Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2014

Τα Ρουγκάτσια στο Ρουμλούκι


Τα Ρουγκάτσια στο Ρουμλούκι 

Ένα από τα ωραιότερα Ρουµλουκιώτικα έθιµα που τελούνται έως και σήµερα µε κάποιες παραλλαγές σε σχέση µε το παλιό τυπικό, είναι τα Ρουγκάτσια. Πρόκειται για µία οµάδα φουστανελοφόρων που φέρουν σπαθιά και κατά την διάρκεια του Δωδεκαηµέρου περιφέρονται στα χωριά του κάµπου χορεύοντας µε τους ήχους των ζουρνάδων και του νταουλιού σε κάθε σπίτι που επισκέπτονται έναν κύκλο τεσσάρων συνεχόµενων χορών, που όλοι µαζί ονοµάζονται "Ρουγκατσιάρικος". 
Κύριος σκοπός της τέλεσης του εθίµου είναι η συγκέντρωση χρηµάτων, παλαιότερα γεννηµάτων, που τα προσφέρει ο νοικοκύρης του κάθε σπιτιού που επισκέπτονται, σαν ενίσχυση για την οικοδόµηση νέου ναού ή την συντήρηση παλαιού, πολλές φορές δε και σχολικού κτιρίου στο χωριό από το οποίο κατάγονται οι χορευτές της οµάδας.

Σχετικά µε την ετυµολογία της λέξεως Ρουγκάτσια, έχουν διατυπωθεί κατά καιρούς διάφορες απόψεις. Συναντάται και σε άλλες περιοχές του Βορειοελλαδικού χώρου (Μακεδονία-Θεσσαλία), δηλώνοντας τις µεταµφιέσεις ανδρών, που κατά την διάρκεια του Δωδεκαηµέρου και δη στις τρεις μεγαλύτερες εορτές των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων, περιόδευαν στις πολιτείες και τα χωριά. Χαρακτηριστικό γνώρισµα αυτών των µεταµφιέσεων είναι ότι οι συµµετέχοντες παίρνουν αλλού την µορφή ζώων, όπως αρκούδα, λύκος, τράγος, καµήλα και αλλού ντύνονται µε ρούχα οπλισµένων ανδρών (όπως συµβαίνει και στο Ρουµλούκι). Εκτός όµως από τη λέξη Ρουγκάτσια, αναφέρονται και ως Αρουγκουτσιάρια, Λουγκατσιάρια, Ρουγκουτσιάρια, Ρογκατσάδες, Ρουγκανάδες, Σουρβατζήδες, Μπαµποέρηδες, Μπαµπουσιαραίοι, Καπιταναραίοι, Αράπηδες και βεβαίως στον Πόντο ως Μωµόγεροι και ως Καρακοτζάδες στους ολιγοπρόσωπους θιάσους των Ελλήνων των Τουρκόφωνων χωριών του Δυτικού Πόντου.


Από τους ερευνητές και τους λαογράφους έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις και ερµηνείες για την προέλευση της λέξεως Ρουγκάτσια. Ο πατέρας της Ελληνικής λαογραφίας Ν. Πολίτης πιστεύει ότι προέρχεται από την Λατινική λέξη Rogatio, που είναι ουσιαστικό του ρήµατος Rogo και σηµαίνει απαιτώ, έχω την αξίωση να µου δώσουν κάτι για τον κόπο µου, κάτι που δεν απέχει και πολύ από την πραγµατικότητα, αφού τα Ρουγκάτσια αιτούνταν και συγκέντρωναν χρήµατα και γεννήµατα από κάθε σπίτι που επισκέπτονταν.
Κάποιοι άλλοι ερευνητές ισχυρίζονται ότι οφείλουν το όνοµά τους στη σλαβική λέξη "Ρόγκ", που θα πει κέρατο, θεωρία που και αυτή έχει κάποια σχέση µε τα Ρουγκατσιάρια που τελούνταν σε άλλες εκτός του Ρουµλουκιού περιοχές, αφού αρκετοί από τους µεταµφιεσµένους συµµετέχοντες φορούσαν και κεφαλαριές ζώων µε κέρατα βοδιών, τράγων, και κριαριών και άλλοι από το Βουλγαρικό rogac (ελάφι).
Κατά µία άλλη εκδοχή, προέρχεται από τον ήχο ρούγου - ρούγου, που έβγαζαν τα κυπροκούδουνα που φορούσαν οι µασκαρεµένοι. Προς ενίσχυση αυτής, συνηγορεί και το γεγονός ότι σε ορισµένα χωριά των Γρεβενών, τα Ρουγκατσιάρια τα λένε "ρούγκους" και στην Φυτειά της Βέροιας "Ρουγγανάδες".
Ο Ναουσαίος φιλόλογος και λογοτέχνης, ερευνητής Θωµάς Γαβριηλίδης θεωρεί ότι προέρχεται από τα ρόϊδα , µε τα οποία ήταν στολισµένοι οι ένοπλοι συνοδοί του θεϊκού ζευγαριού του Διονύσου κατά την τέλεση των "Μικρών Διονυσίων" στην αρχαιότητα, όπου τα ροϊδάρια γίνονται µε την πάροδο του χρόνου Ρογκατσιούδια> Ρογκαστάρια> Ρουγκάτσια.
Τέλος, παραθέτω και µία σχετική παράδοση, που κατέγραψα στο Ρουµλούκι και πιο συγκεκριµένα στο χωριό Νησελούδι. Σύµφωνα µ'αυτήν, κατά την διάρκεια των Ελληνοπερσικών πολέµων στην αρχαιότητα, όταν πέρασαν από την περιοχή οι Πέρσες, διεξήγαγαν μάχη µε τους Έλληνες εκεί όπου σήµερα βρίσκεται η Καµάρα του Κλειδίου, το αποµεινάρι δηλαδή της µεγάλης τοξωτής γέφυρας του Λουδία. Οι Έλληνες ήταν τότε ντυµένοι µε φουστανέλες (προφανώς εννοούνται οι χιτώνες) και µόλις τους αντίκρυσαν οι Πέρσες αναφώναξαν: "Α! τους Ρόγκατσιους", δηλαδή τους αγριάνθρωπους, τους ατηµέλητους. Από τότε λοιπόν, ονοµάστηκαν οι φουστανελοφόροι που απαρτίζουν την οµάδα ως Ρουγκατσιάρηδες και το έθιµο ως Ρουγκάτσια ή Ρουγκατσιάρια. Πράγµατι, στο Ρουµλουκιώτικο ιδίωµα υπάρχει η λέξη "ρόγκατσιους" που δηλώνει τον αγριάνθρωπο, όπως επίσης και "ρουγκάτσι" που χαρακτηρίζει την δύστροπη και πανούργα γυναίκα. Η παράδοση αυτή, σαφώς, αποτελεί µία ακόµη διατύπωση της προσφιλούς πάντοτε συνήθειας των Ρουµλουκιωτών να συνδέουν την καταγωγή τους και διάφορα γεγονότα µε τους αρχαίους Μακεδονικούς χρόνους. (Την αναφέρω πάντως προς διατήρηση της γοητείας και του αυθόρµητου της καταγραφής της).

Ως προς την προέλευση του εθίµου των Ρουγκατσιών και πάλι έχουν διατυπωθεί ποικίλες απόψεις. Κάποιοι ερευνητές, την άγουν στα "κατ' αγρούς ή Μικρά Διονύσια", εορτές των αρχαίων Ελλήνων στο µεσοχείµωνο, όταν ανοίγονταν τα καινούργια κρασιά και γινόταν θυσίες στον Διόνυσο και τους άλλους Ολύµπιους θεούς, ενώ άλλοι συνάδελφοί τους, όπως ο Fehrle, ισχυρίζονται ότι υπάρχει κάποια συνάφεια µε τις λατρείες των νεκρών και τα αγροτικά έθιµα.

Ο Θωµάς Γαβριηλίδης δέχεται και αυτός ότι προέρχονται, όπως επίσης και η Μπούλα και οι Γενίτσαροι της Νιάουστας από την αρχαιότητα και πιό συγκεκριµένα από τις εορτές των Ανθεσφορίων και των Ανθεστηρίων, τις πανηγυρικές δηλαδή εκδηλώσεις για τον ερχοµό της Άνοιξης και το σύµβολο της επικείµενης ανάστασης της φύσης, τον Διόνυσο.

Τέλος, ο Ιωάννης Μοσχόπουλος, υιοθετώντας την άποψη του Ν. Πολίτη ότι η λέξη Ρουγκάτσια προέρχεται από την λατινική λέξη Rogatio, θεωρεί ότι τα Ρουµλουκιώτικα Ρουγκάτσια είναι αποµεινάδι της Ρωµαϊκής και της Βυζαντινής εποχής, όταν οι ακρίτες στρατιώτες που επιφορτίζονταν µε την φύλαξη των ακριτικών περιοχών από τις επιδροµές αλλοφύλων, περιόδευαν µία φορά το χρόνο την ύπαιθρο ζητώντας το µίσθωµά τους από τους πληθυσµούς που προστάτευαν. Προς ενίσχυση δε της άποψής του, αναφέρει και το γεγονός ότι στην περιοχή του Ρουµλουκιού υπήρχε κατά τους Βυζαντινούς χρόνους (14ος αιώνας), χωριό στρατιωτών, η Κριτίτζιστα (πιθανόν το σηµερινό χωριό Αγκαθιά, που το παλαιό του όνοµα ήταν Γκριτζιάλι). Την ίδια δε άποψη έχει δεχθεί πιο πριν και ο Βάλτερ Πούχνερ, καθώς θεωρεί πιο λογική την υπόθεση να κατάγεται το έθιµο από την Βυζαντινή "ρόγα" (από το λατινικό erogatio, απονοµή, διανοµή, erogo, απονέµω, δίνω), την έκτακτη δηλαδή αµοιβή των στρατιωτών, που υποχρεώνονταν ο Βυζαντινός αυτοκράτορας να καταβάλλει στο στρατό και στη Σύγκλητο την Κυριακή των Βαΐων ή την Μεγάλη Πέµπτη από το ιδιωτικό του ταµείο.

Κατά την γνώµη µου, χωρίς να αποκλείω την καταγωγή των Ρουγκατσιών από την συνήθεια των ακριτών στρατιωτών να συγκεντρώνουν το µίσθωµά τους µία φορά το χρόνο από τις επαρχίες που φύλαγαν, θεωρώ ως πιο ορθή την άποψη ότι αποτελούν μαζί µε τις µεταµφιέσεις, αποµεινάρια των αρχαίων Ελληνικών εορτών προς τιµήν του Θεού Διονύσου και των µεταγενέστερων Ρωµαϊκών Καλάνδων και Βρουµαλίων.

Η κοινή καταγωγή των Ρουγκατσιών και των µεταµφιέσεων ενισχύεται και από την οµολογία του Βαλσαµών (12ος αιώνας) ότι κατά την εποχή του στο Βυζάντιο, το έθιµο των µεταµφιέσεων ήταν αρκετά διαδεδοµένο στους αγροτικούς κυρίως πληθυσµούς. Αναφέρει δε ότι κατά τα Χριστούγεννα και τα Φώτα "τινές κληρικοί προς διάφορα µετασχηµατίζονται προσωπεία και ποτέ µεν, ξιφήρεις εν τω µέσο (µεσονάω) νάω της εκκλησίας µετά στρατιωτικών αµφίων εισέρχονται, ποτέ δε και ως µοναχοί προοδεύουσιν, ή και ως ζώα τετράποδα. Ερωτήσας ουν, όπως ταύτα παρεχωρήθησαν γίνεσθαι, ουδέν τι έτερον ήκουσα, αλλά εκ µακράς συνηθείας ταύτα τελείσθαι".

Την Διονυσιακή δε καταγωγή των Ρουγκατσιων δείχνει, εκτός από την περιήγηση δια των αγρών από χωριό σε χωριό και η πόση άφθονου κρασιού και ρακιού από τους χορευτές στα σπίτια που επισκέπτονται, οι διαρκείς χορευτικές κινήσεις, το τραγούδι των χορευτών, οι έντονοι και εύθυµοι ήχοι των ζουρνάδων και τέλος η ευλογία µε το σταύρωµά τους από το σπαθί κάποιου χορευτού των γεννηµάτων.

Πέρα όµως από την προέλευση του εθίµου, είναι γεγονός ότι η εκκλησία καταδίκασε αυτές τις µεταµφιέσεις µε τον 62ο κανόνα της εν Τρούλλω Οικουµενικής Συνόδου, λόγω της καταγωγής τους από τις εθνικές εορτές. Ο Ελληνικός λαός όµως τις διατήρησε, υπακούοντας περισσότερο στη δύναµη της συνήθειας και τελέσεως των προγονικών εθίµων, όπως έπραξε και µε πλήθος άλλων εθίµων, τα οποία ενέδυσε µε χριστιανικό µανδύα. Έτσι και τα Ρουµλουκιώτικα Ρουγκάτσια επέζησαν στο διάβα του χρόνου, κερδίζοντας την ανοχή των Τούρκων κατά την διάρκεια της Οθωµανικής κατοχής και κυρίως την προστασία της τοπικής εκκλησίας, υπό την αιγίδα άλλωστε της οποίας τελούνταν.

Ρουγκάτσια διοργανώνονταν από όλα τα Ρουµλουκιώτικα χωριά, όταν το απαιτούσε η συντήρηση κάποιας παλαιάς εκκλησίας, όπως επίσης και σχολικού κτιρίου. Την σχετική απόφαση λάµβαναν κατά την διάρκεια της Σαρακοστής των Χριστουγέννων ο ιερέας του χωριού, οι εκκλησιαστικοί επίτροποι και οι ηλικιωµένοι άνδρες σε κοινή τους συνεδρίαση στο νάρθηκα της εκκλησίας.

Αρχικά, επέλεγαν 15 από τα παλικάρια του χωριού, που θα αποτελούσαν το µπουλούκι, 12 δηλαδή ως απλοί Ρουγκατσιαραίοι χορευτές και 3, οι πιο λεβεντόκορµοι, ως καπεταναίοι ή κονακτσήδες, όπως έλεγαν τους επικεφαλείς. Κατόπιν, φρόντιζαν να βρουν οργανοπαίκτες (2 ζουρνάδες και 1 νταούλι), στους οποίους έδιναν και προκαταβολή, αφού και άλλα χωριά θα έβγαζαν Ρουγκάτσια.

Έπρεπε επίσης να βρεθούν και 3 γερά άλογα για τους καπεταναίους, καθώς και το αµάξι µε το οποίο η εκκλησιαστική επιτροπή θα µετέφερε τα γεννήµατα, που θα τους προσφερόταν στην περιοδεία τους στο Ρουµλούκι, ενώ ταυτόχρονα κάποιος ηλικιωµένος παλαιός Ρουγκατσιάρης δίδασκε επί αρκετές ηµέρες στους νεαρούς Ρουγκατσιαρούς τη σειρά των τεσσάρων χορών που θα χόρευε το µπουλούκι σε κάθε σπίτι.
Η στολή των Ρουγκατσιαραίων αποτελούνταν από τα εξής τεµάχια: κοντή λευκού χρώµατος φουστανέλα µε 300 λαγκόλια (δίπλες), µαύρο γιλέκο στολισµένο µε γαϊτάνια ή µαύρος χωρίς µανίκια ντουλαµάς, µαύρου χρώµατος µακρύ ζωνάρι, φαρδιά άσπρα βρακιά, µάλλινα σκουφούνια, γουρουνοτσάρουχα και για κάλυµµα της κεφαλής μαύρο καλπάκι σαν δίκοχο, την σάπκα ή άλλοτε µαύρο και άλλοτε πολύχρωµο σκούφο πλεκτό.


Μετά την απελευθέρωση το 1912, ως κάλυµµα της κεφαλής χρησιµοποιούνταν το γνωστό φέσι που είχε όµως κεντηµένο ένα µικρό σταυρό στην κορυφή. Απαραίτητα επίσης για τον εξοπλισµό των Ρουγκατσιαραίων, ήταν και τα ασηµένια κοσµήµατα που ράβονταν στο στήθος τους, όπως τα µαγλικουτάρια, οι τοκάδες, οι µαχµουδιέδες και οι σταυροί.

Οι φουστανέλες φυλάγονταν στα σεντούκια σε κάθε σπίτι ειδικά για τα Ρουγκάτσια, καθώς παλαιότερα αποτελούσε την επίσηµη ανδρική ενδυµασία και µε τον καιρό είχαν έρθει σε αχρησία και τις φορούσαν µόνο οι γαµπροί και οι µπράτιµοι την ηµέρα των στέψεων κατά τους γάµους. Σε ορισµένα µάλιστα χωριά, οι φουστανέλες φυλάσσονταν στην εκκλησία από την εκκλησιαστική επιτροπή, ενώ σε όσα δεν συγκεντρώνονταν ο απαιτούµενος αριθµός, φρόντιζαν να νοικιάζουν από τη Νιάουστα.

Τέλος, απαραίτητα ήταν και τα σιδερένια σπαθιά, τα οποία στις πρώτες δεκαετίες του αιώνα αντικαταστάθηκαν βαθµηδόν από ξύλινα οµοιώµατά τους. Δυστυχώς, τα παλαιά σιδερένια σπαθιά µε τις περίτεχνες λαβές τους συγκεντρώθηκαν από τα Γαλλικά Συµµαχικά στρατεύµατα το 1915, όταν στρατοπέδευαν στην περιοχή κατά την διάρκεια του Α΄ Παγκοσµίου Πολέµου και εκδόθηκε διαταγή για την παράδοση όλου του οπλισµού που κατείχαν οι Ρουµλουκιώτες. Όσα όπλα δεν παραδόθηκαν οικειοθελώς, εντοπίστηκαν µετά από εξονυχιστική έρευνα, που συνοδεύονταν και µε άγριο ξυλοδαρµό των χωρικών και κατασχέθηκαν.


Μέχρι τις παραµονές των Χριστουγέννων, έπρεπε όλες οι ετοιµασίες για τα Ρουγκάτσια να είναι τελειωµένες. Το µπουλούκι ξεκινούσε την περιοδεία του την τρίτη ηµέρα των Χριστουγέννων ή ανήµερα της Πρωτοχρονιάς, όταν το πρόγραµµα των επισκέψεών τους στα χωριά δεν ήταν ιδιαίτερα φορτωµένο.

Νωρίς το πρωί, την ηµέρα που θα ξεκινούσε το µπουλούκι, χτυπούσε ο νταουλτζής δυνατά το νταούλι του για να ξυπνήσουν και να ετοιµαστούν οι Ρουγκατσιαροί. Έπειτα από λίγη ώρα, αφού είχαν ετοιµαστεί, ο νταουλτζής χτυπούσε δεύτερη φορά το νταούλι του, για να τους δώσει το σύνθηµα να φάνε πρωινό και µετά τρίτη φορά για να ξεκινήσουν για την εκκλησία του χωριού. Εκεί βρίσκονταν ήδη ο ιερέας, η εκκλησιαστική επιτροπή, το αµάξι της επιτροπής, τα άλογα των καπεταναίων και συγκεντρωµένο όλο το χωριό.
Οι Ρουγκατσιαροί, αφού προσκυνούσαν τις εικόνες, έβγαιναν στο νάρθηκα, όπου έπαιρναν την ευλογία του ιερέα και του ασπάζονταν το χέρι. Κατόπιν, έτρεχαν ο ένας πίσω από τον άλλο, τρεις φορές γύρω από την εκκλησία "για να τους πάει το ουλούρµ", να έχουν δηλαδή τύχη στην περιοδεία τους, να τους δεχθούν όλα τα χωριά και να συγκεντρώσουν αρκετά χρήµατα και γεννήματα κατά την περιοδεία τους, να φέρουν "ντέβερι" το Ρουµλούκι όπως έλεγαν, πάντα όµως βάσει προσχεδιασµένου προγράµµατος. Εµπρός πήγαιναν οι τρεις καπεταναίοι καβάλα στ' άλογά τους και ακολουθούσε η εκκλησιαστική επιτροπή µε το αµάξι και πίσω πεζή η οµάδα των Ρουγκατσιαραίων. 


Όταν πλησίαζαν σε ένα χωριό, το µπουλούκι στάθµευε έξω απ' αυτό, Ένας από τους καπετάνιους, που καλούνταν "κολαούζης", µαζί µε την επιτροπή, εισέρχονταν στο χωριό και αναζητούσαν την εκκλησιαστική επιτροπή. Μόλις αυτή παρουσιάζονταν, της ζητούσαν την άδεια να εισέλθουν τα Ρουγκάτσια στο χωριό τους. Αν τους δινόταν η άδεια, ο Κολαούζης έτρεχε µε τ' άλογο να ειδοποιήσει την οµάδα των χορευτών ότι τους δόθηκε η άδεια να εισέλθουν στο χωριό, στο µεσοχώρι του οποίου τους περίµενε η επιτροπή τους.
Αν δεν τους δινόταν η άδεια, έφευγαν και πήγαιναν σε άλλο χωριό, µόνο που έπρεπε να θυµούνται τα χωριά που δεν τους δέχθηκαν, για να τους το ανταποδώσουν όταν θα διοργάνωναν και αυτά Ρουγκάτσια. Δικαιολογηµένη άρνηση εισόδου σε ένα χωριό, ήταν µόνο η περίπτωση που σ' αυτό είχε εκδηλωθεί κάποια επιδημία και βρίσκονταν σε καραντίνα. 


Από το µεσοχώρι του χωριού ξεκινούσαν τις επισκέψεις σε κάθε σπίτι χωριστά. Στην αυλή, τους ανέµενε ο οικοδεσπότης, που είχε από πριν τοποθετήσει ένα σακί ή µια κούτλα (ξύλινο δοχείο χωρητικότητας 12 οκάδων) µε σιτάρι ή καλαµπόκι, ανάλογα πάντοτε µε τις δυνάµεις του, που θα το πρόσφερε στα Ρουγκάτσια. Εισερχόµενη η οµάδα των χορευτών στην αυλή του σπιτιού, τα όργανα έπαυαν και οι χορευτές βαδίζοντας ο ένας πίσω από τον άλλο τραγουδούσαν το παρακάτω τετράστιχο:

Άϊντε πάµε Χρήστο στα Ρουγκάτσια να ρουγκατσιέψουµι,
εσύ µε τη µαχαίρα και γω µε φουστανέλα να ρουγκατσέψουµι.
Ήρθαν τα Ρουγκάτσια, οι Ρουγκατσιαροί,
δώστι µας πίττα µι λουκάν'κα, πίττα µι αυγά.
Ήρθαν τα Ρουγκάτσια, οι Ρουγκατσιαροί.

Τελειώνοντας το τραγούδι, ένας από τους καπετάνιους σταύρωνε µε το σπαθί του το γέννηµα και κατόπιν την πόρτα του σπιτιού. Τα όργανα άρχιζαν να παίζουν τους σκοπούς των χορών των Ρουγκατσιών και οι Ρουγκατσιαραίοι σείοντας τα σπαθιά τους χόρευαν, ξεκινώντας µε αργά και σταθερά βήµατα, για να καταλήξουν σταδιακά σε γοργότερο, ζωηρότερο και πολυπλοκότερο χορό µε στριφογυρίσµατα και αναπηδήµατα.

Όταν τελείωνε ο χορός, µία γυναίκα του σπιτιού κερνούσε µε το δίσκο ρακί και κρασί τους χορευτές και τους συνοδούς τους και όλοι απηύθυναν τις απαραίτητες για την περίσταση ευχές για υγεία και προκοπή. Ταυτόχρονα, ένας από τους καπετάνιους άπλωνε τον σκούφο του στον νοικοκύρη, για να προσφέρει την συνδροµή του. Στις περισσότερες όµως περιπτώσεις, η προσφορά ήταν µόνο γέννηµα, το οποίο φόρτωνε στο αµάξι της η εκκλησιαστική επιτροπή, όπως επίσης και τρόφιµα, κυρίως δε παστό και λουκάνικα.


Το ίδιο τυπικό ακολουθούνταν σε όλα τα σπίτια του χωριού. Στο δρόµο, τα όργανα έπαιζαν τον ίδιο πάντοτε σκοπό των Ρουγκατσιών και οι Ρουγκατσιαραίοι βάδιζαν σείοντας ψηλά τα ξύλινα σπαθιά τους. Οι πιο χωρατατζήδες µάλιστα απ'αυτούς, µόλις έβλεπαν σε ένα σπίτι κάποια γυναίκα ή κοπέλα να κλώθει κλωστή µε το αδράχτι, έσπευδαν και της την έκοβαν. Άλλοτε πάλι, έκαναν σωστή επιδροµή στα λουκάνικα που τα είχαν κρεµµασµένα οι νοικοκυραίοι στα παρταλόσπιτα και στα φουρναριά, µε αποτέλεσµα να τα κρύβουν οι νοικοκυρές µόλις πληροφορούνταν ότι εισήλθαν στο χωριό τους τα Ρουγκάτσια.

Το ίδιο έπρατταν και µε τα απλωµένα στους πλοκούς και τα σιτζίµια (σχοινιά) ασπρόρουχα, διότι οι Ρουγκατσιαραίοι έπαιρναν µε τα σπαθιά τους λάσπη και τα λέρωναν.
Τελειώνοντας τις επισκέψεις στα σπίτια ενός χωριού, αποχωρούσαν και πήγαιναν σε άλλο. Σε όποιο χωριό που τους δεχόταν τους έπιανε η νύχτα, σε εκείνο διανυχτέρευαν. Τους επιτρόπους, τους φιλοξενούσε η εκκλησιαστική επιτροπή του χωριού, ενώ οι Ρουγκατσιαραίοι διέµεναν στα σπίτια που είχαν επιλεχθεί ή προσφερθεί, πάντοτε όµως δύο µαζί, διότι διαφορετικά υπήρχε κίνδυνος να "αρµενιαστούν", δηλαδή να µατιαστούν.

Τα ρούχα τους, τα δίπλωναν και τα τοποθετούσαν µέσα σε πανέρια, που τους έδινε ο οικοδεσπότης, ενώ τα συνήθως βρεγµένα σκουφούνια τους, τα έπλεναν και τα στέγνωναν οι γυναίκες του σπιτιού. Την εποµένη, η σπιτονοικοκυρά σηκώνονταν πολύ νωρίς, για να ζυµώσει και να ψήσει πίττες, για να φιλέψει τους Ρουγκατσιαρούς. Μόλις χάραζε, ο νταουλτζής χτυπούσε δυνατά το νταούλι του, για να συγκεντρωθούν οι χορευτές και να κινήσουν για άλλο χωριό.
Σ' αυτές τις διανυχτερεύσεις, συνέβαινε, αρκετοί Ρουµλουκιώτες να γνωριστούν µε ελεύθερες κοπέλες, τις οποίες αργότερα επέλεξαν ως συζύγους τους, στέλνοντας τα απαραίτητα προξενιά.


Οι Ρουγκατσιαραίοι περιόδευαν σε όσα περισσότερα χωριά ήταν εφικτό στο Ρουµλούκι µέχρι την παραµονή των Φώτων, που έπρεπε να βρίσκονται το απόγευµα πίσω στο χωριό τους. Επισκέπτονταν όµως πολλές φορές και τη Νιάουστα, διότι οι Νιαουστιανοί, που είχαν και αυτοί ως όργανά τους τους ζουρνάδες και το νταούλι, εκτιµούσαν τις χορευτικές ικανότητες των Ρουµλουκιωτών και ήσαν πολύ γεναιόδωροι στις προσφορές τους.

Συχνά δε, έφθαναν µέχρι και την Χαλάστρα, πολλές οικογένειες της οποίας κατάγονταν από το Ρουµλούκι, όπως και τα χωριά πέρα απ' αυτήν και όσα βρίσκονταν στις βορειοανατολικές όχθες της λίµνης των Γιαννιτσών έως και τα Κουφάλια. Και σ' αυτά τα χωριά, τα Ρουγκάτσια τύχαιναν θερµής υποδοχής, διότι οι κάτοικοί τούς, όντας δίγλωσοι, εκτιµούσαν ιδιαίτερα τους Ρουµλουκιώτες, διότι µιλούσαν ένα καθαρό Ελληνικό ιδίωµα. Μάλιστα, τα Ρουµλουκιώτικα χωριά τα αποκαλούσαν "Γκρέκικα" και τους Ρουµλουκιώτες "Γκρεκούδια".

Στην περιοδεία τους στα Ρουµλουκιώτικα χωριά, µία οµάδα Ρουγκατσιών δεν έπρεπε να συναντηθεί µε άλλη, ενώ σε αντίθετη περίπτωση, η µία από τις δύο οµάδες όφειλε να δηλώσει υποταγή, να περάσουν δηλαδή οι χορευτές της τρεις φορές κάτω από τα υψωμένα σπαθιά της άλλης. Μία τέτοια πράξη όµως ήταν πολύ ατιµωτική και θα αποτελούσε όνειδος για το χωριό της, γι' αυτό και καµία από τις οµάδες δεν το δέχονταν και προτιµούσαν να χτυπηθούν µε τα σπαθιά τους, µέχρι τελικής πτώσης ή νίκης. Αργότερα, µονοµαχούσαν οι πρωτοκαπετάνιοι των δύο οµάδων και όποιος ηττούνταν, δήλωνε υποταγή µε όλη την οµάδα µε τον τρόπο που περιέγραψα.
Στον αιώνα µας, πιάνονταν στα χέρια οι χορευτές των δύο οµάδων, αφού άλλωστε τα σιδερένια σπαθιά είχαν ήδη αντικατασταθεί µε ξύλινα. Στην αντικατάσταση αυτή συνέβαλε, ίσως και µε την παρέµβαση της τοπικής εκκλησίας διά µέσω των ιερέων της, η φονική µονοµαχία των πρωτοκαπετάνιων των Ρουγκατσιών των χωριών Μεγάλο Αλάµπουρο (Πρασινάδα) και Τσινάφορο (Πλάτανος). Το γεγονός συνέβηκε πριν από 150 περίπου χρόνια, όταν οι δύο οµάδες συναντήθηκαν έξω από το χωριό Μικρό Αλάµπουρο (Κυδωνιά) και καθώς καµία δεν δήλωνε υποταγή, µονοµάχησαν οι καπετάνιοι, για να σκοτωθούν και οι δυο τους. Από τότε, άρχισαν να χρησιµοποιούνται και τα ξύλινα σπαθιά και η τοποθεσία που σκοτώθηκαν τα δύο παλικάρια ονοµάστηκε "Ρουγκάτσι" εις ανάµνησιν του θλιβερού συµβάντος.
Επίσης, νεκροταφείο όπου είχαν ταφεί οι φονευθέντες Ρουγκατσιαραίοι από την συµπλοκή δύο µπουλουκιών σε παλαιότερη εποχή, υπήρχε στο ενδιάµεσο των χωριών Σχοινάς και Νησί, χωρίς η λαϊκή µνήµη να διασώσει την καταγωγή τους.

Αντίστοιχες όµως φονικές συγκρούσεις µεταξύ οµάδων Ρουγκατσιών και µεταµφιεσµένων του Δωδεκαηµέρου, έχουν πραγµατοποιηθεί και σε άλλες περιοχές της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας, όπως στην Ελάτη των Σερβίων, στα χωριά Αιµιλιανός, Αλατόπετρα, Μέγαρο, Σαρακίνα και Κυδωνιές των Γρεβενών, στο Τσοτύλι και το Αρόκαστρο του Βοϊου, στο Πλεύρωµα, Μαρίνα, Επισκοπή και Αρσένι της Έδεσσας, στην Αξιούπολη και την Ειδοµένη του Κιλκίς, στο Παρθένιο, στην Αύρα και στον Βλαχάβα της Καλαµπάκας, στα Καρποχώρι, Καλλιφώνιο, Μαυραχάδες, Μαυροχώρι, Ματαράγκα, Καρδιτσοµάγουλα και Παραπράταινα της Καρδίτσας κ.α., όπου σώζονται και τα σχετικά τοπωνύµια όπως: γέφυρα των Ρουγκατσιάρηδων, µνήµατα των Ρουγκατσιάρηδων, Ρουγκατσιάρια, φονιάδες κ.α.

Με τον καιρό όµως, στο Ρουµλούκι, είχε τόσο εξασθενήσει το έθιµο της υποταγής των Ρουγκατσιών, ώστε ακόµη και οι ξυλοδαρµοί εξαλείφθηκαν, αφού οι διάφορες οµάδες φρόντιζαν να µην συναντιούνται καθόλου στην πορεία τους ή να αλλάζουν κατεύθυνση όταν πλησίαζε η µία στην άλλη. Αλλά και όταν τύχαινε να συναντηθούν, αποχωρούσαν χωρίς ξυλοδαρµούς, ανταλλάσσοντας µόνο οι χορευτές μεταξύ τους προς ανάµνησιν κρόσια από τις φούντες των φεσιών τους. Την συνήθεια αυτή, την ονόµαζαν "φιλικό", σε αντίθεση µε το "εχθρικό", που συνέβαινε παλαιότερα.
Μνηµονεύεται µάλιστα και το γεγονός, ότι το 1924 βρέθηκαν στο χωριό Ποζιαρίτες (Κεφαλοχώρι) την ίδια µέρα 19 µπουλούκια Ρουγκατσιαραίων, χωρίς να σηµειωθεί κανένας ξυλοδαρµός.

Το απόγευµα της παραµονής των Φώτων, τα Ρουγκάτσια έπρεπε να επιστρέψουν οπωσδήποτε πίσω στο χωριό τους. Στην είσοδό του, τους ανέµεναν όλοι οι συγχωριανοί τους, για να τους υποδεχθούν. Μία ελεύθερη κοπέλα τότε κρατούσε ψηλά µε το χέρι της ένα µαντήλι και οι Ρουγκατσιαροί έτρεχαν, συναγωνιζόµενοι ποιός θα το πιάσει πρώτος, για να το αποκτήσει και να το έχει ως ενθύµιο. Το βράδυ, διανυχτέρευαν πάλι ανά δύο άτοµα, για να µην αρµενιαστούν. Ποτέ δεν έπρεπε να µείνει µόνος του κάποιος Ρουγκατσιάρης, ακόµη και αν συνέβαινε κάποιο δυσάρεστο γεγονός κατά την διάρκεια της περιοδείας, όπως για παράδειγµα ο θάνατος προσφιλούς προσώπου. Τότε, ο Ρουγκατσιάρης επέστρεφε στο χωριό του µε την συνοδεία κάποιου έφιππου καπετάνιου.

Ανήµερα των Φώτων, ο νταουλτζής χτυπούσε πάλι το νταούλι του και οι Ρουγκατσιαροί πήγαιναν στην εκκλησία για να εκκλησιαστούν. Μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας, πραγµατοποιούνταν η καταγραφή των χρηµάτων και των γεννηµάτων που είχαν συγκεντρωθεί στην περιοδεία των Ρουγκατσιών, όπως επίσης και η παράδοσή τους στον ιερέα και την εκκλησιαστική ή την σχολική επιτροπή. Τα γεννήµατα, θα τα εκποιούσαν αργότερα και µε το σύνολο του συγκεντρωθέντος ποσού θα κάλυπταν τις ανάγκες συντήρησης ή οικοδόµησης της εκκλησίας ή του σχολείου.

Το όλο έθιµο των Ρουγκατσιών τελείωνε µε την διοργάνωση γλεντιού, στο οποίο συµµετείχε πάνδηµα όλο το χωριό. Ο ιερέας, αφού ευλογούσε τα λουκάνικα και τον παστό που είχαν προσφερθεί στους Ρουγκαστιαρούς, τα παρέδιδε στους συγχωριανούς του και όλοι τό 'ριχναν στο φαγοπότι και στον χορό.

Τα Ρουγκάτσια είναι από τα λίγα παλαιά οµαδικά έθιµα που συνεχίζουν να τελούνται έως και σήµερα στο Ρουµλούκι. Διοργανώνονται το Δωδεκαήµερο από αρκετούς χορευτικούς και πολιτιστικούς συλλόγους και παρά τις όποιες καινοτοµίες που έχουν εισαχθεί, δεν παύουν να µας συνδέουν µε το παρελθόν και την µακραίωνη παράδοση και να αποτελούν µία ακόµη επιβεβαίωση της συνέχειας του Ελληνισµού. Τέλος, το 1998, ύστερα από πολλά χρόνια τελέστηκαν Ρουγκάτσια για την οικοδόµηση καινούργιου ναού στο χωριό Παλαιοχώρι, µε πρωτοβουλία του Εκκλησιαστικού Συµβουλίου του Ιερού Ναού Τιµίου Προδρόµου Πάλαιοχωρίου και την αρωγή και συνεργασία του Πολιτιστικού Συλλόγου του χωριού, ακολουθώντας µάλιστα την πορεία που είχαν ακολουθήσει το 1957 και πάλι Ρουγκάτσια του ίδιου χωριού, τηρώντας στο σύνολό του σχεδόν το παλαιό τυπικό και επισκεπτόµενοι μετά από πολλές δεκαετίες τα ανατολικώς του ποταµού Λουδία και εκτός των φυσικών ορίων του Ρουµλουκιού χωριά Παρθένιο, Βαλµάδα και Βραχιά.


Οι πληροφορίες για τα Ρουγκάτσια προέρχονται από το βιβλίο του Δημήτρη Πανταζόπουλου «Τ’ ΑΝΤΕΤΙΑ ΜΑΣ» που εκδόθηκε στην Αλεξάνδρεια το 2001.
Τον ευχαριστώ πολύ για την άδεια αναδημοσίευσης



Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2014

Πρόγραμμα εκδηλώσεων Συλλόγων ΠΟΠΣΜ



ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΣΥΛΛΟΓΩΝ ΠΟΠΣΜ

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου    Γουμένισσα                                 «Κόλιντε» 

              «  «                   Λευκάδια Ημαθίας      Άναμμα της φωτιάς «ΚΟΛΙΝΤΕ" 

              « «                   Λουτράκι Αλμωπίας            «Κόλιντα μπάμπου»

              « «                  Μεσημέρι Έδεσσας               «Χριστουγεννιάτικες φωτιές»

              «  «                 Πολυπλάτανος Ημαθίας           Φωτιές

              «  «                    Σιταριά Φλώρινας                  Φωτιές

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου   Κρύα Βρύση Πέλλας          Ετήσιος χορός Συλλόγου

Σάββατο 27 Δεκεμβρίου  Δημητρίτσι Σερρών            Ετήσιος χορός Συλλόγου

           « «                                       Σκύδρα                     Ετήσιος χορός Συλλόγου

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου     Τρίλοφος Ημαθίας                  Ρουγκάτσια

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου          Λουτράκι Αλμωπίας             Σούρβα μπάμπου

                 «  «                         Πρόμαχοι Αλμωπίας               Σούρβα

                «  «                           Μαυροβούνι                            Φωτιές

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2015   Πολυπλάτανος Ημαθίας    Ετήσιος χορός                

Κυριακή 4 Ιανουαρίου         Λευκάδια Ημαθίας               Ρουγκάτσια

Τρίτη 6 Ιανουαρίου                Νικήσιανη Καβάλας              ΑΡΑΠΗΔΕΣ

6-8 Ιανουαρίου                     Καλή Βρύση Δράμας              ΜΠΑΜΠΟΥΓΕΡΑ

6-8 Ιανουαρίου                       Βώλακας Δράμας             ΧΑΡΑΠΙΑ και ΑΡΚΟΥΔΕΣ

Σάββατο 31 Ιανουαρίου              Βόλος                                      Κοπή πίτας


Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2014

Εκδηλώσεις Συλλόγων ΠΟΠΣΜ


Εκδηλώσεις Συλλόγων ΠΟΠΣΜ

1. Λουτράκι Αλμωπίας

"Κόλιντα μπάμπω"
Το βράδυ της 23ης Δεκέμβρη αναβιώνει το έθιμο «Κόλιντα Μπάμπω» που δεν είναι τίποτα περισσότερο από τα "Κάλαντα γιαγιά", μια φράση που είναι γνωστή σε πάρα πολλές περιοχές της Ελλάδας και την συναντούμε όχι μόνο στην Μακεδονία αλλά και στην Θράκη.


2. Λευκάδια Ημαθίας

Ο Μ. Π. ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΛΕΥΚΑΔΙΩΝ ΔΙΟΡΓΑΝΩΝΕΙ ΤΟ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΕΘΙΜΟ ΜΕ ΤΟ ΑΝΑΜΜΑ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ "ΚΟΛΙΝΤΕ" ΜΕ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΕΔΕΣΜΑΤΑ ΣΕ ΕΝΑΝ ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΟ ΧΟΡΟ ΜΕ ΑΦΘΟΝΟ ΚΡΑΣΙ ΔΩΡΕΑΝ, ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΠΟΛΛΕΣ ΕΚΠΛΗΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΙΚΡΟΥΣ ΜΑΣ ΦΙΛΟΥΣ ΜΕ ΘΕΜΑ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥΣ ΜΕ ΔΩΡΑ. 

ΣΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ΝΑ ΑΝΑΔΕΙΞΟΥΜΕ ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΚΑΙ ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΟΛΟΙ ΜΙΚΡΑ ΠΑΙΔΙΑ ΝΑ ΑΝΤΑΛΛΑΞΟΥΜΕ ΕΥΧΕΣ ΚΑΙ ΝΑ ΓΛΕΝΤΗΣΟΥΜΕ ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ .....

ΩΡΑ ΕΝΑΡΞΗΣ 6:00 ΜΜ


3. Μεσημέρι Έδεσσας


4. Γουμένισσα

"Κόλιντα μπάμπω"




5. Σιταριά Φλώρινας


Ο Σύλλογος Σιταριάς-Φλώρινας "Νέοι Ορίζοντες" σας προσκαλεί στις 23 Δεκεμβρίου και ώρα 7 μμ στην πλατεία του χωριού να περάσουμε μια πολύ όμορφη βραδιά και να τιμήσουμε τις παραδόσεις μας. Την εκδήλωση θα πλαισιώνει η ορχήστρα "Παραδοσιακή Μουσική Φλώρινας-Έδεσσας".
Θα υπάρχει άφθονο κρασί και διάφορα είδη κρεάτων, ενώ δεν θα μπορούσε να λείπει η παραδοσιακή φασολάδα σε μεγάλα καζάνια που θα βράζουν για όλο τον κόσμο !
Σας περιμένουμε όλους...!
Το Δ.Σ του Συλλόγου


Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2014

«Οι Έλληνες: Από τον Αγαμέμνονα στον Μέγα Αλέξανδρο»… και η αντίδραση των Σκοπιανών


«Οι Έλληνες: Από τον Αγαμέμνονα στον Μέγα Αλέξανδρο» 
και η αντίδραση των Σκοπιανών

Μεγάλη έκθεση στη Βόρεια Αμερική για την Ελλάδα και την ιστορία της
Από τον Δεκέμβριο 2014 έως τον Οκτώβριου 2016

Δρ. Ιωάννης Παρίσης
Μία πολύ μεγάλη έκθεση για την ελληνική ιστορία και τον πολιτισμό, με τον τίτλο “The Greeks: Agamemnon to Alexander the Great”, ξεκίνησε στο Μόντρεαλ του Καναδά. Οι διοργανωτές της έκθεσης – το Ελληνικό Υπουργείο Πολιτισμού και το Consortium of North American Museums με επίσημο εκπρόσωπο το Canadian Museum of History στην Οτάβα, επισήμαναν ότι πρόκειται για το πιο αντιπροσωπευτικό «πανόραμα» του ελληνικού πολιτισμού που έχει ταξιδεύσει ποτέ εκτός ελληνικών συνόρων.

Greeks-1
















Η έκθεση περιλαμβάνει 543 εκθέματα, πολλά από τα οποία δεν έχουν εκτεθεί ποτέ εκτός Ελλάδας. Aριστουργήματα της αρχαίας ελληνικής γλυπτικής, ζωγραφικής και κοσμηματοτεχνίας, προερχόμενα από 21 μουσεία και εφορείες αρχαιοτήτων της Ελλάδας συνιστούν την πιο ολοκληρωμένη έκθεση για την αρχαία Ελλάδα στη Βόρεια Αμερική.

Η έκθεση εγκαινιάστηκε στις 12 Δεκεμβρίου 2014 στο Μουσείο Point a Calliere του Montreal Archaeology and History Complex στο Μόντρεαλ του Καναδά, όπου και θα παραμείνει μέχρι τις 26 Απριλίου 2015. Στη συνέχεια θα μεταφερθεί και να παρουσιαστεί στο Μουσείο Ιστορίας του Καναδά στην Οτάβα, από τις 5 Ιουνίου 2015 έως 12 Οκτωβρίου 2015. Θα ακολουθήσουν το Field Museum στο Σικάγο (24 Νοεμβρίου 2015 έως 10 Απριλίου 2016) και το μουσείο National Geographic στην Ουάσιγκτον (26 Μαΐου 2016 έως 9 Οκτωβρίου 2016).

Όπως σημειώνεται στην ιστοσελίδα του καναδικού Μουσείου, η έκθεση αυτή αποτελεί ένα καταπληκτικό ταξίδι μέσα από περισσότερα από 5.000 χρόνια ελληνικού πολιτισμού, από την Νεολιθική εποχή μέχρι τα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Greeks-2







Αυτή η πράγματι θεαματική προβολή του ελληνικού πολιτισμού και η ειδικά η αναφορά στον Αλέξανδρο και την Μακεδονία γενικότερα, ενόχλησε αφάνταστα τους Σκοπιανούς.

Ο προπαγανδιστικός μηχανισμός τους, ειδικά στον Καναδά όπου εμφανίζει έντονη δραστηριότητα, αντέδρασε έντονα. Από την οργάνωση Macedonian Human Rights Movement International (ΜΗΡΜΙ) που εδρεύει στο Τορόντο του Καναδά, σχολιάζεται επικριτικά με κείμενο, με τον τίτλο North American Museums Perpetuate Myth of Greek Ethnic Continuityhttp://www.mhrmi.org/news/2014/december15_e.asp
η ενέργεια του Υπουργείου Πολιτισμού της Ελλάδας και των τεσσάρων Βορειο-Αμερικανικών Μουσείων, και γίνεται λόγος για προπαγάνδα, για διαστρέβλωση της Ιστορίας και για… «υπεξαίρεση του Μακεδόνα βασιλιά Μεγάλου Αλεξάνδρου».
Ιδιαίτερα τους ενόχλησε ο τίτλος της έκθεσης, τον οποίο χαρακτηρίζουν ως ιστορική ανακρίβεια και καλούν τους υπεύθυνους των μουσείων να τον αποσύρουν. Καλούν επίσης τους «Μακεδόνες» να αντιδράσουν και «να εκφράσουν την ανησυχία τους για τις ιστορικά ανακριβείς πληροφορίες που περιέχονται στο βορειοαμερικανικές βιβλιοθήκες και σχολεία, και να απαιτήσουν τη διδασκαλία της αρχαίας μακεδονικής ιστορίας κατά τρόπο ακριβή και αμερόληπτο».
Φυσικά το αποτέλεσμα είναι να γίνονται ακόμη περισσότερο γελοίοι στη διεθνή κοινότητα, ειδικά στους ανθρώπους εκείνους που διαθέτουν μόρφωση και γνώση της Ιστορίας.
Στη συνέχεια το κείμενο των Σκοπιανών:

North American Museums Perpetuate Myth of Greek Ethnic Continuity
Four North American museums, in association with the Hellenic Ministry of Culture and Sports, have embarked on an ambitious quest to spread the myth of a 5,000 year-old «Greek» culture, including the misappropriation of Macedonian king, Alexander the Great. The exhibition is called “The Greeks – Agamemnon to Alexander the Great» and is currently on display at Pointe-a-Calliere, Montreal and will be followed by displays at the Canadian Museum of History in Gatineau, the Field Museum in Chicago and the National Geographic Museum in Washington D.C. Irresponsibly, the project was sponsored, in part, by the Department of Canadian Heritage and promoted by the Embassy of Canada to Greece.
The Western world’s romanticizing of Greece’s history has contributed to the perpetuation of the Greek myth of ethnic purity and self-proclaimed superiority and has resulted in the most openly racist country in the Western world. Yet, Western culture has no problem in celebrating Greece as the “cradle of civilization” and “birthplace of democracy”, even though the idea of “Greece” as a unified entity, territorially or culturally, didn’t exist.
Greece’s intense propaganda campaign, aimed at convincing the world that the Ancient Macedonians were «Greek», has no basis in historical fact, and is part of Greece’s racist policy of denying the existence of Macedonians, present-day, or at any time in history. Greece is the only Western country to deny the existence of any ethnic minorities on its territory, and «proudly» makes claims that its country is «ethnically pure». Racism is so rampant in Greece, that it became the first country since Nazi Germany to elect members of a neo-Nazi party to parliament, 21 members of «Golden Dawn» in fact.
Ironically, until 1988, Greece’s well-documented policy was that Macedonia did not exist, and it violently tried to eradicate its very existence. Then, for fear that it would lose the part of Macedonia that it annexed in 1913, Greece’s propaganda machine changed course to claiming that Macedonia’s land belongs to them, while the people still do not exist.
The fact that Greece was able to convince North American museums to display and promote such historical inaccuracies as seen in «The Greeks – Agamemnon to Alexander the Great» exhibition, and allow themselves to be used as part of Greece’s propaganda campaign is shocking. MHRMI calls for the immediate removal and discontinuation of this display. To make your voices heard, please use the contact information below.
Furthermore, MHRMI calls on Macedonians to voice their concerns about the inclusion of any historically inaccurate information included in North American libraries and schools, and to demand the teaching of Ancient Macedonian history in an accurate and unbiased fashion. In 2009, the Australian Macedonian Human Rights Committee and Macedonian Human Rights Movement International added to this effort by publishing a research paper on Macedonian history (www.mhrmi.org/news/2009/june09_e.pdf) which gained a tremendous amount of support by international scholars.

http://parisis.wordpress.com/

Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2014

Εκδηλώσεις Συλλόγων Ομοσπονδίας


Μια ακόμη ενδιαφέρουσα εκδήλωση από τον Σύλλογο "ΠΑΙΟΝΕΣ" Γουμένισσας, που βρίσκεται πάντα στην πρωτοπορία 

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2014

Ο ευτελισμός της παράδοσης

Ένα κείμενο-καταγγελία για όσα συμβαίνουν σε μια άλλη περιοχή της χώρας σε σχέση με τα πανηγύρια που έχουν μετατραπεί σε εμπορικές επιχειρήσεις. Να το μελετήσουμε προσεκτικά ώστε να αποφύγουμε τα ίδια λάθη.
Της πανηγύρεως ο “βιασμός”
«Η παράδοση δεν είναι μια κούφια λέξη στο στόμα δασκάλου. 
Είναι το καταστάλαγμα σοφίας αιώνων. Για να μη χαθούμε ακουμπάμε στην παράδοση. Είναι δέντρο με βαθιές ρίζες και καθιερωμένες αξίες»
Κώστας Μπαλάφας

Γράφει ο Κίτσος ο Αθαμάνας

Η πιο κακοποιημένη λέξη, χωρίς περιστροφές και υπονοούμενα, -αν εξαιρέσει κάποιος τη λέξη “μεταρρύθμιση”- είναι η λέξη παράδοση.  Και κατά σύμπτωση αυτή η “παράδοση” (αυτό το είδος) ανθεί το καλοκαίρι. Μαζί με την καλοκαιρινή ραστώνη, μακριά από το Αυγουστιάτικο καύμα που ξεροτσιουτσιουρίζεσαι στο Αθηναϊκό καμίνι, στα χωριά, κάτω από τα πλατάνια, τα ελάτια και τα δασόσκιωτα ισκιώματα, -πέρα από τα καθιερωμένα- στήνονται και έκτακτα πανηγύρια, όπου αχολογούν οι ρεματιές από την κλαρινόπληκτη Ιτιά και τον παραπονιάρη Σελήμπεη. 
Κι όλα αυτά  τα ονομάζουμε παράδοση!  Τακτικά και έκτακτα πανηγύρια αποκτούν και τον προσδιορισμό του  “Παραδοσιακού”. Το παραδοσιακό πανηγύρι τ' Άι 'Λιος, της Αγίας Παρασκευής, της Παναγίας και πάει λέγοντας. Τα σουβλάκια των 80 ή 60 γραμμαρίων -ανάλογα με το φιλότιμο των διοργανωτών-, τα νάιλον τραπεζομάντιλα, οι πλαστικές καρέκλες, οι μπίρες Ουαλίας, όλα αυτά συμφυρόμενα με  τους ήχους του “παραδοσιακού άσματος” “πώς χορεύουν τα καγκέλια”, καθαρή συνέχεια του ντιπιντάει,  ντιπιντάει,ντιπιντάει, συνθέτουν το παραδοσιακό τζέρτζελο των πανηγυριών. 

Κι ας μην βιαστεί κάποιος/α να με αποκαλέσει “οπισθοδρομικό”, “αποστεωμένο”, “συντηρητικό”, “ζώντας μακριά από την πραγματικότητα”. Ξέρω πως η παράδοση λειτουργεί ως ζωντανός οργανισμός. Προσλαμβάνει, Αποβάλλει, Μεταπλάθει, νέα παραδοσιακά στοιχεία προκειμένου να ανταποκριθεί στις ...απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας.  Κι αυτή η σύγχρονη πραγματικότητα δεν αφορά  το φαρμάκι που μας πότισε -άδολα πολλές φορές- το μελαχρινάκι ή και οι απειλές του εκασταχού καψούρα: 
Κάτω απ' το σπίτι του θα 'ρθω και θα σε πάρω μακριά του
Δε σ' αγαπάει όπως εγώ τι θέλεις μες στην αγκαλιά του.
Κάτω απ' το σπίτι του θα 'ρθω και δε με νοιάζει τι θα γίνει
Πες του δε σ' αφήνω δε θα φύγω τίποτα όρθιο δε θα μείνει... 
Κι όλα αυτά ενίοτε γίνονται με τη συμμετοχή, τη διοργάνωση ή και την ανοχή διάφορων πολιτιστικών συλλόγων, αρκούντως χρηματοδοτούμενων από τους Δήμους, ανάλογα φυσικά με το «κονέ» κάθε Προέδρου και κάθε παράγοντα. 
“Ήμουνα νιος και γέρασα κι ασπρίσαν τα μαλλιά μου”. Και τα μαλλιά μου άσπρισαν και την παράδοσή μας την μαύρισαν...  Γιατί η παράδοση έχει ασφαλώς σχέση με τον πολιτισμό. Και πολιτισμός είναι η νίκη κατά των αδυναμιών του ανθρώπου. Μια από τις αδυναμίες είναι και η ψυχαγωγία. Τα πανηγύρια, εκτός των άλλων υπηρετούσαν και αυτό το σκοπό. 
Υπηρετούσαν... Δεν υπηρετούν. Εξυπηρετούν. Με μικρές φωτεινές εξαιρέσεις τα πανηγύρια κατάντησαν  “αιτία κονόμας” και μέθοδος απόκτησης κέρδους. 
Κι ας  φωνάζουν, όσοι έζησαν και υπηρέτησαν σ' όλη τη ζωή τους την παράδοση. 
«Παράδοση και τραγούδι τα καλύτερά μας όπλα», «χωρίς όπλα μπορεί να πολεμήσαμε, αλλά χωρίς τραγούδια ποτέ», «να μην αφήσουμε τη γενιά μας, τις επόμενες γενιές να ορφανέψουν από την παράδοση».

Με απόλυτο σεβασμό στην παράδοση διοργανώνει κάθε χρόνο η Πανηπειρωτική Συνομοσπονδία Ελλάδας το πανηγύρι στο Θέατρο της Πέτρας

Ο χορός, ο πανηγυριάτικος είναι η εκδήλωση της ενδιάθετης βούλησης κάθε χορευτή. Το τραγούδι που είναι τέχνη, άρα  και  πνευματική μεταστοιχείωση της πραγματικότητας, -“αποτύπωση” συναισθημάτων σε καλλιτεχνική μορφή-, παίρνει, δυστυχώς,  άλλη, σαθρή και ενίοτε βλακώδη διάσταση. 
Προκειμένου να εξαρθεί «κοσμολογικά» η γυναικεία ομορφιά στο δημοτικό τραγούδι τότε συγκρίνεται με τα δυο άστρα. Ήλιο και Φεγγάρι. 
Εσύ είσαι ένας ήλιος, 
φεγγάρι λαμπερό, 
που θάμπωσες το φως μου
και δεν μπορώ να διω.
Να δούμε και τα εμπορικά κατασκευάσματα:
Λάι, λάι, λάι, λάι, λάι, λάι, λάι, λάι, λάι, 
λάι, λάι, λάι, λάι, λάι, λάι, λάι, λάι, λάι.
Αγαπώ ένα μωρό, 
νταχτιρντί, νταχτιρντί και πω πω πω, 
τ’ αγκαλιάζω, το φιλώ, το φιλώ, το φιλώ.
Παίζονται, ακούγονται και χορεύονται αβέρτα στα πανηγύρια μας... 
Εκεί, κάτω από τους ήχους της ηλεκτρικής κιθάρας, του αρμόνιου, του ντραμς κ.ο.κ.,  σε μια ατμόσφαιρα τσικνισμένη πανταχόθεν, έτσι ώστε να δημιουργηθεί το “πανηγυριάτικο νέφος”, αμπ'δάν  αρκουδοειδώς, αφού κατευθύνονται ρυθμικά και “μελωδικά” από το άσμα:  
“Κούκλα μου μην επιμένεις, σε παρακαλώ, 
άλλα χείλη γυναικεία δεν ξαναφιλώ.
Τα δυο χείλη μου μου τα στέγνωσες, 
τη ζωή μου εσύ μου τη ρήμαξες”.
Ξέχασα να αναφέρω πως τελευταία εν εξάρσει βρίσκεται και η πρακτική της απονομής βραβείων. 
Μοιραστήκανε με το τσουβάλι οι βραβεύσεις στις φετινές καλοκαιριάτικες πολιτιστικές εκδηλώσεις στα χωριά μας. Επαΐοντες και μη, καθώς και διάφοροι επιτήδειοι ...''σωτήρες'', πήραν το βραβείο τους, για την «προσφορά» τους, κύρια της ...επιδοτούμενης “διατήρησης” της παράδοσής μας ...

«Γιατί η παράδοση έχει αξία μονάχα όταν δεν στηρίζεται στην αναπαράσταση, αλλά στην καθημερινή και δίχως επιτήδευση ζωή μας.» Μάνος Χατζηδάκης
[...]

Φούσκωσαν τα Τζουμέρκα από Βραβεία. Εγώ βραβεύω, εσύ βραβεύεις, αυτός βραβεύει… Ποιος, ποιοι, ποιον, ποιους; Μα φυσικά όλους τους (έν) ασχολούμενους με την παράδοση. Το βραβείο μπορεί να είναι και ένας τρόπος αυτοεπιβεβαίωσης, ύπαρξης, με την έννοια της διδασκαλίας του Σαρτ. Σε βραβεύω, με βραβεύεις, άρα συνυπάρχουμε… Κι αφού συνυπάρχουμε, έστω και «παραδοσιακά»- ενίοτε δίνουμε και απάντηση στα υπαρξιακά κενά και αδιέξοδά μας. Τα σφραγίζουμε, βάζουμε βουλοκέρι με άλλο υλικό. Εκ παραδόσεως ορμώμενο. Καλυπτόμαστε, καλυφτήκαμε και του χρόνου να είμαστε καλά. Μακράς διάρκειας ή μακράς απόδοσης κάλυψη παρέχει η παράδοση. 
Υπήρξε «παραδοσιακή βραδιά» που βραβεύτηκαν δεκαοχτώ άτομα από έναν ιδιώτη. Μπουχτίσαμε στα βραβεία...
Και μετά βάρεσαν τα κλαρίνα, αμπ’δήσαμε και λίγο, ήπιαμε και τον άμπακα, που έλεγε και η γιαγιά μου και πήγαμε και ξεραθήκαμε στα κρεβάτια μας. Την άλλη μέρα, να τα ματζούνια (παραδοσιακά, βεβαίως-βεβαίως), να τα τσάγια του βουνού, από υψόμετρο παρακαλώ, να τα έμπλαστρα κατακούτελα, παγοκύστες κλπ… και το χειρότερο, αβέρτα ο εξάψαλμος. «Τα ξέρω εγώ, δεν είσαι για πουθενά… Εμένα μ’ έφαγε το σπίτ’. Εσύ γκιζεράς ..»
Κι αν τολμήσεις να διαφωνήσεις δεν σε ξεπλένει ούτε ο Άραχθος κατεβασμένος.
Για σιγά όμως. Κάπου ακούω τη φωνή του Παλαμά.
«Κάλλιο φυτρώστε, αγκριαγκαθιές, και κάλλιο ουρλιάστε, λύκοι,
κάλλιο φουσκώστε, πόταμοι και κάλλιο ανοίχτε τάφοι,
και, δυναμίτη, βρόντηξε και σιγοστάλαξε αίμα,
παρά σε πύργους άρχοντας και σε ναούς το Ψέμα».
Και είναι φωνή, ατόφια ελληνική, γνήσια και ορθή!
Αν είναι να χτίσουμε πύργους ή να λειτουργήσουμε ναούς, θρονιάζοντας εκεί μια ψεύτικη παράδοση, δεν χρειάζεται! Κακό κάνουμε. Κάτι παραπάνω. Είμαστε ιερόσυλοι!
«…φυτρώστε, ουρλιάστε, φουσκώστε…»
Πληθυντικός αριθμός. Πολύ σωστά, γιατί η λαϊκή παράδοση περιλαμβάνει το σύνολο των έργων ή δραστηριοτήτων που εκφράζουν το λαό της και χαρακτηρίζεται από την ανωνυμία και τη συλλογικότητα.
Με εξαίρεση φωτεινές περιπτώσεις, αν τη βρει κανείς αυτή τη συλλογικότητα, «να μού σφυρίξει κλέφτικα». Η παράδοση «φορτώνεται» από την πρωτεύουσα και μεταφέρεται, όπου δει ή μάλλον όπου «οικονομεί». Και βεβαίως, να τα νταούλια, να οι καραγκούνες, να και τα αμπδήματα που θα έλεγε και η γιαγιά μου. Και έτσι πιστεύουμε ότι υπηρετούμε την παράδοση. Θα έρθουν οι άρχοντες, θα χειροκροτήσουν οι αρχόμενοι, θα εκδοθεί και δελτίο τύπου που θα αναφέρει ότι ο τάδε ή η τάδε πολιτικός παρευρέθη (ειδησάρα!!!). 
«Οι άνθρωποι αυτοί της εξουσίας δεν παίζονται. Είναι βά ρ β α ρ ο ι! μας έχουν σκάσει τη μπάκα!».  Φωνή απόγνωσης ανθρώπου, γνώστη και αληθινού εργάτη της παράδοσης.
Αυτά, και να ‘μαστε καλά να πάμε και σε άλλη παραδοσιακή βραδιά. 
Η συνέχεια; Επιχορήγηση… Αυτό κι αν είναι πονεμένη ιστορία…
Για να σοβαρευτούμε. 
«Ένα μέρος του παρελθόντος πεθαίνει κάθε στιγμή και η θνησιμότητά του μας μολύνει, αν προσκολληθούμε σ' αυτό με υπερβολική αγάπη. Ένα μέρος του παρελθόντος μένει πάντα ζωντανό και κινδυνεύουμε καταφρονώντας τη ζωντάνια του». Rex Warner.
Και συνέχιζε ο Σεφέρης: 
«Σε κάθε ανθρώπινο πρόβλημα δεν είναι εύκολο -και λίγοι το πετυχαίνουν- να ξεχωρίσεις το ζωντανό από το θνησιμαίο. Οι δρόμοι της ζωής και του θανάτου είναι μπερδεμένοι και σκοτεινοί, γι' αυτό χρειαζόμαστε ολόκληρη την προσήλωσή μας. Εδώ κείται όλο το πρόβλημα της παράδοσης».
Τουτέστιν μεθερμηνευόμενα μπορούμε να πούμε πως τα παραδοσιακά στοιχεία διακρίνονται σε θνησιγενή και ζωντανά. Θνησιγενή είναι όσα (έχουν το θάνατο μέσα τους), λειτούργησαν αλλά πλέον δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας. Αυτά αναγκαστικά παίρνουν μουσειακή μορφή, για να συντηρείται η ιστορική μνήμη. (Αυτοί είμαστε, έτσι έζησαν οι πρόγονοί μας κλπ). Υπάρχουν όμως και τα ζωντανά παραδοσιακά στοιχεία, όσα δηλαδή προσαρμόζονται στις σύγχρονες ανάγκες.
Με δυο λόγια το θέμα μας είναι:
«Υπάρχει στον καιρό μας μια υπερβολική και αυθαίρετη χρήση της έννοιας παράδοση. Δημιουργούμε παραστάσεις και αποτυπώνουμε τις έγχρωμες φωτογραφίες στη μνήμη των προγόνων μας. Μπερδεύουμε τους Ήρωες και το περιεχόμενό τους και τους κάνουμε να ζουν δισδιάστατα όπως στον Καραγκιόζη ο Μέγας Αλέξανδρος με τον Βεζύρη. Και οι δυο μεγαλόπρεποι και συμπαθείς. Μας εκστασιάζει ο τσάμικος μέσα σε ντισκοτέκ. Είμαστε σε θέση λοιπόν να βρούμε την αληθινή ροή μας μες στους καιρούς που έρχονται, για να δεχθούμε κάποτε μια οδυνηρή πραγματικότητα σαν την μόνη αλήθεια; Ποιά είναι τα ηθικά στοιχεία μέσα απ’ την παράδοση για να τα συλλέξουμε και πως θα επιτευχθεί η απόρριψη του γραφικού;» Μάνος Χατζιδάκις

Αυτά τα λόγια του Μάνου Χατζηδάκη αν τα ενστερνιστούμε, πιστεύω πως θα δώσουμε τη σωστή απάντηση στα πολιτιστικά δρώμενα στα Τζουμέρκα και θα αποτρέψουμε κάθε οικονομική και πολιτική εκμετάλλευση των πολιτιστικών δραστηριοτήτων μας κατά τους καλοκαιρινούς μήνες...
Γιατί, πώς αλλιώς να το πούμε; Μ' αυτά και μ' άλλα γίνεται κάθε καλοκαίρι “της πανηγύρεως ο βιασμός”.  Αιδώς...  




Αρχαία Μακεδονία

Αρχαία Μακεδονία