hispalensis episcopi, Etymologiarus sive originum libri XX rec. W.A. Lindsay, oxonii 1911, ανατ. 1962, XIV 4, 7. Πβ. Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινή Ιστορία. Α' 324-610. Αθήναι 1975, 321-322. Αχ. Γ. Λαζάρου, Ο Ιωάννης Λυδός (6ος αι. μ.χ) και ο Ισίδωρος Σεβίλλης (7ος αι.) ως εθνολογικές πηγές και διεπιστημονικές διαπιστώσεις ειδικών 20ού αι., Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, ΝΑ', 2001-2002, 333-347, 339.
[24] Γιάννης Αργ. Τόζης, Ο ελληνικός κόσμος κατά τον ΙΔ' αιώνα όπως τον είδε ένας Ισπανός περιηγητής, Αρχείον του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού, 22, 1957, 145 σημ. 1.
[25] Βλ. διεθνή βιβλιογραφία Πλάτων, 49, 1997, 166-187. Ελένη Μπελιά, Ελληνικά σχολεία της Θράκης και της Ανατολικής Ρωμυλίας κατά το διάστημα 1878-1885. Διεθνές Ιστορικό Συμπόσιο ''Η τελευταία φάση της Ανατολικής Κρίσεως και ο Ελληνισμός (1878-1881)''. Πρακτικά. Αθήναι 1983, 529-543. Τ. Χατζηαναστασίου, Από την αρχαιότητα ως το Βυζάντιο και την οθωμανική κατάκτηση, ΙΜΧΑ, Οι Έλληνες της Βουλγαρίας, Θεσσαλονίκη 1999, 49 κε.
[26] Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών (ΠΑΑ), 56, 1981 [1982], 231-233.
[27] Association Internationale d' Etudes du Sud- Est Europeen, 1er Congres International des Etudes Balkaniques et Sud- Est Europeennes, Sofia, 26. VIII-1, IX, 1966, Rapport pour la seance pleniere, Sofia 1966, 20.
[28] Πβ. Γιάννης Σωτ. Νοτάρης, Το Μακεδονικό Ζήτημα όπως το είδε ο ''Γιάννης'' Κορδάτος. Εκδόσεις ''Δωδώνη''. Αθήνα - Γιάννινα 1985, 123 σημ. 21.
[29] Βλ. Revue Internationale des Etudes Balkaniques, 1-2, 1935, 533.
[30] B. J. Slot, Archipelagus turbatus. Les Cyclades entre colonisation latine ets occupation ottomane c. 1500-1718. I. Printed in Belgium 1982, 3.
[31] Βλ. Byzantion, 53, 1983, 131.
[32] Νοτάρης, έ.α., 118 σημ. 4 και 131 σημ. 83.
[33] Enciclopedia romana. Publicata din insarcinarea si sub auspiciile Asociatiunii pentru literatura romana si cultura poporului roman de dr C. Diaconovich, Sibiu 1898-1904, III, 1246. Minerva. Enciclopedie romana, Cluj 1930, 963. Lucian Predescu, Enciclopedia cugetarea. Material romanesc. Oameni si infapturi, Bucuresti 1940, 916. Πβ. Μιχ. Ν. Ρωμανός,  «Απόψεις και θέσεις για το όνομα, την καταγωγή και τη γλώσσα των Κουτσοβλάχων», Μνήμη. Τόμος εις μνήμην Γεωργίου Κουρμούλη, Αθήνα 1988, 504.
[34] Gustav Weigand, Οι Αρωμούνοι (Βλάχοι), Α'. Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη α.ε. Θεσσαλονίκη 2001, 283.
[35] Γ. Τουσίμης, Ομιλούν τα αρχεία του Βατικανού. Πληροφορίες για την Ουνία Γενιτσών, Φίλιππος, 22, 1999, 24-29. Χ. Κ. Παπαστάθης, Ένα υπόμνημα για την ουνιτική κίνηση στη Μακεδονία και η ίδρυση ναού στη Θεσσαλονίκη, Θεσσαλονικέων Πόλις, 3, 2000, 143. Μιχ. Γ. Τρίτος, Το τάγμα των Λαζαριστών και η ρουμανική προπαγάνδα. Θεσσαλονίκη 2004.
[36] Έφη Αλλαμανή, Η Θεσσαλία στα τελευταία πενήντα χρόνια της τουρκικής κυριαρχίας (1832-1882), Πρακτικά Διεθνούς Ιστορικού Συμποσίου ''Η τελευταία φάση της ανατολικής κρίσεως και ο Ελληνισμός (1878-1881)''. Αθήναι 1983, 25. Βλ. και Δωρόθεος Σχολάριος, Έργα και Ημέραι, Αθήναι 1877, 123: «Εκ δέ της Θεσσαλίας ουδέν πρέπει τις όπως αναμένη καλόν, εάν δεν εκπαιδευθή ο κλήρος και το γυναικείον φύλον».
[37] Βλ. εφημ. Σκριπ, 17.5.1898, Ηπειρωτικό Ημερολόγιο, ΙΘ', 1998, 7-48, 27 και Αχ. Γ. Λαζάρου, Βλάχοι και κρατικές παραλείψεις. Εκδόσεις Πελασγός, Αθήναι 2002, 219.
[38] Αντ. Δ. Κεραμόπουλλος, Οι βόρειοι Έλληνες κατά το Εικοσιένα, ΠΑΑ, 13, 1938, 248.
[39] Α. Ε. Καραθανάσης, Ο Πατριάρχης Ιωακείμ Γ'. Η Αθήνα και το Φανάρι. Περίοδος Εθνικών Περιπετειών, Δημήτρια ΚΖ'. Επιστημονικό Συμπόσιο Χριστιανική Μακεδονία. Ο από Θεσσαλονίκης Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ' ο Μεγαλοπρεπής. Δήμος Θεσσαλονίκης. Κέντρο Ιστορίας Δήμου Θεσσαλονίκης. Αυτοτελείς εκδόσεις αριθ. 16. Θεσσαλονίκη 1994, 164.
[40] Πβ. Almaz, Αι ιστορικαί περιπέτειαι της Μακεδονίας, Αθήνησι 1912, 160, καθώς και 98-99.
[41] Χ. Κ. Παπαστάθης, Η Εκκλησία και ο Μακεδονικός Αγώνας, Ο Μακεδονικός Αγώνας, Συμπόσιο. Θεσσαλονίκη - Φλώρινα - Καστοριά - Έδεσσα. 28 Οκτωβρίου - 2 Νοεμβρίου 1984. ΙΜΧΑ. Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, Θεσσαλονίκη 1987, 70.
[42] Βλ. L' Europe et ses populations, Χάγη 1978.

Πηγή: Αχ. Γ. Λαζάρου, Ελληνισμός & Λαοί Νοτιοανατολικής (ΝΑ) Ευρώπης - Διαχρονικές & Διεπιστημονικές Διαδρομές, Τόμος Γ', Αθήνα 2010.

Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

Βυζαντινή Μακεδονία (324-1025) γ΄


Βυζαντινή Μακεδονία (324-1025) γ΄
Θεόδωρος Κορρές

(συνέχεια από την προηγούμενη ανάρτηση)

Βυζαντινοβουλγαρικές συγκρούσεις επί Νικηφόρου Φωκά και Ιωάννου Τσιμισκή
Η περίοδος των σαράντα χρόνων ειρήνης μεταξύ Βυζαντινών και Βουλγάρων που ακολούθησε, διεκόπη τον χειμώνα του 966/7, όταν Βούλγαροι πρέσβεις έφθασαν στην Κωνσταντινούπολη για να εισπράξουν τους φόρους που φαίνεται ότι το Βυζάντιο κατέβαλλε όλα αυτά τα χρόνια. Στον θρόνο ήταν ο Αυτοκράτωρ Νικηφόρος Φωκάς (963-969), ο λαμπρός στρατηγός που ανέκτησε την Κρήτη από τους Άραβες (961) και διαδέχθηκε τον Ρωμανό τον Β΄. Ο αυτοκράτορας που τόσες νίκες είχε επιτύχει κατά των Αράβων και μη γνωρίζοντας τις δυσκολίες και τις ιδιαιτερότητες ενός Βυζαντινοβουλγαρικού Πολέμου, έδιωξε με τον χειρότερο τρόπο τους πρέσβεις λέγοντάς τους ότι: «ο των Ρωμαίων σεβάσμιος βασιλεύς έθνει πενεστάτω καί μιαρώ φόρους τελών (ουκ) υποκείσομαι». Στη συνέχεια, εξεστράτευσε το 967 εναντίον της Βουλγαρίας. Όμως, ως έμπειρος στρατηγός, δεν μπήκε βαθιά στο εχθρικό έδαφος, γιατί προφανώς θυμήθηκε την καταστροφή των βυζαντινών στρατευμάτων το 811. Αντί λοιπόν να εμπλακεί ο ίδιος, έπεισε με τη βοήθεια δεκαπέντε κεντηναρίων χρυσού τον Ρώσο Ηγεμόνα Σφενδοσθλάβο να εισβάλλει στη Βουλγαρία, το 968. Οι Βούλγαροι ηττήθηκαν κατά κράτος, μεγάλες περιοχές της χώρας τους δηώθηκαν και καταστράφηκαν, ενώ οι Ρώσοι αποχώρησαν με πλούσια λάφυρα. Ήταν τέτοιο το μέγεθος της καταστροφής, που ο Βασιλιάς της Βουλγαρίας Πέτρος αρρώστησε και πέθανε το 969. Όμως ο κίνδυνος των Ρώσων δεν είχε περάσει. Έξι μήνες αργότερα εισέβαλαν και πάλι στη Βουλγαρία, διέλυσαν ό,τι είχε απομείνει από τον βουλγαρικό στρατό, αιχμαλώτισαν τον Τσάρο Βόρι που είχε διαδεχθεί τον πατέρα του Πέτρο και υπέταξαν τη χώρα. Μάταια προσπάθησε ο Νικηφόρος να τους πείσει να σεβασθούν τα συμφωνηθέντα και να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Ήταν φανερό ότι το πρόβλημα που άθελά τους δημιούργησαν οι Βυζαντινοί, θα λυνόταν μόνο με τα όπλα.

Δεν ήταν όμως ο Νικηφόρος Φωκάς εκείνος που θα αναλάμβανε το δύσκολο εγχείρημα της εκδιώξεως των Ρώσων από την Βουλγαρία αλλά ο Ιωάννης Τσιμισκής, που τον διαδέχθηκε στον βυζαντινό θρόνο το 969. Η προσπάθεια του νέου αυτοκράτορος να πείσει τους Ρώσους να αποχωρήσουν ειρηνικά, συνάντησε την αλαζονική άρνηση και τις απειλές του Σφενδοσθλάβου ότι θα βάδιζε εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως. Τις απειλές του πραγματοποίησε ο Ρώσος ηγεμόνας λίγους μήνες αργότερα, εισβάλλοντας στα Θέματα Μακεδονίας και Θράκης επικεφαλής μεγάλης δυνάμεως Ρώσων, Πετσενέγων, Ούγγρων και των Βουλγάρων που είχαν ήδη προσχωρήσει στις δυνάμεις του. Οι Βυζαντινοί υποχώρησαν μπροστά στις υπέρτερες εχθρικές δυνάμεις και ο στρατός του Σφενδοσθλάβου έφθασε, λεηλατώντας και καταστρέφοντας, μέχρι την Αρκαδιούπολη, την οποία υπερασπιζόταν ο έμπειρος Στρατηγός Βάρδας Σκληρός. Ο Σκληρός κατάφερε να παρασύρει τους Ρώσους σε μία μάχη, στην οποία η στρατηγική του δεινότητα υπερίσχυσε της αριθμητικής τους υπεροχής και κατέληξε σε ήττα και σφαγή των εισβολέων, που αναγκάσθηκαν να υποχωρήσουν από τις περιοχές των Θεμάτων της Μακεδονίας και της Θράκης. Την εκστρατεία που σχεδίαζε ο Τσιμισκής εναντίον των Ρώσων και των Βουλγάρων, καθυστέρησε προσωρινά η Επανάσταση του Βάρδα Φωκά στη Μικρά Ασία, διάστημα κατά το οποίο οι εχθροί ενοχλούσαν με ληστρικές επιδρομές περιοχές του Θέματος Μακεδονίας. Τέλος, την άνοιξη του 971 ο Τσιμισκής έφθασε στην Αδριανούπολη με μεγάλη στρατιωτική δύναμη, ενώ βυζαντινές ναυτικές δυνάμεις περιπολούσαν τις εκβολές του Δούναβη, για να κυκλώσουν τις δυνάμεις των Ρώσων. Επικεφαλής επίλεκτης στρατιωτικής δυνάμεως, ο αυτοκράτορας πέρασε αιφνιδιαστικά τις αφύλακτες διόδους του Αίμου και εμφανίσθηκε μπροστά στη Μεγάλη Πρεσθλάβα. Ο αιφνιδιασμός πέτυχε και μετά από σύντομες και σφοδρές μάχες ο Τσιμισκής κατέλαβε την πόλη και αιχμαλώτισε τον Βασιλέα των Βουλγάρων Βόρι και την οικογένειά του. Η επιτυχία αυτή έστρεψε τους Βουλγάρους κατά των Ρώσων και ο Σφενδοσθλάβος, που είχε κλεισθεί στο Δορύστολο και πολεμούσε απεγνωσμένα, αναγκάσθηκε να συνθηκολογήσει και να αποχωρήσει από τα εδάφη της Βουλγαρίας.

Οι συνέπειες της νίκης των Βυζαντινών υπήρξαν σκληρές για τους Βουλγάρους. Ο Τσιμισκής ανάγκασε τον Βόρι να παραιτηθεί από τον θρόνο του και του απένειμε τον τίτλο του μαγίστρου. Η Βουλγαρία προσαρτήθηκε στην αυτοκρατορία και έπαψε να υπάρχει ως ανεξάρτητο κράτος, φέρνοντας έτσι τα βυζαντινά σύνορα στον Δούναβη. Τέλος, έπαψε να υπάρχει και να αναγνωρίζεται το Βουλγαρικό Πατριαρχείο. Με τον τρόπο αυτόν, ο Τσιμισκής θεώρησε ότι επέλυσε το βουλγαρικό πρόβλημα και εξασφάλισε την ειρήνη στην περιοχή αυτή της Βαλκανικής. Όμως, όπως παρατήρησε ήδη ο Ι. Καραγιαννόπουλος, «τα όπλα δεν αποτελούν θεμέλιο μονίμου και υγιούς λύσεως» και ότι στην υποταγή και διάλυση του βουλγαρικού κράτους από τον Τσιμισκή βρίσκονται τα αίτια των όσων επρόκειτο να συμβούν στη Βαλκανική την περίοδο της βασιλείας του Βασιλείου του Β΄.

Πρώτη φάση του νέου Βυζαντινοβουλγαρικού Πολέμου. Βασίλειος ο Β΄ - Σαμουήλ
Ο θάνατος του Ιωάννου Τσιμισκή, το 976, στάθηκε η απαρχή σημαντικών εξελίξεων, που επρόκειτο να ταλαιπωρήσουν σκληρά την Μακεδονία για τα επόμενα σαράντα χρόνια. Όπως αναφέρθηκε, η εισβολή του Τσιμισκή στη Βουλγαρία εστρέφετο κυρίως κατά των Ρώσων εισβολέων, τους οποίους και έδιωξε από την χώρα. Ο βουλγαρικός λαός, αν και δέχθηκε ισχυρά πλήγματα, δεν λύγισε αλλά αναζήτησε σε άλλο πρόσωπο την ηγεσία που του στέρησε ο Τσιμισκής αιχμαλωτίζοντας και καταργώντας τον Βόρι. Την ηγεσία που ζητούσαν, βρήκαν στον νεαρό και δραστήριο Σαμουήλ, γιο του κόμητος Νικολάου, ο οποίος αμέσως μετά τον θάνατο του Τσιμισκή τέθηκε επικεφαλής της Δυτικής Βουλγαρίας και επαναστάτησε. Οι Βυζαντινοί προσπάθησαν να ελέγξουν την κατάσταση που δημιουργήθηκε, στέλνοντας τον Βόρι πίσω στη Βουλγαρία. Όμως ο Βόρις σκοτώθηκε και η ηγεσία των επαναστατημένων Βουλγάρων έμεινε στα χέρια του Σαμουήλ, ο οποίος φαίνεται ότι σχεδίαζε την ανασύσταση του βουλγαρικού κράτους. Τα φιλόδοξα σχέδιά του περιελάμβαναν και την επέκταση του κράτους του προς την Θεσσαλονίκη, την Κεντρική και τη Νότιο Ελλάδα. Έτσι, επωφελούμενος από τις δυσκολίες που είχε να αντιμετωπίσει στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του ο νέος Αυτοκράτωρ Βασίλειος ο Β΄ (976-1025) στη Μικρά Ασία και συγκεκριμένα τη Στάση του Βάρδα Σκληρού, άρχισε τις επιδρομές εναντίον των Θεμάτων της Θράκης, της Μακεδονίας και της Θεσσαλονίκης, αλλά και προς εκείνα της Ελλάδος και της Πελοποννήσου.

Τις συνέπειες της επεκτατικής πολιτικής του Σαμουήλ υπέστησαν τα φρούρια της Θεσσαλίας και τέλος η Λάρισα, την οποία κατέλαβε και τους κατοίκους της μετέφερε και εγκατέστησε στην βουλγαρική ενδοχώρα, ενώ τους αξιομάχους ανάγκασε να υπηρετήσουν στον στρατό του. Τέλος, μετέφερε το λείψανο του πολιούχου της Λαρίσης Αγίου Αχιλλίου στην Πρέσπα, όπου είχε εγκαταστήσει το ανάκτορό του. Κατόπιν, προχώρησε προς τη Νότιο Ελλάδα λεηλατώντας και καταστρέφοντας τα πάντα στο πέρασμά του, ενώ οι στρατηγοί των Θεμάτων Θεσσαλονίκης και Ελλάδος αγωνιζόταν με απόγνωση για να σώσουν τα μεγάλα αστικά κέντρα. Όμως, ενώ όλα έδειχναν ότι ετοιμαζόταν να εισβάλλει στην Πελοπόννησο, στράφηκε ξαφνικά προς βορράν και αποχώρησε, πιθανότατα από τον φόβο μίας βυζαντινής αντεπιθέσεως.

Οι πρώτες ενέργειες του Βούλγαρου ηγεμόνα έδειξαν ότι σε αντίθεση με τον Συμεών, που ονειρευόταν την κατάκτηση του βυζαντινού αυτοκρατορικού στέμματος, ο Σαμουήλ επεδίωκε την ανασύσταση του βουλγαρικού κράτους και την ένταξη σ' αυτό όλων των περιοχών του ελλαδικού χώρου.

Εν τω μεταξύ, ο νεαρός Βασίλειος ο Β΄ εξακολουθούσε να αγωνίζεται για να παραμείνει στον θρόνο, αντιμετωπίζοντας αντιδράσεις και μέσα στο παλάτι. Όταν κατάφερε να καταπνίξει την Στάση του Βάρδα Σκληρού και να εξορίσει τον παρακοιμώμενο Βασίλειο το 985, έστρεψε την προσοχή του στο βουλγαρικό πρόβλημα και άρχισε τις προετοιμασίες για μία εκστρατεία εναντίον του επικίνδυνου εχθρού. Το καλοκαίρι του 986 εισέβαλε με ισχυρές δυνάμεις στη Βουλγαρία, με σκοπό την κατάληψη της Σαρδικής (Σόφιας). Η πολιορκία της Σαρδικής δεν έφερε το ποθούμενο αποτέλεσμα, γιατί οι πολιορκούμενοι αντιστάθηκαν σθεναρά και οι στρατηγοί του Βασιλείου φάνηκαν ανίκανοι. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο αυτοκράτορας διέταξε την υποχώρηση. Όμως ο Σαμουήλ καιροφυλακτούσε και όταν οι Βυζαντινοί επιχείρησαν να περάσουν από τις Τραϊανές Πύλες, τους επιτέθηκε και κατάφερε να τους τρέψει σε άτακτη φυγή, με μεγάλες απώλειες σε άνδρες και οπλισμό.

Η νέα επιτυχία του Σαμουήλ έβλαψε σοβαρά το κύρος του αυτοκράτορος και πυροδότησε έναν νέο κύκλο αντιδράσεων εναντίον του. Τον Αύγουστο του 987 οι στρατιωτικές δυνάμεις της Ανατολής ανακήρυξαν αυτοκράτορα τον Βάρδα Φωκά, ενώ ταυτόχρονα ο επαναστάτης Στρατηγός Βάρδας Σκληρός που είχε εξορισθεί, δραπέτευσε και ανακηρύχθηκε κι αυτός αυτοκράτορας στη Μελιτηνή. Από τους δύο ανταπαιτητές του θρόνου ικανότερος απεδείχθη ο Βάρδας Φωκάς, που κατόρθωσε να αιχμαλωτίσει τον Σκληρό και στη συνέχεια στράφηκε κατά της Κωνσταντινουπόλεως.

Εκχριστιανισμός των Ρώσων
Στις μάχες που ακολούθησαν, ο Βασίλειος ο Β΄ κατάφερε με τη βοήθεια Ρώσων πολεμιστών να νικήσει τον Φωκά, ο οποίος και σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια της μάχης. Καθοριστικό ρόλο στον αγώνα του κατά του Φωκά διαδραμάτισε η βοήθεια των Ρώσων, η οποία όμως εξασφαλίσθηκε με αντάλλαγμα τον γάμο της αδελφής του αυτοκράτορος Άννας, με τον Ηγεμόνα των Ρώσων Βλαδίμηρο. Ο γάμος πραγματοποιήθηκε με τον όρο ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο λαός του θα ασπαζόταν τον Χριστιανισμό. Ο Βλαδίμηρος, θαμπωμένος από την βυζαντινή πριγκίπισσα και την προοπτική της συγγενείας του με τον βυζαντινό αυτοκράτορα, τήρησε την υπόσχεσή του. Η Άννα, με μεγάλη συνοδεία μητροπολιτών, επισκόπων και μοναχών, ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 989 για τη νέα της πατρίδα. Ο εκχριστιανισμός των Ρώσων τους έθετε όχι μόνον υπό την πνευματική κηδεμονία του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως αλλά και στη σφαίρα της βυζαντινής πολιτικής και πολιτιστικής επιρροής. Για τους λόγους αυτούς, ο εκχριστιανισμός των Ρώσων υπήρξε πράγματι γεγονός κοσμοϊστορικό.

Δεύτερη φάση του πολέμου. Ήττα των Βουλγάρων και διάλυση του βουλγαρικού κράτους
Ο Σαμουήλ και ο στρατός του εξακολουθούσαν να καιροφυλακτούν και ο Βασίλειος ξεκίνησε μία νέα εκστρατεία εναντίον τους, το καλοκαίρι του 990. Πέρασε με τον στρατό του από τη Θράκη και την Μακεδονία και έφθασε στη Θεσσαλονίκη, της οποίας και ενίσχυσε το αμυντικό σύστημα. Ο αυτοκράτορας παρέμεινε στην πόλη για μεγάλο χρονικό διάστημα, φροντίζοντας τις περιοχές που απειλούσε ο επεκτατισμός του Σαμουήλ και οργανώνοντας επιχειρήσεις κατά του εχθρού. Όμως και πάλι επείγοντα προβλήματα στα μέτωπα της Ανατολής ανάγκασαν τον αυτοκράτορα να φύγει εσπευσμένα για την Συρία, το 994. Αρχηγό των δυνάμεών του στη Μακεδονία άφησε τον Στρατηγό του Θέματος Θεσσαλονίκης Γρηγόριο Ταρωνίτη, στον οποίο ανέθεσε την φύλαξη και προστασία της περιοχής.

Η αποχώρηση του αυτοκράτορος και η μακρόχρονη απουσία του από την Μακεδονία παρείχε στον Σαμουήλ την ευκαιρία να εισβάλλει στα βυζαντινά εδάφη και να κινηθεί εναντίον της Θεσσαλονίκης. Στη μάχη που ακολούθησε, σκοτώθηκε ο Γρηγόριος Ταρχανιώτης και συνελήφθη αιχμάλωτος ο γιος του Ασώτιος. Παρά τη νίκη του, ο Σαμουήλ δεν τόλμησε να πολιορκήσει την Θεσσαλονίκη, γιατί τα ισχυρά τείχη της αποθάρρυναν ένα τέτοιο εγχείρημα. Περνώντας τα Τέμπη, εισέβαλε στη Θεσσαλία, την Βοιωτία και την Αττική, τις οποίες και λεηλάτησε άγρια. Έπειτα, παίρνοντας θάρρος από την απουσία του βυζαντινού στρατού, μπήκε και στην Πελοπόννησο, όπου συνέχισε τις λεηλασίες και τις καταστροφές.

Εναντίον του Σαμουήλ απέστειλε ο αυτοκράτορας τον Στρατηγό Νικηφόρο Ουρανό, ο οποίος περνώντας από την Θεσσαλονίκη, που είχε καταστεί τα χρόνια αυτά το επιτελικό κέντρο αμύνης της περιοχής, έφθασε στην πολύπαθη Λάρισα, διέσχισε την πεδιάδα των Φαρσάλων και στρατοπέδευσε στην όχθη του Σπερχειού που είχε πλημμυρίσει από τις βροχές. Στην απέναντι όχθη βρισκόταν στρατοπεδευμένος ο βουλγαρικός στρατός, που επέστρεφε στη Βουλγαρία φορτωμένος με τα λάφυρα και τους αιχμαλώτους που είχε συγκεντρώσει λεηλατώντας την βυζαντινή ύπαιθρο. Ο όγκος του νερού που είχε κατεβάσει ο Σπερχειός, έπεισε τον Σαμουήλ πως οι Βυζαντινοί δεν μπορούσαν να τον διαβούν και χαλάρωσε τη φρούρηση του στρατοπέδου του. Όμως την φορά αυτή η έκβαση των πραγμάτων κρίθηκε από την επιμονή και την τόλμη του Στρατηγού Νικηφόρου Ουρανού. Οδηγημένος από εντόπιους, κατάφερε να περάσει με τον στρατό του το ποτάμι στη διάρκεια της νύχτας και να επιτεθεί στους Βουλγάρους που κοιμόταν αμέριμνοι. Ο αιφνιδιασμός είχε απόλυτη επιτυχία και τα στρατεύματα του Σαμουήλ κατασφάχθηκαν από τους Βυζαντινούς. Ο ίδιος ο Βούλγαρος ηγεμόνας μόλις που κατάφερε να ξεφύγει τραυματισμένος μαζί με τον γιο του Ρωμανό και ταξιδεύοντας νύχτα μέσω της Πίνδου, έφθασαν στη Βουλγαρία. Μετά την λαμπρή νίκη του και αφού ελευθέρωσε όλους τους αιχμαλώτους, ο Νικηφόρος Ουρανός επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη (997).

Η ήττα του Σπερχειού υπήρξε φοβερή και ανέτρεψε τα σχέδια του Σαμουήλ για την κατάκτηση και προσάρτηση του ελλαδικού χώρου στο βουλγαρικό κράτος. Μη έχοντας στρατιωτικές δυνάμεις επαρκείς για να συνεχίσει την επιθετική του πολιτική κατά του Βυζαντίου, ο Σαμουήλ κατέφυγε σε πολιτικούς ελιγμούς και έστρεψε την προσοχή και τις δραστηριότητές του βορειοδυτικά. Στην προσπάθειά του να διατηρήσει τον έλεγχο της περιοχής Δυρραχίου, πάντρεψε τον αιχμάλωτο Βυζαντινό Ασώτιο Ταρωνίτη, που είχε συλλάβει στη μάχη της Θεσσαλονίκης, με την κόρη του και θεωρώντας ότι είχε εξασφαλίσει την αφοσίωσή του, τον διόρισε Φρούραρχο Δυρραχίου. Ο Ασώτιος όμως παρέμεινε πιστός στον αυτοκράτορα, αυτομόλησε μαζί με τη σύζυγό του και έπεισε τους κατοίκους να παραδώσουν την πόλη στους Βυζαντινούς.

Γνωρίζοντας ότι ο Σαμουήλ δεν είχε πλέον δυνάμεις για να απειλήσει τις βυζαντινές επαρχίες, ο Βασίλειος ο Β΄ άρχισε την σταδιακή ανακατάληψη των φρουρίων που εξακολουθούσαν να κατέχουν οι Βούλγαροι στη Μακεδονία. Η οχυρή Βέροια παραδίδεται στους Βυζαντινούς από τον Βούλγαρο διοικητή της και ακολουθούν τα οχυρά Σέρβια και τα Βοδενά (Έδεσσα). Από τα Σέρβια ο αυτοκράτορας κατέβηκε στη Θεσσαλία, κατέλαβε όσα φρούρια παρέμεναν ακόμη στα χέρια των Βουλγάρων και μετεγκατέστησε τις φρουρές τους στο Βολερό, κοντά στις εκβολές του Νέστου. Μετά το τέλος των επιχειρήσεων, ο Βασίλειος ο Β΄ επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη για να περάσει τον χειμώνα (1003).

Την επομένη χρονιά, ο αυτοκράτορας κατευθύνθηκε προς τη Βόρεια Βαλκανική και πολιόρκησε την παραδουνάβια πόλη Βιδίνη, την οποία κατέλαβε μετά από πολύμηνη πολιορκία, παρά την προσπάθεια αντιπερισπασμού που επεχείρησε ο Σαμουήλ εναντίον της Αδριανουπόλεως, στις 15 Αυγούστου του 1004. Επιστρέφοντας ο Βασίλειος έφθασε στον Αξιό κοντά στα Σκόπια, όπου βρήκε τον Σαμουήλ και τον στρατό του «κατεσκηνωμένον αμερίμνως». Ο Αξιός ήταν πλημμυρισμένος και ο Σαμουήλ έκανε εκ νέου το μοιραίο λάθος, θεωρώντας ότι το ποτάμι τον προστάτευε. Όμως και πάλι οι Βυζαντινοί πέρασαν το πλημμυρισμένο ποτάμι και αιφνιδίασαν τους Βουλγάρους. Ακολούθησε σφαγή και ο Σαμουήλ σώθηκε μόλις και μετά βίας. Τα Σκόπια παραδόθηκαν στον Βασίλειο από τον διοικητή τους Ρωμανό και ο αυτοκράτορας επέστρεψε νικητής και τροπαιούχος στη Βασιλεύουσα, το 1005.

Οι πηγές της εποχής ελάχιστα αναφέρουν για τα όσα συνέβησαν στο Βαλκανικό Μέτωπο την επόμενη δεκαετία. Από τη σύντομη αναφορά του Ιωάννου Σκυλίτζη φαίνεται ότι οι Βυζαντινοί εξακολούθησαν τον πόλεμο φθοράς κατά των Βουλγάρων και ο Βασίλειος «ου διέλιπε καθ' έκαστον ενιαυτόν εισιών εν Βουλγαρία καί τα εν ποσί κείρων τε καί δηών».

Η τακτική αυτή των Βυζαντινών θα πρέπει να ήταν αποτελεσματική, γιατί οδήγησε τον Σαμουήλ στη σκέψη ότι θα έπρεπε να οχυρώσει και να τειχίσει τις ορεινές διαβάσεις προς την Βουλγαρία, για να σταματήσει τις ετήσιες επιδρομές τους στη χώρα του. Η σημαντικότερη από τις διόδους αυτές ήταν εκείνη που οδηγούσε διαμέσου της κοιλάδος του Στρυμόνα μέχρι της συμβολής του με τον ποταμό Στρώμνιτσα και διά της κοιλάδος του στην καρδιά της Βουλγαρίας του Σαμουήλ, ανάμεσα στα Σκόπια και την Αχρίδα. Το στενώτερο σημείο της κοιλάδος του Στρώμνιτσα, το Κλειδί, οχύρωσαν οι Βούλγαροι με φράγματα και τάφρους περιμένοντας την διάβαση των Βυζαντινών. Πράγματι, το καλοκαίρι του 1014 ο Βασίλειος ο Β΄ έφθασε στα στενά και προσπάθησε να διασπάσει την αντίσταση των Βουλγάρων. Μάταια όμως, γιατί εκείνοι πολεμούσαν με πείσμα και οχυρωμένοι όπως ήταν, έφεραν τους Βυζαντινούς σε δύσκολη θέση. Από την ήττα που είχε αρχίσει να διαφαίνεται, έσωσε τον βυζαντινό στρατό ο τολμηρός ελιγμός του Στρατηγού Φιλιππουπόλεως Νικηφόρου Ξιφία, ο οποίος, οδηγώντας τους άνδρες του μέσα από δύσβατες ατραπούς, κατάφερε να κυκλώσει τους εχθρούς και «άνωθεν εξαίφνης μετ' αλαλαγμού καί δούπου κατά νώτου γίνεται των Βουλγάρων». Οι Βούλγαροι αιφνιδιάσθηκαν, πανικοβλήθηκαν και προσπάθησαν να διαφύγουν. Ακολούθησε άγρια μάχη και σφαγή, που είχε ως αποτέλεσμα να σκοτωθεί μεγάλος αριθμός Βουλγάρων και να αιχμαλωτισθούν πολύ περισσότεροι. Ο ίδιος ο Σαμουήλ μόλις που κατάφερε να διαφύγει και να φθάσει στον Πρίλαπο. Μετά από διαπραγματεύσεις, παραδόθηκε στον Βασίλειο και το απόρθητο Φρούριο Μελένικο.

Την λαμπρή νίκη των Βυζαντινών σκίασε μία πράξη πρωτοφανούς αγριότητος, πράξη μοναδική, που έρχεται σε κραυγαλέα αντίθεση με όσα γνωρίζουμε για την συμπεριφορά των Βυζαντινών γενικά και του Βασιλείου του Β΄ ειδικότερα απέναντι στους ηττημένους εχθρούς. Μία πράξη που, όπως παρατήρησε ήδη ο Ι. Καραγιαννόπουλος, δεν εκφράζει τίποτε άλλο «από το μέτρο της αγριότητος εις την οποίαν είχαν φτάσει τα πνεύματα εξ αιτίας του μακρού εκείνου και απηνούς πολέμου». Με διαταγή του αυτοκράτορος, οι Βυζαντινοί τύφλωσαν μεγάλο αριθμό Βουλγάρων αιχμαλώτων αφήνοντας στους εκατό έναν μονόφθαλμο, για να τους οδηγήσει στη Βουλγαρία. Η Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου παρατηρεί ότι οι Βούλγαροι στην προκειμένη περίπτωση αντιμετωπίσθηκαν ως στασιαστές και όχι ως ξένοι αιχμάλωτοι πολέμου και ως στασιαστές τιμωρήθηκαν, όπως προέβλεπε η βυζαντινή νομοθεσία. Όταν η θλιβερή εκείνη φάλαγγα των τυφλών στρατιωτών έφθασε στη Βουλγαρία, ήταν τέτοια η οδύνη που προκάλεσε ώστε ο Σαμουήλ, ο σκληροτράχηλος Βούλγαρος αρχηγός, υπέστη προσβολή και πέθανε δύο ημέρες αργότερα, στις 6 Οκτωβρίου του 1014. Τον διαδέχθηκε ο γιος του Γαβριήλ, «ρώμη μέν του πατρός υπερέχων, φρονήσει δέ καί διανοία πολλώ λειπόμενος», όπως αναφέρουν χαρακτηριστικά οι βυζαντινές πηγές.

Μετά τον θάνατο του Σαμουήλ, οι Βούλγαροι εξακολουθούν να πολεμούν. όμως, ο χαρακτήρας των στρατιωτικών επιχειρήσεων άλλαξε. Δε γινόταν πλέον μεγάλες μάχες αλλά οι Βυζαντινοί προσπαθούσαν να καταλάβουν τα φρούρια που κατείχαν οι Βούλγαροι, ενώ εκείνοι αμύνονταν απεγνωσμένα. Είναι πλέον φανερό ότι ο πόλεμος τελειώνει, όμως το τέλος δεν επρόκειτο να έλθει όσο σύντομα το επιθυμούσαν οι Βυζαντινοί.

Την άνοιξη του 1015 τα Βοδενά (Έδεσσα) επαναστάτησαν και ο αυτοκράτορας, ξεκινώντας από την Θεσσαλονίκη, κατέλαβε την πόλη, που συνθηκολόγησε μόλις τα βυζαντινά στρατεύματα την περικύκλωσαν, μετεγκαθιστώντας τους κατοίκους της στο Βολερό. Επόμενος στόχος του Βασιλείου ήταν το οχυρό των Μογλενών (Αλμωπία), το οποίο κατελήφθη μετά από σκληρές μάχες και καταστράφηκε από τους Βυζαντινούς.

Οι νίκες αυτές του Βασιλείου επέφεραν σύγχυση στους Βουλγάρους. Αναζωπυρώθηκαν δυναστικές διαφορές, που είχαν ως κορύφωση την δολοφονία του Γαβριήλ από τον ανεψιό του Σαμουήλ Ιωάννη Βλαδισθλάβο, ο οποίος μόλις ανέλαβε την εξουσία, υποσχέθηκε «τήν πρέπουσαν υποταγήν καί δούλωσιν ενδείξασθαι πρός τόν βασιλέα». Παρά τις υποσχέσεις και τις δυναστικές έριδες όμως, ο πόλεμος συνεχιζόταν και ο Βασίλειος αναγκάσθηκε να εκστρατεύσει και να καταλάβει την Αχρίδα.

Οι επιχειρήσεις συνεχίζονται στα επόμενα χρόνια (1016-1018) με εισβολές των Βυζαντινών και προσπάθειες -άλλοτε επιτυχείς και άλλοτε όχι- να καταλάβουν οχυρές πόλεις και φρούρια, όταν την άνοιξη του 1018, ο θάνατος του Ιωάννου Βλαδισθλάβου σε μάχη προ του Δυρραχίου σήμανε το τέλος του φοβερού αυτού Βυζαντινοβουλγαρικού Πολέμου, που διήρκεσε περί τα σαράντα χρόνια. Γιατί στο άκουσμα του θανάτου του Ιωάννου, οι Βούλγαροι έχασαν τον αρχηγό τους και μαζί του κάθε ελπίδα και διάθεση να συνεχίσουν τον αγώνα τους κατά της αυτοκρατορίας. Έτσι, σύσσωμοι σχεδόν οι άρχοντες των Βουλγάρων άρχισαν να δηλώνουν υποταγή στον αυτοκράτορα, ο οποίος έφθασε ήδη στις Σέρρες. Στις Σέρρες έφθασαν και οι Βούλγαροι διοικητές των σπουδαιοτέρων φρουρίων που είχαν παραδοθεί και ο γενναίος υπερασπιστής του Φρουρίου Πέρνικον, Κρακράς. Ο Βασίλειος προχώρησε μέχρι τη Στρώμνιτσα, όπου συνάντησε τον Αρχιεπίσκοπο Βουλγαρίας Δαβίδ που έφερε επιστολές της Τσαρίνας Μαρίας σχετικές με την πρόθεση και τους όρους της παραδόσεώς της. Στη συνέχεια έφθασε στην Αχρίδα, όπου δέχθηκε την παράδοση της βασιλικής οικογενείας και άλλων Βουλγάρων αρχόντων και μοίρασε στους στρατιώτες του τους θησαυρούς που βρήκε στο βασιλικό παλάτι.

Ο πόλεμος που τόσο είχε ταλαιπωρήσει τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές, είχε τελειώσει και ο Βασίλειος, αφού περιόδευσε στα πεδία των μαχών της Μακεδονίας και της Στερεάς, έφθασε στην Αθήνα. Εκεί τέλεσε λαμπρές εορτές και δοξολογίες στο Ναό της Παναγίας που ήταν κτισμένος στην Ακρόπολη, εκφράζοντας έτσι τις ευχαριστίες του στην Υπερμάχο Στρατηγό. Έπειτα επέστρεψε στα τέλη του 1018 στην Κωνσταντινούπολη, όπου τέλεσε τον δίκαια κερδισμένο μεγαλοπρεπή του θρίαμβο.

Η απήχηση της βουλγαρικής υποταγής υπήρξε καταλυτική. Οι εχθροί της αυτοκρατορίας στην περιοχή άρχισαν, ο ένας μετά τον άλλον, να αναγνωρίζουν την βυζαντινή επικυριαρχία (Κροάτες, Βόσνιοι, Σέρβοι). Μόνον ο διοικητής του Σιρμίου προσπάθησε να αντιδράσει, νικήθηκε όμως και σκοτώθηκε από τον βυζαντινό στρατηγό της περιοχής.

Διοικητική οργάνωση της κατακτημένης Βουλγαρίας
Εξίσου ικανός ανεδείχθη ο Βασίλειος και στην παγίωση και διατήρηση της ειρήνης. Με πολιτική διορατικότητα μοίρασε αξιώματα στους άρχοντες των Βουλγάρων και εξασφάλισε έτσι την ανοχή τους στις διοικητικές μεταβολές, τις οποίες ετοιμαζόταν να επιφέρει. Η κατεκτημένη Βουλγαρία χωρίσθηκε σε δύο μεγάλες διοικητικές περιφέρειες (θέματα): το Θέμα Βουλγαρίας και το Παραδουνάβιο ή Παρίστριο Θέμα. Το Θέμα Βουλγαρίας περιελάμβανε τις δυτικές περιοχές του παλαιού βουλγαρικού κράτους (Σαρδικής, Ναϊσού και Ευτζαπόλεως) και είχε έδρα τα Σκόπια. Το Παραδουνάβιο Θέμα αποτελούσαν οι βορειοανατολικές περιοχές και είχαν ως διοικητικό κέντρο την Σιλίστρια (Δορύστολο). Τα βουλγαρικά εδάφη που βρισκόταν μεταξύ Αίμου και Ροδόπης, μοιράσθηκαν στα Θέματα Θράκης, Μακεδονίας, Στρυμόνος και Βουλγαρίας.

Ο αυτοκράτορας δεν επέφερε καμία αλλαγή στην εσωτερική διοίκηση του κατεκτημένου βουλγαρικού λαού και -κυρίως- δεν άλλαξε το ισχύον φορολογικό σύστημα, επιτρέποντας τη συνέχιση της καταβολής φόρων σε είδος και καταφέρνοντας έτσι να ελαχιστοποιήσει τα πιθανά αίτια δυσαρέσκειας των κατεκτημένων Βουλγάρων.

Εξίσου αποτελεσματικά υπήρξαν τα μέτρα που έλαβε ο Βασίλειος για να οργανώσει σε νέα βάση την Βουλγαρική Εκκλησία. Περιόρισε την δύναμη και το κύρος της, δίχως όμως να θίξει την αυτοτέλειά της σε σχέση με το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Αν και δεν γνωρίζουμε επακριβώς τις λεπτομέρειες του σχετικού σιγιλλίου, φαίνεται ότι καταργήθηκε το Βουλγαρικό Πατριαρχείο και αντικαταστάθηκε από την αυτοκέφαλη Αρχιεπισκοπή Βουλγαρίας, που έδρευε στην Αχρίδα. Νέος Αρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας ανεδείχθη ο μοναχός Ιωάννης. Με σειρά σιγιλλίων ο Βασίλειος καθόρισε τον αριθμό των κληρικών στις επισκοπές της νέας Βουλγαρικής Εκκλησίας και υπήγαγε στην δικαιοδοσία του αρχιεπισκόπου Αχρίδος επισκοπές που ανήκαν στο παλαιό βουλγαρικό κράτος του Πέτρου και του Σαμουήλ καθώς επίσης και τις Επισκοπές Σερβίων, Βεροίας και Σταγών. Αξίζει να παρατηρηθεί ότι την Αρχιεπισκοπή Βουλγαρίας ελάμπρυναν με την παρουσία τους διαπρεπείς λόγιοι, όπως ο Θεοφύλακτος, ο Δημήτριος Χωματηνός και ο Ιωάννης Καματηρός, οι οποίοι κατέστησαν την Αχρίδα πυρήνα της ελληνικής πολιτιστικής ακτινοβολίας.

Τον Δεκέμβριο του 1025 πεθαίνει ο Βασίλειος ο Β΄, ένας από τους ικανοτέρους αυτοκράτορες της περιόδου (565-1025) και με τον θάνατό του, όπως εύστοχα παρατήρησε ο Ι. Καραγιαννόπουλος, «τελείωσε μία των ενδοξοτέρων βασιλειών του Βυζαντίου. Η βασιλεία του υπήρξε πράγματι το απόγειον της ακμής, εξωτερικής και εσωτερικής, η οποία χαρακτηρίζει τους χρόνους της Μακεδονικής δυναστείας. Εν τούτοις τα σπέρματα της παρακμής έχουν ήδη κάνει την εμφάνισή τους και θα εκδηλωθούν σαφώς και επικινδύνως επί των διαδόχων του».


Βιβλιογραφία
Α.Ε. Βακαλόπουλος, Ιστορία της Θεσσαλονίκης, 316 π.Χ.-1983, Θεσσαλονίκη 1983, σ. 59 κε.
Γ. Θεοχαρίδης, Ιστορία της Μακεδονίας κατά τους μέσους χρόνους 285 -1354, Θεσσαλονίκη 1980, σ. 45 κε., Αικ. Χριστοφιλοπούλου, «Η βυζαντινή Μακεδονία από τον Στ΄ στον Θ΄ αιώνα», Νέα Εστία, 1571 (1992), σσ. 224-225.
Ζώσιμος ΙΙ.22 (σ. 78.17 κε.). - Χ. Μπακιρτζής, «Η θαλάσσια οχύρωση της Θεσσαλονίκης», Βυζαντινά, 7 (1975), σ. 289 κε.
Βακαλόπουλος, Ιστορία της Θεσσαλονίκης, σ. 75 κε.
Ι. Καραγιαννόπουλος, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, τόμ.1, Θεσσαλονίκη 1993, 5η ανατύπωση σ. 184 κε. - Ε. Χρυσός, «Η σφαγή των Θεσσαλονικέων το 390», Χριστιανική Θεσσαλονίκη, Πρακτικά του Β΄ Συμποσίου των ΚΓ΄ Δημητρίων, Θεσσαλονίκη 1990, σσ. 93-105.
Θεοφύλακτος Σιμοκάτης 220.18 κε., Καραγιαννόπουλος Ιστορία, τόμ.2, σ. 47 κε.
P. Lemerle, Les miracles de Saint Démétrius, τόμ.1, Παρίσι 1979, σ. 133 κε.
Lemerle, Miracles, σ. 177 κε. - Th. Korres, «Some remarks on the First Two Major Attempts of the Avaroslavs to Capture Thessaloniki (597-614)», Βυζαντινά, 19 (1998), σ. 171 κε.
Lemerle, Miracles, σ. 211 κε., Θ. Κορρές, «Παρατηρήσεις σχετικές με την πέμπτη πολιορκία της Θεσσαλονίκης από τους Σλάβους (676-678)», Βυζαντιακά, 19 (1999), σ. 153 κε, Θεοχαρίδης, Ιστορία της Μακεδονίας, σ. 161 κε.
Χριστοφιλοπούλου, «Βυζαντινή Μακεδονία», σ. 144 κε.
Μ. Γρηγορίου-Ιωαννίδου, «Η εκστρατεία του Ιουστινιανού Β΄ κατά των Βουλγάρων και Σλάβων (688)», Βυζαντιακά, 2 (1982), σ. 111 κε.
A. Stavridou-Zafraka, «Slav Invasions and the Theme Organization in Balkan Peninsula», Βυζαντιακά, 12 (1992), σ. 168 κε.
Β. Παπούλια, «Το πρόβλημα της ειρηνικής διεισδύσεως των Σλάβων στην Ελλάδα», Διεθνές Συμπόσιο, Βυζαντινή Μακεδονία (324-1430), Θεσσαλονίκη 1995, σ. 255 κε, Μ. Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου, Σλαβικές εγκαταστάσεις στη Μεσαιωνική Ελλάδα2, Αθήνα 1993, σ. 28 κε, Κορρές, «Πέμπτη πολιορκία», σ. 140 κε.
Χριστοφιλοπούλου, «Βυζαντινή Μακεδονία», σ. 150 κε, Α. Σταυρίδου-Ζαφράκα, «Θεσσαλονίκη «πρώτη πόλις Θεσσαλίας», ΚΔ΄ Δημήτρια, Πρακτικά Γ΄ Επιστημονικού Συμποσίου, Χριστιανική Θεσσαλονίκη, Θεσσαλονίκη 1991, σσ. 65-77, της ιδίας, «Θέμα Στρυμόνος», σ. 307 κε.
Θεοφάνης 357.27 κε.
Θεοφάνης 364.15-18. - Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, τόμ.2, σσ. 97-98 και 108, Γρηγορίου-Ιωαννίδου, «Εκστρατεία του Ιουστινιανού Β΄», σ. 111 κε.
Θεοφάνης 429.23-24.
Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, σ. 142 κε.
Θ. Κορρές, «Η βυζαντινοβουλγαρική αντιπαράθεση στις αρχές του 9ου αι. και η σφαγή των στρατευμάτων του Νικηφόρου Α΄ στη Βουλγαρία», Βυζαντινά, 18 (1995-96), σ. 167 κε. - Του ιδίου, Λέων Ε΄ ο Αρμένιος και η εποχή του, Θεσσαλονίκη 1996, σ. 87 κε.
Χριστοφιλοπούλου, «Βυζαντινή Μακεδονία», σ. 261.
Ι. Καραγιαννόπουλος, Το ιστορικόν πλαίσιον του έργου των αποστόλων των Σλάβων, Κυρίλλω και Μεθοδίω, τόμος εόρτιος, τόμ. 1, Θεσσαλονίκη 1966, σ. 141 κε.
Ι. Καμενιάτης 10.9 κε.
Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, τόμ.2, σ. 326 κε.
Για τα γεγονότα της πολιορκίας βλ. Ι. Καμενιάτης 16.35 κε. - Γ. Τσάρας, Άλωση Θεσσαλονίκης 53 κε.
Ι. Καμενιάτης 32.43 κε. - Βλ. Θ. Κορρές, "Υγρόν πυρ" 100 κε.
Ι. Καμενιάτης 33.68 κε.
Ι. Καμενιάτης 56.47 κε. - Γ. Τσάρας, Ιωάννου Καμενιάτου στην άλωση της Θεσσαλονίκης. Εισαγωγή - Μετάφραση - Σχόλια, Θεσσαλονίκη 1987, σ. 113 κε.
Νικόλαος Μυστικός 10 κε.
H. Ahrweiler, Βυζαντινή Μακεδονία, σ. 278.
Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, τόμ.2, σ. 79 κε.
Ιω. Σκυλίτζης 176.83., Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία Β2, σ. 60.
Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, τόμ.2, σ. 317 κε.
Α. Σταυρίδου-Ζαφράκα, Η συνάντηση Συμεών και Νικολάου Μυστικού στα πλαίσια του Βυζαντινοβουλγαρικού ανταγωνισμού, Θεσσαλονίκη 1972, σ. 143 κε.
Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, τόμ.2, σ. 348 κε.
Λέων Διάκονος 61.23 κε.
Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, τόμ.2, σ. 417 κε.
Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, τόμ.2, σσ. 423-425.
Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία, Β2, σ. 160 κε.
Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία, Β2, σσ.162-163.
Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, τόμ.2, σσ. 440-443.
Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία, Β2, σσ. 163-164.
Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία, Β2, σ. 165.
Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, τόμ.2, σ. 452 κε.
Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία, Β2, σ. 167.
Ιω. Σκυλίτζης 348.9 κε.
Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, τόμ.2, σσ. 459-460.
Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, τόμ.2, σ. 460, πρβ. Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία, Β2, σ. 162.
Θεοχαρίδης, Ιστορία της Μακεδονίας, σσ. 268-269.
Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία Β2, σσ.171-172.
Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, τόμ.2, σ. 469 κε.
Θεοχαρίδης, Ιστορία της Μακεδονίας, σσ. 275-276.
Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, τόμ.2, σσ. 460-463.



Βυζαντινή Μακεδονία (324-1025) β΄


Βυζαντινή Μακεδονία (324-1025) β΄
Θεόδωρος Κορρές

(συνέχεια από την προηγούμενη ανάρτηση)
Οι πόλεις της Μακεδονίας (ΣΤ΄-Θ΄ αιώνας)
Κατά την χρονική περίοδο από τον ΣΤ΄ έως τον Θ΄ αιώνα, η μακεδονική ύπαιθρος υπέστη τα πάνδεινα από τις αβαροσλαβικές και βουλγαρικές επιδρομές και οι ταλαιπωρημένοι πληθυσμοί της καταφεύγουν στην ασφάλεια των τειχών που περιβάλλουν τις πόλεις της περιοχής των. Οι μακεδονικές πόλεις καταφέρνουν να επιβιώσουν και να παραμείνουν κέντρα εμπορίου και πολιτισμού. Όταν μάλιστα είναι παραθαλάσσιες και διαθέτουν λιμάνια, τότε, όπως στην περίπτωση της Θεσσαλονίκης, η σπουδαιότητά τους αυξάνει.

Η Θεσσαλονίκη στάθηκε επάξια πρωτεύουσα της Μακεδονίας και δεύτερη σε μέγεθος και σημασία (πρώτη μετά την πρώτην) πόλη μετά την Κωνσταντινούπολη. Κτισμένη σε θέση προνομιακή, κέντρο στρατιωτικό και εμπορικό, έπαιξε σημαντικό ρόλο κατά την περίοδο αυτή, καθώς πάνω στα χερσαία και θαλάσσια τείχη της ξεσπούσαν και ξεθύμαιναν οι επιθέσεις των εχθρών της Μακεδονίας. Η επιμονή τους άλλωστε να καταλάβουν την Θεσσαλονίκη, επιβεβαιώνει τις πηγές που αναφέρουν πως η πόλη ήταν η πλουσιότερη και σπουδαιότερη της περιοχής.

Οι πληροφορίες που έχουμε στην διάθεσή μας για τις άλλες πόλεις της Μακεδονίας, είναι λίγες και προέρχονται κυρίως από επισκοπικούς καταλόγους και πρακτικά συνόδων. Οι σημαντικότερες μακεδονικές πόλεις είναι οι Στόβοι, η Καισάρεια (νοτιοδυτικά της Κοζάνης), η Βάργαλα, η τειχισμένη Βέροια, κέντρο με σημαντική πολιτιστική παράδοση, τα Σέρβια, επίσης οχυρωμένα κοντά στον Αλιάκμονα, η Έδεσσα, οι Σέρρες που αναφέρονται τον Θ΄ αιώνα ως πρωτεύουσα του Θέματος Στρυμόνα και έδρα επισκόπου, η Χριστούπολη (Καβάλα) με το δεύτερο μετά την Θεσσαλονίκη λιμάνι της Μακεδονίας και ισχυρή στρατιωτική βάση, η Αμφίπολη και οι Φίλιπποι.

Εκχριστιανισμός των Σλάβων
Την φήμη της ως πρώτης πόλεως της Μακεδονίας η Θεσσαλονίκη την κέρδισε όχι μόνον γιατί στους αιώνες που αναφέρθηκαν παρέμεινε κάστρο απόρθητο και προπύργιο της Μακεδονίας, αλλά γιατί έτσι διέσωσε την πολιτιστική κληρονομιά αιώνων και μπόρεσε να ακτινοβολήσει, τον Θ΄ αιώνα, το φως της και στον σλαβικό κόσμο εκτός των ορίων της αυτοκρατορίας.

Στη Θεσσαλονίκη γεννήθηκαν και έμαθαν τα πρώτα τους γράμματα οι αδελφοί Μεθόδιος και Κωνσταντίνος-Κύριλλος, που κήρυξαν τον Χριστιανισμό στη Μοραβία, μετέφρασαν λειτουργικά κείμενα στη σλαβονική και δημιούργησαν αλφάβητο κατάλληλο να αποδίδει τους φθόγγους της γλώσσης αυτής. Ήταν γιοι δρουγγαρίου του Θέματος Θεσσαλονίκης και ο Μεθόδιος, που γεννήθηκε γύρω στο 815, σπούδασε στη Θεσσαλονίκη και διορίσθηκε αργότερα διοικητής της Στρυμονικής Σκλαβηνίας. Ο νεώτερος Κωνσταντίνος γεννήθηκε το 825 ή 827 και μετά τις εγκύκλιες σπουδές του πήγε το 843 στην Κωνσταντινούπολη, όπου μαθήτευσε κοντά στον Φώτιο και τον Λέοντα τον Μαθηματικό. Η εξέλιξή του υπήρξε ραγδαία. Έγινε γραμματέας του Πατριάρχη Φωτίου και διδάσκαλος της ρητορικής στην Ανωτάτη Σχολή της Μαγναύρας. Το 863, όταν ο Βασιλιάς της Μεγάλης Μοραβίας Ρατισλάβος ζήτησε από τον Αυτοκράτορα Μιχαήλ τον Γ΄ (842-867) ιεραποστόλους για να διδάξουν στους υπηκόους του τον Χριστιανισμό, ο Πατριάρχης Φώτιος και ο Παραδυναστεύων Βάρδας ανέθεσαν στους αδελφούς Μεθόδιο και Κωνσταντίνο την αποστολή, γιατί διέθεταν διπλωματική πείρα και κυρίως γιατί γνώριζαν τη σλαβονική. Η αποστολή τους είχε ασφαλώς και πολιτικές προεκτάσεις, γιατί, εκτός του Χριστιανισμού, θα είχαν την ευκαιρία να εδραιώσουν και τον βυζαντινό πολιτισμό και να επεκτείνουν την επιρροή της αυτοκρατορίας στην Κεντρική Ευρώπη. Οι Θεσσαλονικείς αδελφοί πέτυχαν απόλυτα στην αποστολή τους. Δεν προσέφεραν στους νεοφωτίστους μόνο το αλφάβητο που επινόησαν αλλά, με τη μετάφραση της Βίβλου και των λειτουργικών κειμένων στην παλαιοσλαβική -και αυτό είναι το σπουδαιότερο- δημιούργησαν τα πρώτα έργα της σλαβικής φιλολογίας. Δίκαια λοιπόν οι Μεθόδιος και Κωνσταντίνος-Κύριλλος τιμώνται ως απόστολοι των Σλάβων και ορθώς καυχάται η Θεσσαλονίκη, που γέννησε και γαλούχησε μέσα στο πολιτιστικό της περιβάλλον τους δύο αποστόλους της βυζαντινής -δηλαδή της ελληνοχριστιανικής- πολιτιστικής κληρονομιάς στον σλαβικό κόσμο.

Χάρη στην ειρήνη που επικράτησε μετά τον εκχριστιανισμό των εντός των ορίων της αυτοκρατορίας Σλάβων, η Μακεδονία και ιδιαίτερα η Θεσσαλονίκη γνώρισε μία λαμπρή οικονομική άνθηση. Κέντρο κοσμοπολιτικό και διεθνής εμπορική αγορά, σταυροδρόμι του οδικού δικτύου που συνέδεε την Κωνσταντινούπολη με την Ιταλία και τον δρόμο που οδηγούσε από τα παράλια του Αιγαίου στις χώρες του Δούναβη, η Θεσσαλονίκη έφθασε γρήγορα σε θέση αξιοθαύμαστη.

Ο Ιωάννης Καμινιάτης, που έμελλε να περιγράψει μερικές από τις τραγικότερες ώρες της νύμφης του Θερμαϊκού, μιλά για τις «αφθονίες της γεωργίας» και τις «χορηγίες της εμπορίας», για «υφάσματα σηρικά» και «λίθων τιμίων παμπληθείς θησαυρούς» που βρίσκονταν στην κατοχή των κατοίκων της πόλεως και πλημμύριζαν την αγορά της, μία αγορά γεμάτη από «παμμιγή όχλον… των τε αυτοχθόνων καί των άλλως επιξενουμένων». Όμως, αυτός ακριβώς ο πλούτος και η φήμη της φαίνεται ότι στάθηκαν η αιτία της απρόσμενης συμφοράς της.

Πολιορκία και άλωση της Θεσσαλονίκης από Άραβες πειρατές (904)
Βρισκόμαστε στις αρχές του Ι΄ αιώνος και στον βυζαντινό θρόνο είχε ανέλθει ο Λέων ο ΣΤ΄ (886-912). Οι εχθροί που απειλούσαν την αυτοκρατορία την εποχή αυτή ήταν οι Άραβες στα μέτωπα της Μικράς Ασίας και οι Βούλγαροι στη Βαλκανική. Όμως, εκτός αυτών, υπήρχε -για τις παραθαλάσσιες κυρίως περιοχές της αυτοκρατορίας- η μόνιμη απειλή των Σαρακηνών πειρατών, που με βάσεις και ορμητήριά τους λιμάνια της Κρήτης και της Συρίας λεηλατούσαν τα νησιά και τα παράλια του Αιγαίου. Το 902-903 λεηλάτησαν την Αττική και κατέστρεψαν την Δημητριάδα και τη Λήμνο, όπου «πλείστος ηχμαλωτίσθη λαός». Η Κρήτη είχε καταληφθεί το 824 από τους Άραβες και παρά τις προσπάθειες των Βυζαντινών, βρισκόταν την εποχή αυτή στα χέρια τους. Οι βυζαντινοί θεματικοί στόλοι περιπολούσαν στο Αιγαίο, όμως οι πειρατές ενεργούσαν με τέτοια ταχύτητα και τόλμη, που τα βυζαντινά πλοία έφθαναν μετά τα γεγονότα και πιστοποιούσαν απλώς το μέγεθος της καταστροφής που είχαν επιφέρει οι πειρατές.

Έτσι είχαν τα πράγματα στο Αιγαίο, όταν το καλοκαίρι του 904 μία μεγάλη ναυτική δύναμη Σαρακηνών πειρατών από 54 μεγάλα πολεμικά πλοία, «εν οις παμμιγής τις όχλος απονενοημένων καί μανιωδών πάντων αιμοβόρων καί θηριογνωμόνων ανθρώπων», βγήκε από το λιμάνι της Ταρσού. Διοικητής της ήταν ο περίφημος για τα ναυτικά του κατορθώματα και τρομερός για την σκληρότητά του, ο εξωμότης Λέων ο Τριπολίτης. Τα όσα επρόκειτο να συμβούν στη συνέχεια, τα γνωρίζουμε χάρη στο έργο του Θεσσαλονικέως κληρικού Ιωάννου Καμινιάτη, ο οποίος έζησε την πολιορκία και την άλωση της Θεσσαλονίκης, αιχμαλωτίσθηκε και επέστρεψε τελικά στην πόλη του, όταν οι πειρατές τον αντάλλαξαν με Άραβες που είχαν αιχμαλωτίσει οι Βυζαντινοί.

Όταν τα νέα της εξόδου του στόλου του Τριπολίτη έφθασαν στην Κωνσταντινούπολη, ο Λέων ΣΤ΄ έστειλε τον αυτοκρατορικό στόλο για να καταδιώξει τους πειρατές. Όμως οι δυνάμεις των Βυζαντινών δεν ήταν επαρκείς και ο στόλος επέστρεψε άπρακτος στη βάση του. Οι πειρατές, αφού πρώτα έπλευσαν μέχρι την θάλασσα του Μαρμαρά σε μία επίδειξη δυνάμεως, βγήκαν από τα Στενά και κατευθύνθηκαν προς την πόλη του Αγίου Δημητρίου. Οι Θεσσαλονικείς πληροφορήθηκαν τα άσχημα νέα και προσπάθησαν να κάνουν ό,τι μπορούσαν για να ενισχύσουν την άμυνα της πόλεώς τους. Χρόνος όμως δεν υπήρχε κι έτσι το μόνο που κατάφεραν ήταν να επισκευάσουν πρόχειρα τα μισοκατεστραμμένα τμήματα του θαλασσίου τείχους και να κατασκευάσουν πάνω σ' αυτό μερικούς ξύλινους πύργους. Έκλεισαν επίσης την είσοδο στο μεγάλο λιμάνι του Κωνσταντίνου με σιδερένια αλυσίδα. Πρέπει να σημειωθεί ότι η Θεσσαλονίκη δεν διέθετε αξιόλογη φρουρά για την άμυνά της, ενώ οι κάτοικοι ήταν άπειροι στον πόλεμο και πολλοί δεν είχαν καν όπλα. Δεν υπήρχε επίσης ούτε μία μικρή δύναμη πολεμικών πλοίων την κρίσιμη εκείνη ώρα στο λιμάνι της πόλεως.

Την αυγή της 29ης Ιουλίου του 904, ο στόλος των Σαρακηνών εμφανίσθηκε στην είσοδο του Θερμαϊκού και αγκυροβόλησε μπροστά από τα θαλάσσια τείχη, στο μικρό λιμανάκι που λεγόταν Κελλάριον. Ήταν 54 μεγάλα πλοία γεμάτα με άγριους πειρατές, Άραβες, Σύρους, Αιγυπτίους, Αιθίοπες κ.ά., που έφθαναν τον αριθμό των 10.000. Την πρώτη ημέρα της πολιορκίας οι πειρατές αναζήτησαν τα ευάλωτα σημεία του θαλασσίου τείχους και προσπάθησαν να τα καταλάβουν κουβαλώντας ξύλινες σκάλες, με τις οποίες προσπαθούσαν να ανέβουν σ' αυτά. Όμως οι υπερασπιστές πολεμούσαν με θάρρος και ενισχυμένοι από σκλαβηνούς τοξότες, που ήλθαν να βοηθήσουν τους Θεσσαλονικείς γείτονές τους, τους απέκρουσαν.

Την επομένη μέρα, η προσοχή των πειρατών στράφηκε προς το νότιο τμήμα των ανατολικών χερσαίων τειχών και έστησαν τις πετροβόλες μηχανές τους, υπό την κάλυψη των οποίων προσπάθησαν να καταλάβουν το τείχος. Όμως και πάλι οι Θεσσαλονικείς τους απώθησαν. Τότε, μανιασμένοι από την αποτυχία τους, οι πειρατές προσπάθησαν να μπουν στην πόλη πυρπολώντας τις πύλες Ρώμη και Κασσανδρεωτική. Όμως απέτυχαν ξανά. Απογοητευμένος ο Λέων έστρεψε και πάλι την προσοχή του προς τα θαλάσσια τείχη. Έτσι τη νύχτα που ακολούθησε, οι Σαρακηνοί επεχείρησαν ένα άλλο τέχνασμα. Έδεσαν τα πλοία τους δύο-δύο και στερέωσαν ανάμεσα στα κατάρτια ξύλινους πύργους, που έφθαναν υψηλότερα από τα θαλάσσια τείχη.

Την τρίτη και μοιραία ημέρα, την 31η Ιουλίου, μόλις χάραξε, τα ζευγμένα πλοία πλησίασαν όσο μπορούσαν στα θαλάσσια τείχη, εκεί όπου το βάθος της θαλάσσης το επέτρεπε. Πάνω στους ξύλινους πύργους τους οι πειρατές ξεφώνιζαν σαν δαίμονες και απειλούσαν τους υπερασπιστές, που μουδιασμένοι κοίταζαν από τις πολεμίστρες. Σε κάποια στιγμή, μία ομάδα υπερασπιστών έχασε το θάρρος της και οι άνδρες που την αποτελούσαν, άρχισαν σιγά-σιγά να εγκαταλείπουν τις θέσεις τους και να καταφεύγουν στα υψηλότερα τμήματα της πόλεως. Σ' εκείνο ακριβώς το σημείο των τειχών πλησίασε ένα ζευγάρι από τα δεμένα πλοία των Σαρακηνών. Πάνω από τον ξύλινο πύργο τους οι πειρατές έριχναν βροχή από βέλη και πέτρες στους λίγους υπερασπιστές, που δεν άργησαν να πανικοβληθούν και να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους.

Δεν έριχναν όμως μόνον βέλη και πέτρες. Σύμφωνα με τον Καμινιάτη, εκτός από τις μεγάλες πέτρες που εκσφενδόνιζαν εναντίον των πολιορκουμένων οι Σαρακηνοί, «πυρ τε διά των σιφώνων τω αέρι φυσήσαντες καί τινα άλλα σκεύη καί αυτά πυρός ανάμεστα έσω του τείχους εξακοντήσαντες, εις τοσαύτην έκπληξιν καί δειλίαν τούς εν τοις προβόλοις όντας ενέβαλον ως καταπηδήσαι τό τάχος καί πρός φυγήν εκτραπήναι καί κενόν άπαντα τον περίπατον του τείχους καταλιπείν». Όπως φαίνεται από την περιγραφή του χωρίου, οι υπερασπιστές της πόλεως αιφνιδιάσθηκαν από το γεγονός ότι οι πειρατές χρησιμοποιούσαν εμπρηστικά όπλα παρόμοια με το δικό τους «υγρόν πυρ» και δείλιασαν βλέποντας τις φλόγες να τους κυκλώνουν και να κατακαίνε τα ξύλινα σημεία του θαλασσίου τείχους που είχαν κατασκευάσει εν σπουδή. Ο συνδυασμός αυτός του αιφνιδιασμού και του φόβου της φωτιάς επέφερε τον πανικό, με αποτέλεσμα την εγκατάλειψη των θέσεών τους στους προμαχώνες.

«Στο σημείο αυτό ήταν ήδη 9 η ώρα το πρωί», γράφει ο Καμινιάτης, «οι Σαρακηνοί, ημίγυμνοι όπως ήταν, άρχισαν να χύνονται σαν χείμαρρος ορμητικός μέσα στους δρόμους της πόλης με τα σπαθιά στο χέρι και να καταδιώκουν τα θύματά τους που σαν τρομαγμένα πρόβατα δεν ήξεραν προς τα πού να φύγουν. Άνδρες, γυναίκες με βρέφη στην αγκαλιά, γονείς, παιδιά, συγγενείς, φίλοι, έπεφταν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου σε μια απελπισμένη προσπάθεια να προφυλαχθούν και να γλιτώσουν. Άλλοι, σαν να είχαν χάσει τελείως τα λογικά τους, στέκονταν σαν χαμένοι και κοίταζαν τη φρίκη που τους κύκλωνε και τους απειλούσε με απάθεια θεατή. Πολλοί έτρεχαν να κρυφτούν μέσα στα σπίτια τους, άλλοι ζητούσαν καταφύγια στις εκκλησίες, άλλοι κατευθύνονταν προς τις πύλες και τα τείχη. Η αναταραχή και η σύγχυση των κατοίκων ήταν τέτοια», τονίζει ο Καμινιάτης, «που οι λέξεις ήταν φτωχές να τις περιγράψουν. Όπου και αν πήγαιναν τους ακολουθούσε ο θάνατος».

Οι Σαρακηνοί σκορπίσθηκαν μέσα στην πόλη και άρχισαν μία βάρβαρη και ανελέητη σφαγή χωρίς διάκριση. Τα θύματα ήταν πολλά, κυρίως στις δυτικές πύλες, γιατί πολλοί συνωστίζονταν στις πύλες αυτές προσπαθώντας να βγουν έξω. Μόνον λίγοι κατάφεραν να ξεφύγουν και αυτοί πηδώντας από τα δυτικά θαλάσσια τείχη. Χιλιάδες πιάσθηκαν αιχμάλωτοι, ανάμεσά τους και ο Καμινιάτης και η οικογένειά του, που κατάφεραν να σωθούν εξαγοράζοντας τη ζωή τους με χρήματα και κοσμήματα αλλά και οι Στρατηγοί Νικήτας και Χατζηλάκιος, που οδηγήθηκαν με τον χειρότερο τρόπο στο λιμάνι. Μαζί τους και το άνθος της νεολαίας της Θεσσαλονίκης. Τους επιβίβασαν στα πλοία στοιβάζοντάς τους κυριολεκτικά στα αμπάρια σαν ζώα, όπου, εκτός των άλλων, υπέστησαν και το μαρτύριο της πείνας και της δίψας.

Οι Σαρακηνοί έμειναν στην πόλη δέκα ημέρες λεηλατώντας και ψάχνοντας για κρυμμένους θησαυρούς. Λίγο έλειψε μάλιστα να κάψουν την πόλη. μεταπείσθηκαν όμως την τελευταία στιγμή από τον Ασηκρήτη Συμεών, ο οποίος απέτρεψε τον εμπρησμό της πόλεως με την καταβολή πολλών κεντηναρίων χρυσού που αρχικά προορίζονταν για τους Βουλγάρους. Ένας άλλος όμως αυτοκρατορικός απεσταλμένος, ο Ροδοφύλης, που έτυχε να βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη καθ' οδόν προς τη Δύση και μετέφερε επίσης μεγάλη ποσότητα χρυσού για την πληρωμή των βυζαντινών στρατευμάτων που πολεμούσαν κατά των Αράβων στη Σικελία, αρνήθηκε να παραδώσει τον χρυσό στους Σαρακηνούς και πλήρωσε την πίστη του στον αυτοκράτορα με τη ζωή του.

Πριν ξεκινήσει για το ταξίδι της επιστροφής, ο Τριπολίτης πούλησε πολλούς αιχμαλώτους σε συγγενείς τους που είχαν συγκεντρωθεί έξω από την πόλη και παρέδωσε στον εκπρόσωπο του αυτοκράτορα, τον Ασηκρήτη Συμεών, διακόσιους αιχμαλώτους, αφού πρώτα έλαβε την γραπτή διαβεβαίωση πως οι Βυζαντινοί θα απελευθέρωναν διακόσιους Άραβες αιχμαλώτους.

Την δεκάτη ημέρα άπλωσαν τα πανιά τους και ξεκίνησαν. Μέσα στα αμπάρια των πλοίων η κατάσταση των αιχμαλώτων ήταν τραγική. Ριγμένοι κυριολεκτικά ο ένας πάνω στον άλλον, δεν μπορούσαν ούτε καν να αναπνεύσουν. Χαρακτηριστικά ο Καμινιάτης αναφέρει ότι στο πλοίο που τον μετέφερε, βρίσκονταν 800 αιχμάλωτοι και 200 πειρατές. Και το ταξίδι ήταν ατελείωτο (Κασσάνδρα, Εύβοια, Άνδρος, Πάτμος, Νάξος), γιατί ο φόβος του βυζαντινού ναυτικού έκανε τους πειρατές να περιπλανώνται και να κρύβονται ανάμεσα στα αμέτρητα ξερονήσια του Αιγαίου. Τέλος, έπειτα από 16 ημέρες ταξίδι, έφθασαν στην Κρήτη στις 26 Αυγούστου.

Οι τραγικές συνθήκες του ταξιδιού είχαν ως αποτέλεσμα τον θάνατο πολλών αιχμαλώτων. Παρ' όλα αυτά, όταν έφθασαν στην Κρήτη, οι αιχμάλωτοι αριθμούσαν, σύμφωνα με τις πληροφορίες του Καμινιάτη, τις 22.000. Αρκετοί πουλήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα της Κρήτης, ενώ οι περισσότεροι μεταφέρθηκαν στην πατρίδα του Λέοντα, την Τρίπολη της Συρίας, απ' όπου διοχετεύθηκαν και σκορπίσθηκαν στον μουσουλμανικό κόσμο. Μόνον λίγοι Θεσσαλονικείς (1.200), ανάμεσά τους και ο Καμινιάτης, έφθασαν στην Ταρσό της Κιλικίας, όπου ανταλλάχθηκαν με Σαρακηνούς αιχμαλώτους. Η είδηση της αλώσεως της «πρώτης μετά την πρώτην» πόλεως της αυτοκρατορίας προξένησε φοβερή εντύπωση στη Βασιλεύουσα. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας συνέγραψε ένα έργο για την άλωση της Θεσσαλονίκης, στο οποίο εμμέσως αποδεχόταν τις ευθύνες που αναλογούσαν στην κεντρική εξουσία για τα όσα συνέβησαν στην πόλη.

Η άλωση και λεηλασία της Θεσσαλονίκης συγκλόνισε και τον λόγιο Πατριάρχη Νικόλαο Μυστικό, ο οποίος, σε ομιλία του από του άμβωνος της Αγίας Σοφίας, θρηνεί για την τραγωδία που έπληξε την πόλη του Αγίου Δημητρίου και διερωτάται απευθυνόμενος προς τον Μυροβλήτη, με τρόπο ρητορικό: «Πού μοι, Δημήτριε μάρτυς, η αήττητος συμμαχία; Πώς τήν σήν πόλιν υπερείδες πορθουμένην; Πως υπό σοί πολιούχω η εχθροίς άβατος, αφ' ου χρόνου ταύτην ήλιος εθεάσατο, κατορχουμένων της ιεράς προστασίας; Πώς υπέμεινας ταύτα καί διεκαρτέρησας;», για να καταλήξει στη μόνη εξήγηση που θα μπορούσε να δεχθεί το μυαλό και η ψυχή του πιστού Βυζαντινού: «διά τάς αμαρτίας ημών».

Το κτύπημα ήταν φοβερό για την Θεσσαλονίκη όχι όμως και θανάσιμο. Γιατί, παρά τις αρνητικές επιπτώσεις που είχε για ένα διάστημα στην οικονομική ζωή της, η άλωση δεν είχε σοβαρές συνέπειες για την μεταγενέστερη εξέλιξή της. Ήδη από τον Ι΄ αιώνα, η νύμφη του Θερμαϊκού καθίσταται «άρχουσα των δυτικών θεμάτων» και έδρα του «μονοστρατήγου των δυτικών». Και τούτο γιατί, όπως ορθά παρατηρεί η Ελένη Αρβελέρ, η καταστροφή της Θεσσαλονίκης το 904 ανέκοψε για λίγο την ανάπτυξη της πόλεως αλλά ίσως και να επέσπευσε την απόφαση της Κωνσταντινουπόλεως να δημιουργήσει ένα ισχυρό στρατιωτικό και πολιτικό κέντρο στην περιοχή που είχαν καταλάβει οι Σλάβοι, που διεκδικούσαν οι Βούλγαροι και που περιέλαβαν στην ακτίνα δράσεώς τους οι Άραβες πειρατές.

Εκχριστιανισμός των Βουλγάρων
Στο σημείο αυτό θα επιστρέψουμε και πάλι στο δεύτερο μισό του Θ΄ αιώνος, για να παρακολουθήσουμε τα όσα συνέβαιναν στον χώρο της Βαλκανικής. Η σχέση της εκχριστιανισμένης Μοραβίας με τον αυτοκράτορα είχε, όπως άλλωστε προσδοκούσαν οι Βυζαντινοί, και πολιτικές προεκτάσεις. Όπως, λοιπόν, οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Φράγκων και Βουλγάρων είχαν αναγκάσει τον Ρατισλάβο της Μεγάλης Μοραβίας να στραφεί προς το Βυζάντιο, έτσι και ο Βούλγαρος Ηγεμόνας Βόρις μετά τον εκχριστιανισμό της Μοραβίας ένιωθε να απειλείται. Την ανασφάλεια των Βουλγάρων επέτειναν και οι κινήσεις του βυζαντινού στρατού, που προήλαυνε προς τα βουλγαρικά σύνορα καθώς και του βυζαντινού στόλου, που έπλεε στις βουλγαρικές ακτές και στον Δούναβη. Μη έχοντας άλλη διέξοδο, ο Βόρις δέχθηκε αναγκαστικά να εκχριστιανισθεί ο λαός του και ο ίδιος από τους Βυζαντινούς. Το 864 βαπτίσθηκε και πήρε το όνομα του Βυζαντινού Αυτοκράτορος Μιχαήλ συνάπτοντας ειρήνη με τους Βυζαντινούς. Βέβαια, οι σχέσεις των νεοφωτίστων Βουλγάρων με την Κωνσταντινούπολη δεν ήταν απόλυτα αρμονικές και ο Βόρις-Μιχαήλ προσπάθησε να αναμίξει το 866/867 τους Φράγκους, προκειμένου να επιτύχει την αυτοτέλεια της Βουλγαρικής Εκκλησίας, που δεν ήταν πρόθυμη να του εκχωρήσει η Κωνσταντινούπολη. Παραχωρήσεις έγιναν και από τις δύο πλευρές και έτσι για τα είκοσι χρόνια που ακολούθησαν, οι σχέσεις των δύο κρατών υπήρξαν ειρηνικές.

Νέος Βυζαντινοβουλγαρικός Πόλεμος στη Μακεδονία. Ο Τσάρος Συμεών
Τα πράγματα άλλαξαν, όταν ο Βόρις-Μιχαήλ παραιτήθηκε το 889 και στον θρόνο ανέβηκε ο γιος του Συμεών. Αν και μορφώθηκε στην Κωνσταντινούπολη, ο νέος τσάρος δεν έτρεφε φιλικά αισθήματα για τους Βυζαντινούς. Αντίθετα, έχοντας γνωρίσει από κοντά τις αδυναμίες του βυζαντινού κράτους, έπαψε να νιώθει δέος απέναντί του και σ' όλη του την ζωή έκανε τα πάντα για να το διαλύσει.

Σύμφωνα με τις βυζαντινές πηγές της εποχής, ο Συμεών από την στιγμή που ανέβηκε στον θρόνο ζητούσε αφορμή για να παραβιάσει την ειρήνη που επικρατούσε από το 864. Την αφορμή έδωσε η μετάθεση του σταθμού εκτελωνισμού των βουλγαρικών εμπορευμάτων από την Κωνσταντινούπολη στη Θεσσαλονίκη, το 894 και η επιβολή υψηλοτέρων τελών (κομμερκίων) στους Βούλγαρους εμπόρους. Κατά την άποψη της Αικατερίνης Χριστοφιλοπούλου, η μετεγκατάσταση του τελωνειακού σταθμού απέβλεπε σε αυστηρότερο έλεγχο της διακινήσεως προσώπων και εμπορευμάτων από την Βουλγαρία και την ίδρυση μονίμου διαμετακομιστικού κέντρου στη Θεσσαλονίκη, με απώτερο σκοπό την εδραίωσή της ως οικονομικού κέντρου της περιοχής. Οι διαμαρτυρίες του Συμεών δεν είχαν αποτέλεσμα και εκείνος κήρυξε τον πόλεμο, όπως άλλωστε επεδίωκε. Στη σύγκρουση που ακολούθησε σε μακεδονικό έδαφος, οι Βυζαντινοί ηττήθηκαν κατά κράτος και ο Συμεών συνέλαβε πολλούς αιχμαλώτους, μεταξύ των οποίων και άνδρες της αυτοκρατορικής φρουράς, τους οποίους ρινοκόπησε και έστειλε στη Βασιλεύουσα «εις αισχύνην Ρωμαίων».

Παρά την ήττα τους, οι Βυζαντινοί θα μπορούσαν να παρατάξουν και νέα στρατεύματα από τα πολυάνθρωπα μικρασιατικά θέματα και να αντιμετωπίσουν την βουλγαρική απειλή. Όμως για μία ακόμη φορά ο πόλεμος με τους Άραβες δεν επέτρεπε την απογύμνωση του Ανατολικού Μετώπου. Κατέφυγε λοιπόν ο αυτοκράτορας στη γνωστή εναλλακτική λύση, στον συνδυασμό των όπλων με τη διπλωματία. Βυζαντινοί πρέσβεις έπεισαν με δώρα και υποσχέσεις τους Ούγγρους να επιτεθούν εναντίον των Βουλγάρων από βορρά, ενώ ο νέος Αρχιστράτηγος (Δομέστικος) Νικηφόρος Φωκάς επετέθη από το νότο. Η συνδυασμένη επίθεση πέτυχε και ο Συμεών αναγκάσθηκε να ζητήσει ειρήνη από τον Λέοντα ΣΤ΄. Ο αυτοκράτορας δέχθηκε την πρόταση, όμως ο Βούλγαρος ηγεμόνας χρησιμοποίησε την ανακωχή για να ανασυντάξει τον στρατό του και να αναζητήσει κι εκείνος συμμάχους, εφαρμόζοντας προφανώς τα όσα είχε διδαχθεί κατά την παραμονή του στην αυλή της Κωνσταντινουπόλεως. Με συμμάχους τους Πετσενέγους, κατενίκησε τους Ούγγρους και στη συνέχεια στράφηκε κατά των Βυζαντινών.

Για να τον αντιμετωπίσει, ο αυτοκράτορας συγκέντρωσε μεγάλες δυνάμεις μεταφέροντας στη Μακεδονία θεματικά ασιατικά στρατεύματα. Λάθος, όπως φάνηκε στη συνέχεια, υπήρξε η επιλογή του νέου Δομέστικου Λέοντα Κατακαλών, στον οποίο ανετέθη η επιχείρηση. Η σύγκρουση έγινε στο Βουλγαρόφυγον, κοντά στην Αδριανούπολη, το 896 και είχε ως αποτέλεσμα τη συντριπτική ήττα του βυζαντινού στρατού.

Μετά τη νίκη του ο Συμεών στράφηκε προς την περιοχή του Θέματος Θεσσαλονίκης και του Θέματος Δυρραχίου και εκπόρθησε πολλά βυζαντινά φρούρια. Άφησε όμως εκτεθειμένη την ίδια του τη χώρα και οι Βυζαντινοί, σε μία κίνηση αντιπερισπασμού, εισέβαλαν στη Βουλγαρία και ανάγκασαν τον Συμεών να δεχθεί την ειρήνη (899-900). Αλλά και πάλι, παρά τη συνθήκη, ο Βούλγαρος ηγεμόνας εξακολούθησε να επιχειρεί κατά της Μακεδονίας και να απασχολεί τα βυζαντινά στρατεύματα, μη επιτρέποντας έτσι στον αυτοκράτορα να στείλει ενισχύσεις προς την Θεσσαλονίκη που εποφθαλμιούσαν, πολιόρκησαν και τελικά κατέλαβαν το 904 οι Σαρακηνοί πειρατές του Λέοντα Τριπολίτη. Τέλος, με τη μεσολάβηση του έμπειρου διπλωμάτη Λέοντος Χοιροσφάκτη, ο Συμεών πείσθηκε και υπέγραψε για τρίτη φορά ειρήνη με τους Βυζαντινούς, η οποία φαίνεται ότι διήρκεσε μέχρι τον θάνατο του Λέοντα του ΣΤ΄, το 912.

Ο νέος Αυτοκράτωρ Αλέξανδρος (912-913) δεν διέθετε τη σύνεση του προκατόχου του και αρνήθηκε να καταβάλλει στους Βουλγάρους τον ετήσιο φόρο που είχε συμφωνηθεί με τη Συνθήκη του 896. Ήταν, άλλωστε, ιδιαίτερα επαχθής και προσβλητική για τους Βυζαντινούς η καταβολή φόρου στους «βαρβάρους» και αποτελούσε λύση εσχάτης ανάγκης. Γι' αυτό μόλις θεωρούσαν ότι μπορούσαν να επιβληθούν με τη δύναμη των όπλων, το επιχειρούσαν. Οι Βούλγαροι βέβαια αντέδρασαν και άρχισαν να συγκεντρώνουν στρατιωτικές δυνάμεις, όταν ο αιφνίδιος θάνατος του Αλεξάνδρου συνετέλεσε στο να αναβάλλει ο Συμεών τις επιχειρήσεις, αναμένοντας τις εξελίξεις στην Κωνσταντινούπολη.

Και οι εξελίξεις δεν ήταν θετικές για το Βυζάντιο. Οι εσωτερικές αντιθέσεις, οι ραδιουργίες και η αναστάτωση που μεσολάβησε μέχρι την επικράτηση της μερίδος που υποστήριζε τον οκταετή Κωνσταντίνο τον Ζ΄ και της οποίας ηγείτο ο Πατριάρχης Νικόλαος Μυστικός, έδωσαν στον Συμεών την ευκαιρία που περίμενε. Εισέβαλε και πάλι στη Θράκη και προήλασε την φορά αυτή μέχρι την Κωνσταντινούπολη, την οποία έζωσε με τον στρατό του από τις Βλαχέρνες έως τη Χρυσή Πύλη, ελπίζοντας ότι θα την κατελάμβανε εύκολα. Όταν όμως βρέθηκε μπροστά στο ακαταμάχητο οχυρωματικό σύστημα των τειχών της Βασιλευούσης, άλλαξε γνώμη και ζήτησε διαπραγματεύσεις, τις οποίες ευχαρίστως δέχθηκαν οι Βυζαντινοί. Οι διαπραγματεύσεις οδήγησαν σε συμφωνία και ο Συμεών αποχώρησε συναποκομίζοντας πλούσια δώρα και λάφυρα, αφού πρώτα συναντήθηκε έξω από τα τείχη της Πόλεως με τον Πατριάρχη Νικόλαο Μυστικό, ο οποίος μάλιστα τον ευλόγησε τοποθετώντας στο κεφάλι του το επιρριπτάριό του.

Όμως ο Συμεών παραβίασε εκ νέου τα συμπεφωνημένα και επωφελούμενος από τις εσωτερικές διαμάχες των Βυζαντινών που σχετίζονταν με το ζήτημα της επιτροπείας του ανηλίκου Κωνσταντίνου, εισέβαλε στη Θράκη και τον Σεπτέμβριο του 914 κατέλαβε με προδοσία την Αδριανούπολη. Οι Βυζαντινοί ανακατέλαβαν σχεδόν αμέσως την πόλη και συγκέντρωσαν ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις εναντίον του Συμεών υπό την ηγεσία του Δομέστικου των Σχολών, Λέοντος Φωκά. Η καθοριστική μάχη διεξήχθη τον Αύγουστο του 917 με νικητές τους Βουλγάρους, οι οποίοι κατέσφαξαν τα βυζαντινά στρατεύματα, η δε επιτυχία τους αποδόθηκε στις στρατηγικές ικανότητες του Συμεών.

Ο Συμεών υπήρξε αδιαμφισβήτητα ο πρωταγωνιστής των γεγονότων της εποχής αυτής και φαίνεται ότι διέθετε όχι μόνον στρατιωτικές αλλά και πολιτικές ικανότητες. Βέβαια, οι επιτυχίες του δεν ήταν άμοιρες των όσων συνέβαιναν στη Βασιλεύουσα. Οι πολιτικές ραδιουργίες και αντιπαραθέσεις που φαίνεται ότι μεταφέρονταν και στα πεδία των μαχών, δεν έπαψαν, γιατί ο νεαρός και άπειρος Κωνσταντίνος ο Ζ΄ δεν μπορούσε να ελέγξει την κατάσταση κι έτσι ο Συμεών είχε να αντιμετωπίσει έναν διχασμένο εχθρό, δίχως ισχυρή και αποφασισμένη ηγεσία. Οι εμφύλιες αντιπαραθέσεις δε σταμάτησαν ούτε και με την άνοδο στον θρόνο του Ρωμανού Α΄ Λεκαπηνού (920-944). Ο Συμεών συνέχισε τις ληστρικές του επιδρομές και το 924 έφθασε στα προάστεια της Κωνσταντινουπόλεως λεηλατώντας και καταστρέφοντας. Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο κακός δαίμονας των Βυζαντινών συνέχισε να ταλαιπωρεί τις βυζαντινές επαρχίες σε Θράκη και Μακεδονία και μόνον ο θάνατός του, το 927, απάλλαξε τελικά την αυτοκρατορία από έναν ικανότατο και ιδιαίτερα επικίνδυνο εχθρό.

Ο θάνατος του Συμεών και οι δυναστικές έριδες που ακολούθησαν, αποδυνάμωσαν τους Βουλγάρους, οι οποίοι, αφού εισέβαλαν και πάλι στη Μακεδονία, έσπευσαν να διαπραγματευθούν με τους Βυζαντινούς. Η ειρήνη τελικά επισφραγίσθηκε με τον γάμο του γιου και διαδόχου του Συμεών Πέτρου με τη Βυζαντινή Πριγκίπισσα Μαρία, εγγονή του αυτοκράτορος. Έτσι έληξε για ένα διάστημα ο πολύχρονος Βυζαντινοβουλγαρικός Πόλεμος, που τόσα δεινά και τόσες καταστροφές προξένησε στους δύο αντιμαχομένους. Παρόλο που οι αντιπαραθέσεις αυτές δεν διεξάγονται πάντοτε στη Μακεδονία, θεωρήθηκε σκόπιμο να παρατεθούν εν συντομία, γιατί επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τη δυνατότητα των Βυζαντινών να προστατεύσουν την ευρύτερη περιοχή από τους ποικίλους εχθρούς που την εποφθαλμιούσαν (όπως π.χ. την Θεσσαλονίκη, το 904, από τον Λέοντα Τριπολίτη) αλλά και γιατί προοιωνίζονται τα όσα πρόκειται να υποστεί από τους Βουλγάρους η Μακεδονία στα χρόνια που θα ακολουθήσουν.

(Συνέχεια και τέλος στην επόμενη ανάρτηση)




Αρχαία Μακεδονία

Αρχαία Μακεδονία