Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

Βυζαντινή Μακεδονία (324-1025) β΄


Βυζαντινή Μακεδονία (324-1025) β΄
Θεόδωρος Κορρές

(συνέχεια από την προηγούμενη ανάρτηση)
Οι πόλεις της Μακεδονίας (ΣΤ΄-Θ΄ αιώνας)
Κατά την χρονική περίοδο από τον ΣΤ΄ έως τον Θ΄ αιώνα, η μακεδονική ύπαιθρος υπέστη τα πάνδεινα από τις αβαροσλαβικές και βουλγαρικές επιδρομές και οι ταλαιπωρημένοι πληθυσμοί της καταφεύγουν στην ασφάλεια των τειχών που περιβάλλουν τις πόλεις της περιοχής των. Οι μακεδονικές πόλεις καταφέρνουν να επιβιώσουν και να παραμείνουν κέντρα εμπορίου και πολιτισμού. Όταν μάλιστα είναι παραθαλάσσιες και διαθέτουν λιμάνια, τότε, όπως στην περίπτωση της Θεσσαλονίκης, η σπουδαιότητά τους αυξάνει.

Η Θεσσαλονίκη στάθηκε επάξια πρωτεύουσα της Μακεδονίας και δεύτερη σε μέγεθος και σημασία (πρώτη μετά την πρώτην) πόλη μετά την Κωνσταντινούπολη. Κτισμένη σε θέση προνομιακή, κέντρο στρατιωτικό και εμπορικό, έπαιξε σημαντικό ρόλο κατά την περίοδο αυτή, καθώς πάνω στα χερσαία και θαλάσσια τείχη της ξεσπούσαν και ξεθύμαιναν οι επιθέσεις των εχθρών της Μακεδονίας. Η επιμονή τους άλλωστε να καταλάβουν την Θεσσαλονίκη, επιβεβαιώνει τις πηγές που αναφέρουν πως η πόλη ήταν η πλουσιότερη και σπουδαιότερη της περιοχής.

Οι πληροφορίες που έχουμε στην διάθεσή μας για τις άλλες πόλεις της Μακεδονίας, είναι λίγες και προέρχονται κυρίως από επισκοπικούς καταλόγους και πρακτικά συνόδων. Οι σημαντικότερες μακεδονικές πόλεις είναι οι Στόβοι, η Καισάρεια (νοτιοδυτικά της Κοζάνης), η Βάργαλα, η τειχισμένη Βέροια, κέντρο με σημαντική πολιτιστική παράδοση, τα Σέρβια, επίσης οχυρωμένα κοντά στον Αλιάκμονα, η Έδεσσα, οι Σέρρες που αναφέρονται τον Θ΄ αιώνα ως πρωτεύουσα του Θέματος Στρυμόνα και έδρα επισκόπου, η Χριστούπολη (Καβάλα) με το δεύτερο μετά την Θεσσαλονίκη λιμάνι της Μακεδονίας και ισχυρή στρατιωτική βάση, η Αμφίπολη και οι Φίλιπποι.

Εκχριστιανισμός των Σλάβων
Την φήμη της ως πρώτης πόλεως της Μακεδονίας η Θεσσαλονίκη την κέρδισε όχι μόνον γιατί στους αιώνες που αναφέρθηκαν παρέμεινε κάστρο απόρθητο και προπύργιο της Μακεδονίας, αλλά γιατί έτσι διέσωσε την πολιτιστική κληρονομιά αιώνων και μπόρεσε να ακτινοβολήσει, τον Θ΄ αιώνα, το φως της και στον σλαβικό κόσμο εκτός των ορίων της αυτοκρατορίας.

Στη Θεσσαλονίκη γεννήθηκαν και έμαθαν τα πρώτα τους γράμματα οι αδελφοί Μεθόδιος και Κωνσταντίνος-Κύριλλος, που κήρυξαν τον Χριστιανισμό στη Μοραβία, μετέφρασαν λειτουργικά κείμενα στη σλαβονική και δημιούργησαν αλφάβητο κατάλληλο να αποδίδει τους φθόγγους της γλώσσης αυτής. Ήταν γιοι δρουγγαρίου του Θέματος Θεσσαλονίκης και ο Μεθόδιος, που γεννήθηκε γύρω στο 815, σπούδασε στη Θεσσαλονίκη και διορίσθηκε αργότερα διοικητής της Στρυμονικής Σκλαβηνίας. Ο νεώτερος Κωνσταντίνος γεννήθηκε το 825 ή 827 και μετά τις εγκύκλιες σπουδές του πήγε το 843 στην Κωνσταντινούπολη, όπου μαθήτευσε κοντά στον Φώτιο και τον Λέοντα τον Μαθηματικό. Η εξέλιξή του υπήρξε ραγδαία. Έγινε γραμματέας του Πατριάρχη Φωτίου και διδάσκαλος της ρητορικής στην Ανωτάτη Σχολή της Μαγναύρας. Το 863, όταν ο Βασιλιάς της Μεγάλης Μοραβίας Ρατισλάβος ζήτησε από τον Αυτοκράτορα Μιχαήλ τον Γ΄ (842-867) ιεραποστόλους για να διδάξουν στους υπηκόους του τον Χριστιανισμό, ο Πατριάρχης Φώτιος και ο Παραδυναστεύων Βάρδας ανέθεσαν στους αδελφούς Μεθόδιο και Κωνσταντίνο την αποστολή, γιατί διέθεταν διπλωματική πείρα και κυρίως γιατί γνώριζαν τη σλαβονική. Η αποστολή τους είχε ασφαλώς και πολιτικές προεκτάσεις, γιατί, εκτός του Χριστιανισμού, θα είχαν την ευκαιρία να εδραιώσουν και τον βυζαντινό πολιτισμό και να επεκτείνουν την επιρροή της αυτοκρατορίας στην Κεντρική Ευρώπη. Οι Θεσσαλονικείς αδελφοί πέτυχαν απόλυτα στην αποστολή τους. Δεν προσέφεραν στους νεοφωτίστους μόνο το αλφάβητο που επινόησαν αλλά, με τη μετάφραση της Βίβλου και των λειτουργικών κειμένων στην παλαιοσλαβική -και αυτό είναι το σπουδαιότερο- δημιούργησαν τα πρώτα έργα της σλαβικής φιλολογίας. Δίκαια λοιπόν οι Μεθόδιος και Κωνσταντίνος-Κύριλλος τιμώνται ως απόστολοι των Σλάβων και ορθώς καυχάται η Θεσσαλονίκη, που γέννησε και γαλούχησε μέσα στο πολιτιστικό της περιβάλλον τους δύο αποστόλους της βυζαντινής -δηλαδή της ελληνοχριστιανικής- πολιτιστικής κληρονομιάς στον σλαβικό κόσμο.

Χάρη στην ειρήνη που επικράτησε μετά τον εκχριστιανισμό των εντός των ορίων της αυτοκρατορίας Σλάβων, η Μακεδονία και ιδιαίτερα η Θεσσαλονίκη γνώρισε μία λαμπρή οικονομική άνθηση. Κέντρο κοσμοπολιτικό και διεθνής εμπορική αγορά, σταυροδρόμι του οδικού δικτύου που συνέδεε την Κωνσταντινούπολη με την Ιταλία και τον δρόμο που οδηγούσε από τα παράλια του Αιγαίου στις χώρες του Δούναβη, η Θεσσαλονίκη έφθασε γρήγορα σε θέση αξιοθαύμαστη.

Ο Ιωάννης Καμινιάτης, που έμελλε να περιγράψει μερικές από τις τραγικότερες ώρες της νύμφης του Θερμαϊκού, μιλά για τις «αφθονίες της γεωργίας» και τις «χορηγίες της εμπορίας», για «υφάσματα σηρικά» και «λίθων τιμίων παμπληθείς θησαυρούς» που βρίσκονταν στην κατοχή των κατοίκων της πόλεως και πλημμύριζαν την αγορά της, μία αγορά γεμάτη από «παμμιγή όχλον… των τε αυτοχθόνων καί των άλλως επιξενουμένων». Όμως, αυτός ακριβώς ο πλούτος και η φήμη της φαίνεται ότι στάθηκαν η αιτία της απρόσμενης συμφοράς της.

Πολιορκία και άλωση της Θεσσαλονίκης από Άραβες πειρατές (904)
Βρισκόμαστε στις αρχές του Ι΄ αιώνος και στον βυζαντινό θρόνο είχε ανέλθει ο Λέων ο ΣΤ΄ (886-912). Οι εχθροί που απειλούσαν την αυτοκρατορία την εποχή αυτή ήταν οι Άραβες στα μέτωπα της Μικράς Ασίας και οι Βούλγαροι στη Βαλκανική. Όμως, εκτός αυτών, υπήρχε -για τις παραθαλάσσιες κυρίως περιοχές της αυτοκρατορίας- η μόνιμη απειλή των Σαρακηνών πειρατών, που με βάσεις και ορμητήριά τους λιμάνια της Κρήτης και της Συρίας λεηλατούσαν τα νησιά και τα παράλια του Αιγαίου. Το 902-903 λεηλάτησαν την Αττική και κατέστρεψαν την Δημητριάδα και τη Λήμνο, όπου «πλείστος ηχμαλωτίσθη λαός». Η Κρήτη είχε καταληφθεί το 824 από τους Άραβες και παρά τις προσπάθειες των Βυζαντινών, βρισκόταν την εποχή αυτή στα χέρια τους. Οι βυζαντινοί θεματικοί στόλοι περιπολούσαν στο Αιγαίο, όμως οι πειρατές ενεργούσαν με τέτοια ταχύτητα και τόλμη, που τα βυζαντινά πλοία έφθαναν μετά τα γεγονότα και πιστοποιούσαν απλώς το μέγεθος της καταστροφής που είχαν επιφέρει οι πειρατές.

Έτσι είχαν τα πράγματα στο Αιγαίο, όταν το καλοκαίρι του 904 μία μεγάλη ναυτική δύναμη Σαρακηνών πειρατών από 54 μεγάλα πολεμικά πλοία, «εν οις παμμιγής τις όχλος απονενοημένων καί μανιωδών πάντων αιμοβόρων καί θηριογνωμόνων ανθρώπων», βγήκε από το λιμάνι της Ταρσού. Διοικητής της ήταν ο περίφημος για τα ναυτικά του κατορθώματα και τρομερός για την σκληρότητά του, ο εξωμότης Λέων ο Τριπολίτης. Τα όσα επρόκειτο να συμβούν στη συνέχεια, τα γνωρίζουμε χάρη στο έργο του Θεσσαλονικέως κληρικού Ιωάννου Καμινιάτη, ο οποίος έζησε την πολιορκία και την άλωση της Θεσσαλονίκης, αιχμαλωτίσθηκε και επέστρεψε τελικά στην πόλη του, όταν οι πειρατές τον αντάλλαξαν με Άραβες που είχαν αιχμαλωτίσει οι Βυζαντινοί.

Όταν τα νέα της εξόδου του στόλου του Τριπολίτη έφθασαν στην Κωνσταντινούπολη, ο Λέων ΣΤ΄ έστειλε τον αυτοκρατορικό στόλο για να καταδιώξει τους πειρατές. Όμως οι δυνάμεις των Βυζαντινών δεν ήταν επαρκείς και ο στόλος επέστρεψε άπρακτος στη βάση του. Οι πειρατές, αφού πρώτα έπλευσαν μέχρι την θάλασσα του Μαρμαρά σε μία επίδειξη δυνάμεως, βγήκαν από τα Στενά και κατευθύνθηκαν προς την πόλη του Αγίου Δημητρίου. Οι Θεσσαλονικείς πληροφορήθηκαν τα άσχημα νέα και προσπάθησαν να κάνουν ό,τι μπορούσαν για να ενισχύσουν την άμυνα της πόλεώς τους. Χρόνος όμως δεν υπήρχε κι έτσι το μόνο που κατάφεραν ήταν να επισκευάσουν πρόχειρα τα μισοκατεστραμμένα τμήματα του θαλασσίου τείχους και να κατασκευάσουν πάνω σ' αυτό μερικούς ξύλινους πύργους. Έκλεισαν επίσης την είσοδο στο μεγάλο λιμάνι του Κωνσταντίνου με σιδερένια αλυσίδα. Πρέπει να σημειωθεί ότι η Θεσσαλονίκη δεν διέθετε αξιόλογη φρουρά για την άμυνά της, ενώ οι κάτοικοι ήταν άπειροι στον πόλεμο και πολλοί δεν είχαν καν όπλα. Δεν υπήρχε επίσης ούτε μία μικρή δύναμη πολεμικών πλοίων την κρίσιμη εκείνη ώρα στο λιμάνι της πόλεως.

Την αυγή της 29ης Ιουλίου του 904, ο στόλος των Σαρακηνών εμφανίσθηκε στην είσοδο του Θερμαϊκού και αγκυροβόλησε μπροστά από τα θαλάσσια τείχη, στο μικρό λιμανάκι που λεγόταν Κελλάριον. Ήταν 54 μεγάλα πλοία γεμάτα με άγριους πειρατές, Άραβες, Σύρους, Αιγυπτίους, Αιθίοπες κ.ά., που έφθαναν τον αριθμό των 10.000. Την πρώτη ημέρα της πολιορκίας οι πειρατές αναζήτησαν τα ευάλωτα σημεία του θαλασσίου τείχους και προσπάθησαν να τα καταλάβουν κουβαλώντας ξύλινες σκάλες, με τις οποίες προσπαθούσαν να ανέβουν σ' αυτά. Όμως οι υπερασπιστές πολεμούσαν με θάρρος και ενισχυμένοι από σκλαβηνούς τοξότες, που ήλθαν να βοηθήσουν τους Θεσσαλονικείς γείτονές τους, τους απέκρουσαν.

Την επομένη μέρα, η προσοχή των πειρατών στράφηκε προς το νότιο τμήμα των ανατολικών χερσαίων τειχών και έστησαν τις πετροβόλες μηχανές τους, υπό την κάλυψη των οποίων προσπάθησαν να καταλάβουν το τείχος. Όμως και πάλι οι Θεσσαλονικείς τους απώθησαν. Τότε, μανιασμένοι από την αποτυχία τους, οι πειρατές προσπάθησαν να μπουν στην πόλη πυρπολώντας τις πύλες Ρώμη και Κασσανδρεωτική. Όμως απέτυχαν ξανά. Απογοητευμένος ο Λέων έστρεψε και πάλι την προσοχή του προς τα θαλάσσια τείχη. Έτσι τη νύχτα που ακολούθησε, οι Σαρακηνοί επεχείρησαν ένα άλλο τέχνασμα. Έδεσαν τα πλοία τους δύο-δύο και στερέωσαν ανάμεσα στα κατάρτια ξύλινους πύργους, που έφθαναν υψηλότερα από τα θαλάσσια τείχη.

Την τρίτη και μοιραία ημέρα, την 31η Ιουλίου, μόλις χάραξε, τα ζευγμένα πλοία πλησίασαν όσο μπορούσαν στα θαλάσσια τείχη, εκεί όπου το βάθος της θαλάσσης το επέτρεπε. Πάνω στους ξύλινους πύργους τους οι πειρατές ξεφώνιζαν σαν δαίμονες και απειλούσαν τους υπερασπιστές, που μουδιασμένοι κοίταζαν από τις πολεμίστρες. Σε κάποια στιγμή, μία ομάδα υπερασπιστών έχασε το θάρρος της και οι άνδρες που την αποτελούσαν, άρχισαν σιγά-σιγά να εγκαταλείπουν τις θέσεις τους και να καταφεύγουν στα υψηλότερα τμήματα της πόλεως. Σ' εκείνο ακριβώς το σημείο των τειχών πλησίασε ένα ζευγάρι από τα δεμένα πλοία των Σαρακηνών. Πάνω από τον ξύλινο πύργο τους οι πειρατές έριχναν βροχή από βέλη και πέτρες στους λίγους υπερασπιστές, που δεν άργησαν να πανικοβληθούν και να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους.

Δεν έριχναν όμως μόνον βέλη και πέτρες. Σύμφωνα με τον Καμινιάτη, εκτός από τις μεγάλες πέτρες που εκσφενδόνιζαν εναντίον των πολιορκουμένων οι Σαρακηνοί, «πυρ τε διά των σιφώνων τω αέρι φυσήσαντες καί τινα άλλα σκεύη καί αυτά πυρός ανάμεστα έσω του τείχους εξακοντήσαντες, εις τοσαύτην έκπληξιν καί δειλίαν τούς εν τοις προβόλοις όντας ενέβαλον ως καταπηδήσαι τό τάχος καί πρός φυγήν εκτραπήναι καί κενόν άπαντα τον περίπατον του τείχους καταλιπείν». Όπως φαίνεται από την περιγραφή του χωρίου, οι υπερασπιστές της πόλεως αιφνιδιάσθηκαν από το γεγονός ότι οι πειρατές χρησιμοποιούσαν εμπρηστικά όπλα παρόμοια με το δικό τους «υγρόν πυρ» και δείλιασαν βλέποντας τις φλόγες να τους κυκλώνουν και να κατακαίνε τα ξύλινα σημεία του θαλασσίου τείχους που είχαν κατασκευάσει εν σπουδή. Ο συνδυασμός αυτός του αιφνιδιασμού και του φόβου της φωτιάς επέφερε τον πανικό, με αποτέλεσμα την εγκατάλειψη των θέσεών τους στους προμαχώνες.

«Στο σημείο αυτό ήταν ήδη 9 η ώρα το πρωί», γράφει ο Καμινιάτης, «οι Σαρακηνοί, ημίγυμνοι όπως ήταν, άρχισαν να χύνονται σαν χείμαρρος ορμητικός μέσα στους δρόμους της πόλης με τα σπαθιά στο χέρι και να καταδιώκουν τα θύματά τους που σαν τρομαγμένα πρόβατα δεν ήξεραν προς τα πού να φύγουν. Άνδρες, γυναίκες με βρέφη στην αγκαλιά, γονείς, παιδιά, συγγενείς, φίλοι, έπεφταν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου σε μια απελπισμένη προσπάθεια να προφυλαχθούν και να γλιτώσουν. Άλλοι, σαν να είχαν χάσει τελείως τα λογικά τους, στέκονταν σαν χαμένοι και κοίταζαν τη φρίκη που τους κύκλωνε και τους απειλούσε με απάθεια θεατή. Πολλοί έτρεχαν να κρυφτούν μέσα στα σπίτια τους, άλλοι ζητούσαν καταφύγια στις εκκλησίες, άλλοι κατευθύνονταν προς τις πύλες και τα τείχη. Η αναταραχή και η σύγχυση των κατοίκων ήταν τέτοια», τονίζει ο Καμινιάτης, «που οι λέξεις ήταν φτωχές να τις περιγράψουν. Όπου και αν πήγαιναν τους ακολουθούσε ο θάνατος».

Οι Σαρακηνοί σκορπίσθηκαν μέσα στην πόλη και άρχισαν μία βάρβαρη και ανελέητη σφαγή χωρίς διάκριση. Τα θύματα ήταν πολλά, κυρίως στις δυτικές πύλες, γιατί πολλοί συνωστίζονταν στις πύλες αυτές προσπαθώντας να βγουν έξω. Μόνον λίγοι κατάφεραν να ξεφύγουν και αυτοί πηδώντας από τα δυτικά θαλάσσια τείχη. Χιλιάδες πιάσθηκαν αιχμάλωτοι, ανάμεσά τους και ο Καμινιάτης και η οικογένειά του, που κατάφεραν να σωθούν εξαγοράζοντας τη ζωή τους με χρήματα και κοσμήματα αλλά και οι Στρατηγοί Νικήτας και Χατζηλάκιος, που οδηγήθηκαν με τον χειρότερο τρόπο στο λιμάνι. Μαζί τους και το άνθος της νεολαίας της Θεσσαλονίκης. Τους επιβίβασαν στα πλοία στοιβάζοντάς τους κυριολεκτικά στα αμπάρια σαν ζώα, όπου, εκτός των άλλων, υπέστησαν και το μαρτύριο της πείνας και της δίψας.

Οι Σαρακηνοί έμειναν στην πόλη δέκα ημέρες λεηλατώντας και ψάχνοντας για κρυμμένους θησαυρούς. Λίγο έλειψε μάλιστα να κάψουν την πόλη. μεταπείσθηκαν όμως την τελευταία στιγμή από τον Ασηκρήτη Συμεών, ο οποίος απέτρεψε τον εμπρησμό της πόλεως με την καταβολή πολλών κεντηναρίων χρυσού που αρχικά προορίζονταν για τους Βουλγάρους. Ένας άλλος όμως αυτοκρατορικός απεσταλμένος, ο Ροδοφύλης, που έτυχε να βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη καθ' οδόν προς τη Δύση και μετέφερε επίσης μεγάλη ποσότητα χρυσού για την πληρωμή των βυζαντινών στρατευμάτων που πολεμούσαν κατά των Αράβων στη Σικελία, αρνήθηκε να παραδώσει τον χρυσό στους Σαρακηνούς και πλήρωσε την πίστη του στον αυτοκράτορα με τη ζωή του.

Πριν ξεκινήσει για το ταξίδι της επιστροφής, ο Τριπολίτης πούλησε πολλούς αιχμαλώτους σε συγγενείς τους που είχαν συγκεντρωθεί έξω από την πόλη και παρέδωσε στον εκπρόσωπο του αυτοκράτορα, τον Ασηκρήτη Συμεών, διακόσιους αιχμαλώτους, αφού πρώτα έλαβε την γραπτή διαβεβαίωση πως οι Βυζαντινοί θα απελευθέρωναν διακόσιους Άραβες αιχμαλώτους.

Την δεκάτη ημέρα άπλωσαν τα πανιά τους και ξεκίνησαν. Μέσα στα αμπάρια των πλοίων η κατάσταση των αιχμαλώτων ήταν τραγική. Ριγμένοι κυριολεκτικά ο ένας πάνω στον άλλον, δεν μπορούσαν ούτε καν να αναπνεύσουν. Χαρακτηριστικά ο Καμινιάτης αναφέρει ότι στο πλοίο που τον μετέφερε, βρίσκονταν 800 αιχμάλωτοι και 200 πειρατές. Και το ταξίδι ήταν ατελείωτο (Κασσάνδρα, Εύβοια, Άνδρος, Πάτμος, Νάξος), γιατί ο φόβος του βυζαντινού ναυτικού έκανε τους πειρατές να περιπλανώνται και να κρύβονται ανάμεσα στα αμέτρητα ξερονήσια του Αιγαίου. Τέλος, έπειτα από 16 ημέρες ταξίδι, έφθασαν στην Κρήτη στις 26 Αυγούστου.

Οι τραγικές συνθήκες του ταξιδιού είχαν ως αποτέλεσμα τον θάνατο πολλών αιχμαλώτων. Παρ' όλα αυτά, όταν έφθασαν στην Κρήτη, οι αιχμάλωτοι αριθμούσαν, σύμφωνα με τις πληροφορίες του Καμινιάτη, τις 22.000. Αρκετοί πουλήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα της Κρήτης, ενώ οι περισσότεροι μεταφέρθηκαν στην πατρίδα του Λέοντα, την Τρίπολη της Συρίας, απ' όπου διοχετεύθηκαν και σκορπίσθηκαν στον μουσουλμανικό κόσμο. Μόνον λίγοι Θεσσαλονικείς (1.200), ανάμεσά τους και ο Καμινιάτης, έφθασαν στην Ταρσό της Κιλικίας, όπου ανταλλάχθηκαν με Σαρακηνούς αιχμαλώτους. Η είδηση της αλώσεως της «πρώτης μετά την πρώτην» πόλεως της αυτοκρατορίας προξένησε φοβερή εντύπωση στη Βασιλεύουσα. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας συνέγραψε ένα έργο για την άλωση της Θεσσαλονίκης, στο οποίο εμμέσως αποδεχόταν τις ευθύνες που αναλογούσαν στην κεντρική εξουσία για τα όσα συνέβησαν στην πόλη.

Η άλωση και λεηλασία της Θεσσαλονίκης συγκλόνισε και τον λόγιο Πατριάρχη Νικόλαο Μυστικό, ο οποίος, σε ομιλία του από του άμβωνος της Αγίας Σοφίας, θρηνεί για την τραγωδία που έπληξε την πόλη του Αγίου Δημητρίου και διερωτάται απευθυνόμενος προς τον Μυροβλήτη, με τρόπο ρητορικό: «Πού μοι, Δημήτριε μάρτυς, η αήττητος συμμαχία; Πώς τήν σήν πόλιν υπερείδες πορθουμένην; Πως υπό σοί πολιούχω η εχθροίς άβατος, αφ' ου χρόνου ταύτην ήλιος εθεάσατο, κατορχουμένων της ιεράς προστασίας; Πώς υπέμεινας ταύτα καί διεκαρτέρησας;», για να καταλήξει στη μόνη εξήγηση που θα μπορούσε να δεχθεί το μυαλό και η ψυχή του πιστού Βυζαντινού: «διά τάς αμαρτίας ημών».

Το κτύπημα ήταν φοβερό για την Θεσσαλονίκη όχι όμως και θανάσιμο. Γιατί, παρά τις αρνητικές επιπτώσεις που είχε για ένα διάστημα στην οικονομική ζωή της, η άλωση δεν είχε σοβαρές συνέπειες για την μεταγενέστερη εξέλιξή της. Ήδη από τον Ι΄ αιώνα, η νύμφη του Θερμαϊκού καθίσταται «άρχουσα των δυτικών θεμάτων» και έδρα του «μονοστρατήγου των δυτικών». Και τούτο γιατί, όπως ορθά παρατηρεί η Ελένη Αρβελέρ, η καταστροφή της Θεσσαλονίκης το 904 ανέκοψε για λίγο την ανάπτυξη της πόλεως αλλά ίσως και να επέσπευσε την απόφαση της Κωνσταντινουπόλεως να δημιουργήσει ένα ισχυρό στρατιωτικό και πολιτικό κέντρο στην περιοχή που είχαν καταλάβει οι Σλάβοι, που διεκδικούσαν οι Βούλγαροι και που περιέλαβαν στην ακτίνα δράσεώς τους οι Άραβες πειρατές.

Εκχριστιανισμός των Βουλγάρων
Στο σημείο αυτό θα επιστρέψουμε και πάλι στο δεύτερο μισό του Θ΄ αιώνος, για να παρακολουθήσουμε τα όσα συνέβαιναν στον χώρο της Βαλκανικής. Η σχέση της εκχριστιανισμένης Μοραβίας με τον αυτοκράτορα είχε, όπως άλλωστε προσδοκούσαν οι Βυζαντινοί, και πολιτικές προεκτάσεις. Όπως, λοιπόν, οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Φράγκων και Βουλγάρων είχαν αναγκάσει τον Ρατισλάβο της Μεγάλης Μοραβίας να στραφεί προς το Βυζάντιο, έτσι και ο Βούλγαρος Ηγεμόνας Βόρις μετά τον εκχριστιανισμό της Μοραβίας ένιωθε να απειλείται. Την ανασφάλεια των Βουλγάρων επέτειναν και οι κινήσεις του βυζαντινού στρατού, που προήλαυνε προς τα βουλγαρικά σύνορα καθώς και του βυζαντινού στόλου, που έπλεε στις βουλγαρικές ακτές και στον Δούναβη. Μη έχοντας άλλη διέξοδο, ο Βόρις δέχθηκε αναγκαστικά να εκχριστιανισθεί ο λαός του και ο ίδιος από τους Βυζαντινούς. Το 864 βαπτίσθηκε και πήρε το όνομα του Βυζαντινού Αυτοκράτορος Μιχαήλ συνάπτοντας ειρήνη με τους Βυζαντινούς. Βέβαια, οι σχέσεις των νεοφωτίστων Βουλγάρων με την Κωνσταντινούπολη δεν ήταν απόλυτα αρμονικές και ο Βόρις-Μιχαήλ προσπάθησε να αναμίξει το 866/867 τους Φράγκους, προκειμένου να επιτύχει την αυτοτέλεια της Βουλγαρικής Εκκλησίας, που δεν ήταν πρόθυμη να του εκχωρήσει η Κωνσταντινούπολη. Παραχωρήσεις έγιναν και από τις δύο πλευρές και έτσι για τα είκοσι χρόνια που ακολούθησαν, οι σχέσεις των δύο κρατών υπήρξαν ειρηνικές.

Νέος Βυζαντινοβουλγαρικός Πόλεμος στη Μακεδονία. Ο Τσάρος Συμεών
Τα πράγματα άλλαξαν, όταν ο Βόρις-Μιχαήλ παραιτήθηκε το 889 και στον θρόνο ανέβηκε ο γιος του Συμεών. Αν και μορφώθηκε στην Κωνσταντινούπολη, ο νέος τσάρος δεν έτρεφε φιλικά αισθήματα για τους Βυζαντινούς. Αντίθετα, έχοντας γνωρίσει από κοντά τις αδυναμίες του βυζαντινού κράτους, έπαψε να νιώθει δέος απέναντί του και σ' όλη του την ζωή έκανε τα πάντα για να το διαλύσει.

Σύμφωνα με τις βυζαντινές πηγές της εποχής, ο Συμεών από την στιγμή που ανέβηκε στον θρόνο ζητούσε αφορμή για να παραβιάσει την ειρήνη που επικρατούσε από το 864. Την αφορμή έδωσε η μετάθεση του σταθμού εκτελωνισμού των βουλγαρικών εμπορευμάτων από την Κωνσταντινούπολη στη Θεσσαλονίκη, το 894 και η επιβολή υψηλοτέρων τελών (κομμερκίων) στους Βούλγαρους εμπόρους. Κατά την άποψη της Αικατερίνης Χριστοφιλοπούλου, η μετεγκατάσταση του τελωνειακού σταθμού απέβλεπε σε αυστηρότερο έλεγχο της διακινήσεως προσώπων και εμπορευμάτων από την Βουλγαρία και την ίδρυση μονίμου διαμετακομιστικού κέντρου στη Θεσσαλονίκη, με απώτερο σκοπό την εδραίωσή της ως οικονομικού κέντρου της περιοχής. Οι διαμαρτυρίες του Συμεών δεν είχαν αποτέλεσμα και εκείνος κήρυξε τον πόλεμο, όπως άλλωστε επεδίωκε. Στη σύγκρουση που ακολούθησε σε μακεδονικό έδαφος, οι Βυζαντινοί ηττήθηκαν κατά κράτος και ο Συμεών συνέλαβε πολλούς αιχμαλώτους, μεταξύ των οποίων και άνδρες της αυτοκρατορικής φρουράς, τους οποίους ρινοκόπησε και έστειλε στη Βασιλεύουσα «εις αισχύνην Ρωμαίων».

Παρά την ήττα τους, οι Βυζαντινοί θα μπορούσαν να παρατάξουν και νέα στρατεύματα από τα πολυάνθρωπα μικρασιατικά θέματα και να αντιμετωπίσουν την βουλγαρική απειλή. Όμως για μία ακόμη φορά ο πόλεμος με τους Άραβες δεν επέτρεπε την απογύμνωση του Ανατολικού Μετώπου. Κατέφυγε λοιπόν ο αυτοκράτορας στη γνωστή εναλλακτική λύση, στον συνδυασμό των όπλων με τη διπλωματία. Βυζαντινοί πρέσβεις έπεισαν με δώρα και υποσχέσεις τους Ούγγρους να επιτεθούν εναντίον των Βουλγάρων από βορρά, ενώ ο νέος Αρχιστράτηγος (Δομέστικος) Νικηφόρος Φωκάς επετέθη από το νότο. Η συνδυασμένη επίθεση πέτυχε και ο Συμεών αναγκάσθηκε να ζητήσει ειρήνη από τον Λέοντα ΣΤ΄. Ο αυτοκράτορας δέχθηκε την πρόταση, όμως ο Βούλγαρος ηγεμόνας χρησιμοποίησε την ανακωχή για να ανασυντάξει τον στρατό του και να αναζητήσει κι εκείνος συμμάχους, εφαρμόζοντας προφανώς τα όσα είχε διδαχθεί κατά την παραμονή του στην αυλή της Κωνσταντινουπόλεως. Με συμμάχους τους Πετσενέγους, κατενίκησε τους Ούγγρους και στη συνέχεια στράφηκε κατά των Βυζαντινών.

Για να τον αντιμετωπίσει, ο αυτοκράτορας συγκέντρωσε μεγάλες δυνάμεις μεταφέροντας στη Μακεδονία θεματικά ασιατικά στρατεύματα. Λάθος, όπως φάνηκε στη συνέχεια, υπήρξε η επιλογή του νέου Δομέστικου Λέοντα Κατακαλών, στον οποίο ανετέθη η επιχείρηση. Η σύγκρουση έγινε στο Βουλγαρόφυγον, κοντά στην Αδριανούπολη, το 896 και είχε ως αποτέλεσμα τη συντριπτική ήττα του βυζαντινού στρατού.

Μετά τη νίκη του ο Συμεών στράφηκε προς την περιοχή του Θέματος Θεσσαλονίκης και του Θέματος Δυρραχίου και εκπόρθησε πολλά βυζαντινά φρούρια. Άφησε όμως εκτεθειμένη την ίδια του τη χώρα και οι Βυζαντινοί, σε μία κίνηση αντιπερισπασμού, εισέβαλαν στη Βουλγαρία και ανάγκασαν τον Συμεών να δεχθεί την ειρήνη (899-900). Αλλά και πάλι, παρά τη συνθήκη, ο Βούλγαρος ηγεμόνας εξακολούθησε να επιχειρεί κατά της Μακεδονίας και να απασχολεί τα βυζαντινά στρατεύματα, μη επιτρέποντας έτσι στον αυτοκράτορα να στείλει ενισχύσεις προς την Θεσσαλονίκη που εποφθαλμιούσαν, πολιόρκησαν και τελικά κατέλαβαν το 904 οι Σαρακηνοί πειρατές του Λέοντα Τριπολίτη. Τέλος, με τη μεσολάβηση του έμπειρου διπλωμάτη Λέοντος Χοιροσφάκτη, ο Συμεών πείσθηκε και υπέγραψε για τρίτη φορά ειρήνη με τους Βυζαντινούς, η οποία φαίνεται ότι διήρκεσε μέχρι τον θάνατο του Λέοντα του ΣΤ΄, το 912.

Ο νέος Αυτοκράτωρ Αλέξανδρος (912-913) δεν διέθετε τη σύνεση του προκατόχου του και αρνήθηκε να καταβάλλει στους Βουλγάρους τον ετήσιο φόρο που είχε συμφωνηθεί με τη Συνθήκη του 896. Ήταν, άλλωστε, ιδιαίτερα επαχθής και προσβλητική για τους Βυζαντινούς η καταβολή φόρου στους «βαρβάρους» και αποτελούσε λύση εσχάτης ανάγκης. Γι' αυτό μόλις θεωρούσαν ότι μπορούσαν να επιβληθούν με τη δύναμη των όπλων, το επιχειρούσαν. Οι Βούλγαροι βέβαια αντέδρασαν και άρχισαν να συγκεντρώνουν στρατιωτικές δυνάμεις, όταν ο αιφνίδιος θάνατος του Αλεξάνδρου συνετέλεσε στο να αναβάλλει ο Συμεών τις επιχειρήσεις, αναμένοντας τις εξελίξεις στην Κωνσταντινούπολη.

Και οι εξελίξεις δεν ήταν θετικές για το Βυζάντιο. Οι εσωτερικές αντιθέσεις, οι ραδιουργίες και η αναστάτωση που μεσολάβησε μέχρι την επικράτηση της μερίδος που υποστήριζε τον οκταετή Κωνσταντίνο τον Ζ΄ και της οποίας ηγείτο ο Πατριάρχης Νικόλαος Μυστικός, έδωσαν στον Συμεών την ευκαιρία που περίμενε. Εισέβαλε και πάλι στη Θράκη και προήλασε την φορά αυτή μέχρι την Κωνσταντινούπολη, την οποία έζωσε με τον στρατό του από τις Βλαχέρνες έως τη Χρυσή Πύλη, ελπίζοντας ότι θα την κατελάμβανε εύκολα. Όταν όμως βρέθηκε μπροστά στο ακαταμάχητο οχυρωματικό σύστημα των τειχών της Βασιλευούσης, άλλαξε γνώμη και ζήτησε διαπραγματεύσεις, τις οποίες ευχαρίστως δέχθηκαν οι Βυζαντινοί. Οι διαπραγματεύσεις οδήγησαν σε συμφωνία και ο Συμεών αποχώρησε συναποκομίζοντας πλούσια δώρα και λάφυρα, αφού πρώτα συναντήθηκε έξω από τα τείχη της Πόλεως με τον Πατριάρχη Νικόλαο Μυστικό, ο οποίος μάλιστα τον ευλόγησε τοποθετώντας στο κεφάλι του το επιρριπτάριό του.

Όμως ο Συμεών παραβίασε εκ νέου τα συμπεφωνημένα και επωφελούμενος από τις εσωτερικές διαμάχες των Βυζαντινών που σχετίζονταν με το ζήτημα της επιτροπείας του ανηλίκου Κωνσταντίνου, εισέβαλε στη Θράκη και τον Σεπτέμβριο του 914 κατέλαβε με προδοσία την Αδριανούπολη. Οι Βυζαντινοί ανακατέλαβαν σχεδόν αμέσως την πόλη και συγκέντρωσαν ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις εναντίον του Συμεών υπό την ηγεσία του Δομέστικου των Σχολών, Λέοντος Φωκά. Η καθοριστική μάχη διεξήχθη τον Αύγουστο του 917 με νικητές τους Βουλγάρους, οι οποίοι κατέσφαξαν τα βυζαντινά στρατεύματα, η δε επιτυχία τους αποδόθηκε στις στρατηγικές ικανότητες του Συμεών.

Ο Συμεών υπήρξε αδιαμφισβήτητα ο πρωταγωνιστής των γεγονότων της εποχής αυτής και φαίνεται ότι διέθετε όχι μόνον στρατιωτικές αλλά και πολιτικές ικανότητες. Βέβαια, οι επιτυχίες του δεν ήταν άμοιρες των όσων συνέβαιναν στη Βασιλεύουσα. Οι πολιτικές ραδιουργίες και αντιπαραθέσεις που φαίνεται ότι μεταφέρονταν και στα πεδία των μαχών, δεν έπαψαν, γιατί ο νεαρός και άπειρος Κωνσταντίνος ο Ζ΄ δεν μπορούσε να ελέγξει την κατάσταση κι έτσι ο Συμεών είχε να αντιμετωπίσει έναν διχασμένο εχθρό, δίχως ισχυρή και αποφασισμένη ηγεσία. Οι εμφύλιες αντιπαραθέσεις δε σταμάτησαν ούτε και με την άνοδο στον θρόνο του Ρωμανού Α΄ Λεκαπηνού (920-944). Ο Συμεών συνέχισε τις ληστρικές του επιδρομές και το 924 έφθασε στα προάστεια της Κωνσταντινουπόλεως λεηλατώντας και καταστρέφοντας. Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο κακός δαίμονας των Βυζαντινών συνέχισε να ταλαιπωρεί τις βυζαντινές επαρχίες σε Θράκη και Μακεδονία και μόνον ο θάνατός του, το 927, απάλλαξε τελικά την αυτοκρατορία από έναν ικανότατο και ιδιαίτερα επικίνδυνο εχθρό.

Ο θάνατος του Συμεών και οι δυναστικές έριδες που ακολούθησαν, αποδυνάμωσαν τους Βουλγάρους, οι οποίοι, αφού εισέβαλαν και πάλι στη Μακεδονία, έσπευσαν να διαπραγματευθούν με τους Βυζαντινούς. Η ειρήνη τελικά επισφραγίσθηκε με τον γάμο του γιου και διαδόχου του Συμεών Πέτρου με τη Βυζαντινή Πριγκίπισσα Μαρία, εγγονή του αυτοκράτορος. Έτσι έληξε για ένα διάστημα ο πολύχρονος Βυζαντινοβουλγαρικός Πόλεμος, που τόσα δεινά και τόσες καταστροφές προξένησε στους δύο αντιμαχομένους. Παρόλο που οι αντιπαραθέσεις αυτές δεν διεξάγονται πάντοτε στη Μακεδονία, θεωρήθηκε σκόπιμο να παρατεθούν εν συντομία, γιατί επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τη δυνατότητα των Βυζαντινών να προστατεύσουν την ευρύτερη περιοχή από τους ποικίλους εχθρούς που την εποφθαλμιούσαν (όπως π.χ. την Θεσσαλονίκη, το 904, από τον Λέοντα Τριπολίτη) αλλά και γιατί προοιωνίζονται τα όσα πρόκειται να υποστεί από τους Βουλγάρους η Μακεδονία στα χρόνια που θα ακολουθήσουν.

(Συνέχεια και τέλος στην επόμενη ανάρτηση)




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δεν επιτρέπονται σχόλια σε γκρήκλις. Καλύτερα να έχουμε ορθογραφικά λάθη παρά να καταστρέφουμε την γλώσσα μας.

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Αρχαία Μακεδονία

Αρχαία Μακεδονία