Τρίτη, 22 Απριλίου 2014

Βυζαντινή Μακεδονία (324-1025) α΄


Βυζαντινή Μακεδονία (324-1025) α΄
Θεόδωρος Κορρές

Η Μακεδονία από τον Δ΄ έως τον ΣΤ΄ αιώνα 
Παρά το γεγονός ότι η πλειονότητα των νεωτέρων ιστορικών τοποθετεί στο 324, έτος της μονοκρατορίας του Μεγάλου Κωνσταντίνου, την απαρχή της ιστορίας του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους που αργότερα ονομάσθηκε Βυζάντιο, πρέπει να ανατρέξουμε στην περίοδο της Τετραρχίας, γιατί τότε συμβαίνουν σημαντικά γεγονότα που θα είναι καθοριστικά για το μέλλον της Μακεδονίας. 

Κατά την περίοδο αυτή, ο Καίσαρας Γαλέριος μετέφερε την έδρα της διοικήσεώς του από το Σίρμιο της Παννονίας στη Θεσσαλονίκη, οικοδόμησε πολυτελές ανακτορικό συγκρότημα, τη Ροτόντα, την θριαμβευτική αψίδα που φέρει το όνομά του και ουσιαστικά κατέστησε την Θεσσαλονίκη πρωτεύουσα του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους. Η σύντομη αυτή αναδρομή στα χρόνια του Γαλερίου είναι επιβεβλημένη και για έναν ακόμη, σημαντικότερο ίσως λόγο. Γιατί τότε έγιναν οι περίφημοι διωγμοί κατά των Χριστιανών, στους οποίους μαρτύρησε το 305 και ο Ρωμαίος αξιωματικός Δημήτριος. Και είναι γνωστό πόσο στενά συνδεδεμένο είναι το όνομα και η λατρεία του μάρτυρος Δημητρίου, που από τον ΣΤ΄ ήδη αιώνα θεωρείται πολιούχος της Θεσσαλονίκης, με την ιστορία της πόλεως και ιδιαίτερα με τις προσπάθειές της να αμυνθεί κατά των ποικίλων εχθρών που την απειλούσαν. 

Τις διοικητικές μεταρρυθμίσεις του Διοκλητιανού συνέχισε ο Μέγας Κωνσταντίνος και η Διοίκηση της Μοισίας χωρίσθηκε, πιθανώς πριν το 327, στις Διοικήσεις της Δακίας και Μακεδονίας, όπως μαρτυρείται στη Notitia dignitatum, πηγή του Ε΄ αιώνος. Στο νέο διοικητικό σχήμα, η επαρχία της Μακεδονίας χωρίσθηκε σε Macedonia prima και Macedonia secunda. 

Έτσι, τον Δ΄ αιώνα τα όρια της Μακεδονίας έφθαναν μέχρι τον ποταμό Νέστο ανατολικά, προς βορράν μέχρι το σημερινό Βελεσά (Titov-Veles), στα δυτικά μέχρι την Παλαιά Ήπειρο και στα νότια μέχρι τη Θεσσαλία. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα όρια της Μακεδονίας μεταβάλλονται στους αιώνες που ακολουθούν. 

Την σπουδαιότητα της Θεσσαλονίκης ως διοικητικού κέντρου αντιλήφθηκε και ο Μέγας Κωνσταντίνος, ο οποίος την κατέστησε βάση των επιχειρήσεών του, κατά την περίοδο 322-323. Σύμφωνα με τον ιστορικό του Ε΄ αιώνος Ζώσιμο, ο Μέγας Κωνσταντίνος κατασκεύασε στη νοτιοδυτική γωνία της πόλεως ένα τεχνητό τετράγωνο λιμάνι, για να ελλιμενισθούν τα πλοία του στόλου που είχε συγκεντρώσει, προκειμένου να μεταφέρει τον στρατό του στη Μικρά Ασία στην αναμέτρησή του με τον Λικίνιο. Ο «σκαπτός» λιμένας του Μεγάλου Κωνσταντίνου έμελλε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην εμπορική κίνηση και οικονομική ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης στα βυζαντινά χρόνια, όπως αναφέρουν πηγές του Ι΄ και του ΙΒ΄ αιώνος. Ας σημειωθεί ότι στις φυλακές της Θεσσαλονίκης μεταφέρθηκε μετά την ήττα του ο Λικίνιος και εκεί παρέμεινε έως την εκτέλεσή του, το 325. 

Την Θεσσαλονίκη επέλεξε μισόν αιώνα αργότερα, το 379, και ο Μέγας Θεοδόσιος (379-395) ως έδρα των στρατιωτικών του επιχειρήσεων κατά των εχθρών της αυτοκρατορίας, των Γότθων, οι οποίοι μετά τη νίκη τους στην Αδριανούπολη (378), όπου κατεσφάγη το ρωμαϊκό στράτευμα και ο ίδιος ο Αυτοκράτωρ Βάλης, εισέβαλαν στο δυτικό τμήμα της Βαλκανικής και στον ελλαδικό χώρο λεηλατώντας και καταστρέφοντας. Παρά το γεγονός ότι οι μαρτυρίες των πηγών είναι λίγες και ασαφείς, φαίνεται ότι ο Θεοδόσιος διέταξε γενική επιστράτευση στην περιοχή και με τη συνδρομή Γότθων μισθοφόρων κατάφερε να νικήσει, το καλοκαίρι του 379, τους Γότθους και τους συμμάχους τους Αλανούς και Ούννους που λεηλατούσαν τη Θράκη και να τους απωθήσει τελικά πέραν του Αίμου. Ο αυτοκράτορας επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη, όπου παρέμεινε έως το καλοκαίρι του 380 ανασυντάσσοντας τον στρατό του. Την εποχή αυτή ενίσχυσε και την οχύρωση της πόλεως, όπως φανερώνει επιγραφή σε πύργο των ανατολικών τειχών: «τείχεσιν αρρήκτοις Ορμίσδας εξετέλεσε τήνδε πόλιν». 

Κατά το διάστημα της παραμονής του στην πόλη, ο Θεοδόσιος βαπτίσθηκε Χριστιανός από τον μητροπολίτη Θεσσαλονίκης. Με τον ζήλο του νεοφωτίστου ο Θεοδόσιος εξέδωσε από την Θεσσαλονίκη διάταγμα, με το οποίο αναγνώριζε ως μόνο αληθινό το δόγμα της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου της Νικαίας, ενώ έναν χρόνο αργότερα κήρυξε τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία του κράτους και έλαβε αυστηρά μέτρα εναντίον των Ειδωλολατρών αλλά και των μη Ορθοδόξων Χριστιανών. 

Παρά τις στρατιωτικές επιτυχίες του Θεοδοσίου, οι Γότθοι εξακολουθούσαν να παρενοχλούν τις επαρχίες της Βόρειας Βαλκανικής και ο αυτοκράτορας προσπάθησε να επιλύσει το ζήτημα υπογράφοντας συνθήκη ειρήνης το 382, βάσει της οποίας επέτρεπε την εγκατάσταση των Γότθων σε περιοχές της Δακίας και της Θράκης και την ένταξή τους στον ρωμαϊκό (= βυζαντινό) στρατό ως φοιδεράτων, δηλαδή συμμάχων. Η πολιτική αυτή του Θεοδοσίου προκάλεσε αντιδράσεις που κορυφώθηκαν το 390 στη Θεσσαλονίκη, όταν οι κάτοικοι, με αφορμή την σύλληψη δημοφιλούς ηνιόχου την παραμονή των αγώνων από τον Διοικητή της Γοτθικής Φρουράς Βουτέριχο, προκάλεσαν ταραχές και δολοφόνησαν τον Βουτέριχο. Η αντίδραση του αυτοκράτορος υπήρξε άμεση και σκληρή. Ο λαός κλήθηκε και παγιδεύθηκε στον ιππόδρομο, όπου επτά χιλιάδες εσφάγησαν από τους Γότθους μισθοφόρους. Αργότερα, υπό την πίεση του Επισκόπου Μεδιολάνων Αμβροσίου, ο Θεοδόσιος αναγκάσθηκε να ζητήσει δημοσίως συγνώμη για την πράξη του. Ας σημειωθεί ότι ο ιππόδρομος δεν λειτούργησε ποτέ πια και με την πάροδο του χρόνου μετετράπηκε σε ερείπια. 

Μερικά χρόνια αργότερα, το 395, οι Βησιγότθοι, με αρχηγό τους τον Αλάριχο, στράφηκαν προς την Ανατολική Μακεδονία, την οποία λεηλάτησαν. απέτυχαν όμως να εκπορθήσουν τα τείχη της Θεσσαλονίκης. 

Επιθέσεις από τους Οστρογότθους δέχθηκε η Μακεδονία και την περίοδο 473-483. Οι πόλεις των Φιλίππων και της Θεσσαλονίκης κινδύνευσαν και σώθηκαν μετά από επέμβαση του ιδίου του Αυτοκράτορος Ζήνωνος (476-491). Λιγότερο τυχερές στάθηκαν άλλες πόλεις της Μακεδονίας όπως η Πέλλα, η Έδεσσα και η Ηράκλεια Λυγκηστίδος (κοντά στο Μοναστήρι), η οποία καταστράφηκε ολοκληρωτικά. Η Μακεδονία ησύχασε οριστικά από τους Γότθους, όταν ο Ζήνων τους έστρεψε το 488 προς την Ιταλία. Η περίοδος όμως της σχετικής ηρεμίας για την Μακεδονία δεν επρόκειτο να διαρκέσει για πολύ. 

Αβαροσλαβικές επιδρομές του ΣΤ΄ και του Ζ΄ αιώνος 
Όπως είναι γνωστό, ο ΣΤ΄ αιώνας υπήρξε ιδιαίτερα δύσκολος για την Βυζαντινή Αυτοκρατορία και ειδικότερα για τις βαλκανικές επαρχίες της. Και τούτο γιατί, ενώ οι Βυζαντινοί πολεμούσαν με τους Πέρσες στην Ανατολή και προσπαθούσαν να επιτύχουν την reconquista στη Δύση, χρειάσθηκε ταυτόχρονα να ελέγξουν την έντονη επιθετική δραστηριότητα των ουννικών και σλαβικών φύλων, που με τις ληστρικές επιδρομές τους ταλαιπωρούσαν και την Μακεδονία. Η κατάσταση στη Βαλκανική επιδεινώθηκε στα τέλη της βασιλείας του Ιουστινιανού (527-565), με την εμφάνιση των εμπειροπόλεμων Αβάρων. Λαός ασιατικός, κινήθηκε προς τον ευρωπαϊκό χώρο ιδρύοντας ένα ισχυρό κράτος, που εκτείνονταν από τον Δούναβη έως τον Δνείπερο και τη Βαλτική και άρχισε να λεηλατεί τις βόρειες επαρχίες της αυτοκρατορίας, με τη βοήθεια σλαβικών φύλων που είχε υποτάξει. 

Την εποχή αυτή ο Αυτοκράτωρ Μαυρίκιος (582-602), απασχολημένος με τους Πέρσες στο Ανατολικό Μέτωπο, δεν μπορούσε να αποκρούσει τους Αβαροσλάβους με τα όπλα και αναγκάσθηκε να καταβάλλει ετήσιο φόρο, για να εξασφαλίσει την ειρήνη στην περιοχή. Όταν όμως το 591 οι Βυζαντινοί συνήψαν ειρήνη με τους Πέρσες, ο Μαυρίκιος μετέφερε τις δυνάμεις του στη Βαλκανική, οι οποίες, αφού πέρασαν τον Δούναβη, αιφνιδίασαν τους Σλάβους και κέρδισαν «περιφανή των Ρωμαίων νίκην». Δυστυχώς όμως για την αυτοκρατορία και τους κατοίκους της περιοχής, η πτώση του Μαυρικίου και η άνοδος του Φωκά (602-610) ανέτρεψε τις ισορροπίες. Ο Βυζαντινοπερσικός Πόλεμος ξανάρχισε, οι Αβαροσλάβοι εισέβαλαν ανενόχλητοι και αφού κατέλαβαν πόλεις στις περιοχές της σημερινής Βουλγαρίας και Σερβίας, έφθασαν το 597 μπροστά στα τείχη της Θεσσαλονίκης. 

Γύρω από τις προσπάθειες των Θεσσαλονικέων να αμυνθούν την εποχή αυτή κατά των εχθρών τους, έχει δημιουργηθεί μία πλούσια παράδοση με κεντρικό ήρωα τον «μυροβλήτην, καλλίνικον και φιλόπατριν Δημήτριον», που επεμβαίνει και σώζει την πόλη από τους επιδρομείς. Η παράδοση αυτή σώζεται μέχρι σήμερα στο αγιολογικό κείμενο των «Θαυμάτων του Αγίου Δημητρίου», συλλογή πανηγυρικών λόγων που εκφωνήθηκαν από μητροπολίτες στη Θεσσαλονίκη με την ευκαιρία της εορτής του Αγίου Δημητρίου και αποτελούν τη μόνη πηγή που αναφέρεται στις πολιορκίες της Θεσσαλονίκης από τους Αβαροσλάβους. Αξίζει να σημειωθεί ότι σκοπός των αφηγήσεων των «Θαυμάτων του Αγίου Δημητρίου» δεν είναι η καταγραφή των γεγονότων. Στόχευαν μόνον να τονίσουν ότι «εκ θεού καί ουκ άλλοθεν η σωτηρία τότε τη πόλει γεγένητο». Είναι άλλωστε γνωστό πόσο δύσκολη είναι η αναζήτηση της ιστορικής αληθείας σε αγιολογικά κείμενα. Το κείμενο των «Θαυμάτων» παρουσιάζει πρόσθετες δυσκολίες, γιατί περιγράφει γεγονότα του ΣΤ΄ και του Ζ΄ αιώνος, τα οποία δεν αναφέρονται σε καμία από τις ελάχιστες πηγές της εποχής. 

Κατά τον ΣΤ΄ και κυρίως κατά τον Ζ΄ αιώνα, οι Άβαροι και οι Σλάβοι προσπάθησαν πέντε φορές να καταλάβουν την πόλη του Αγίου Δημητρίου. Η πρώτη επίθεση πραγματοποιήθηκε τον Σεπτέμβριο του 597 και κατά την μαρτυρία των «Θαυμάτων», ήταν η πρώτη φορά που οι Θεσσαλονικείς είδαν από κοντά τους Αβαροσλάβους, μαρτυρία που ανατρέπει την υπόθεση ότι οι Σλάβοι είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή πριν από τα τέλη του ΣΤ΄ αιώνος. Παρά τον υπερβολικό αριθμό των 100.000 που αναφέρει η πηγή, η πόλη αμύνεται με επιτυχία και με την θαυματουργική επέμβαση του μυροβλήτη πολιούχου της, ο οποίος εμφανίζεται «εν οπλίτου σχήματι» και γκρεμίζει «τόν πρώτον (βάρβαρον) ανιόντα διά της κλίμακος… λόγχη πλήξας», αναγκάζει τον Χαγάνο των Αβάρων Βαϊανό να λύσει την επταήμερη πολιορκία και να επιστρέψει στη βάση του, πέρα από τον Δούναβη. 

Η δεύτερη απόπειρα έγινε το 604, στα χρόνια του Φωκά (602-610), παραμονή της εορτής του Αγίου Δημητρίου. Οι ολιγάριθμοι την φορά αυτή Αβαροσλάβοι (5.000) έφθασαν απαρατήρητοι και θα επετύγχαναν ίσως να αιφνιδιάσουν τους Θεσσαλονικείς, που γιόρταζαν συγκεντρωμένοι στο ναό του πολιούχου. Όμως, ο «σωσόπολις» Δημήτριος ενέπνευσε έναν βυζαντινό αξιωματούχο να στείλει τους πολίτες ενόπλους στα τείχη και έτσι ο αιφνιδιασμός απέτυχε. Την επόμενη μέρα, μόλις διεπίστωσαν πόσο λίγοι ήταν οι επιδρομείς, οι Θεσσαλονικείς επεχείρησαν έξοδο και κατεδίωξαν τους Αβαροσλάβους. 

Περισσότερο οργανωμένη και επικίνδυνη υπήρξε η τρίτη απόπειρα, το 615 (δηλαδή την εποχή του Ηρακλείου (610-641), σλαβικών ομάδων που είχαν εγκατασταθεί στη Μακεδονία και τη Θεσσαλία και πολιόρκησαν την Θεσσαλονίκη από την θάλασσα με τα αναρίθμητα μονόξυλά τους, ενώ οι οικογένειές τους περίμεναν με όλα τα υπάρχοντά τους στον γειτονικό κάμπο, για να εγκατασταθούν στην πόλη μετά την άλωσή της. Την αυγή της τετάρτης ημέρας μετά την άφιξή τους, οι Σλάβοι επιχείρησαν να καταλάβουν την πόλη με έφοδο. Όμως ενώ οι μάχες μαινόταν στα θαλάσσια τείχη, εμφανίσθηκε ο Άγιος Δημήτριος «χλαμύδα λευκήν φορών» να περπατεί στα τείχη και πάνω στη θάλασσα και να προκαλεί «άνεμον εξωτικόν», ο οποίος έπνευσε στον κόλπο και συνέτριψε τα μονόξυλα των πολιορκητών, βάφοντας «τήν θάλατταν πάσαν τω των βαρβάρων αίματι». Χάρη λοιπόν στον ηρωϊσμό των Θεσσαλονικέων και στον νοτιοδυτικό άνεμο που φύσηξε την κρίσιμη στιγμή, η Θεσσαλονίκη απέφυγε για μία ακόμη φορά την άλωση και την καταστροφή. 

Το καλοκαίρι του 618, οι Αβαροσλάβοι επιχείρησαν εκ νέου να καταλάβουν τη νύμφη του Θερμαϊκού. Εξοπλισμένοι με πολιορκητικές μηχανές, προσπάθησαν επί τριάντα τρεις ημέρες να καταστρέψουν τα τείχη. Την πόλη έσωσε τελικά ο ηρωϊσμός των κατοίκων της και η απειρία των Αβαροσλάβων στη χρήση των πολιορκητικών μηχανών. Το εγχείρημα επανέλαβαν δύο χρόνια αργότερα, όταν η Θεσσαλονίκη υπέστη μεγάλες καταστροφές από ισχυρό σεισμό. Ούτε όμως και τώρα μπόρεσαν να καταλάβουν την πόλη. Αυτή μάλιστα ήταν η τελευταία φορά που οι Άβαροι και οι Σλάβοι πολιόρκησαν από κοινού την Θεσσαλονίκη, γιατί οι Άβαροι, μετά την αποτυχία τους να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη, το 626, παύουν να απειλούν το Βυζάντιο. 

Η τελευταία και ίσως η πιο επικίνδυνη απόπειρα κατά της Θεσσαλονίκης έλαβε χώρα το 676-678, όταν σλαβικές ομάδες που είχαν εγκατασταθεί στην ευρύτερη περιοχή, προσπάθησαν να την καταλάβουν. Οι Θεσσαλονικείς αμύνονται σθεναρά, ενισχυμένοι από την πίστη τους στον μυροβλήτη Δημήτριο που «εν οπλίτου σχήματι» επενέβαινε τις κρίσιμες ώρες για να σώσει την πόλη. Και η πίστη τους αυτή, νομίζω, καθόριζε την διαφορά ανάμεσα στην σθεναρή άμυνα και τον πανικό που θα τους οδηγούσε στην ήττα και την καταστροφή. Ο Αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος ο Δ΄ (668-685) δεν μπορούσε να βοηθήσει τη Συμβασιλεύουσα, γιατί την εποχή εκείνη η ίδια η Κωνσταντινούπολη πολιορκείτο από τους Άραβες. Όμως αμέσως μετά τη συντριβή των αραβικών δυνάμεων λύεται και η πολιορκία της Θεσσαλονίκης, γιατί ο αυτοκράτορας έστρεψε την προσοχή και τις δυνάμεις του και αντιμετώπισε δυναμικά τους «επαναστάτες» Σλάβους. 

Όπως είναι γνωστό, το βυζαντινό κράτος ήταν υπερεθνικό και αντιμετώπιζε με τα όπλα τους ξένους λαούς, μόνον όταν εκείνοι έρχονταν ως επιδρομείς. Αντίθετα, ανεχόταν και πολλές φορές ευνοούσε την εγκατάσταση ξένων λαών στα εδάφη του, όταν ζητούσαν την άδεια του αυτοκράτορος. Από τις ασαφείς πληροφορίες των πηγών της εποχής, φαίνεται ότι έχουμε δύο κατηγορίες σλαβικών εγκαταστάσεων: 

α΄) στα βόρεια σύνορα της αυτοκρατορίας, πέρα από τον Δούναβη, παρατηρείται μία σχετικά συμπαγής εγκατάσταση Σλάβων, της οποίας οι ομάδες ήταν ανεξάρτητες και αυτόνομες και δεν είχαν καμία δέσμευση προς τον αυτοκράτορα. 

β΄) Αντίθετα, άλλες σλαβικές ομάδες εκμεταλλεύθηκαν τη γενική αναταραχή που δημιούργησαν οι επιδρομές τους στη Βαλκανική, κατέβηκαν νοτιότερα και σχημάτισαν νησίδες μονίμων εγκαταστάσεων στο βυζαντινό έδαφος, τις «σκλαβηνίες», πληρώνοντας «πάκτα», δηλαδή φόρο υποτελείας. 

Ας μη θεωρηθεί ότι οι αυτοκράτορες στην Κωνσταντινούπολη έμεναν αδιάφοροι και εγκατέλειπαν την Μακεδονία και την πρωτεύουσά της στην τύχη της. Αντίθετα και βυζαντινές φρουρές υπήρχαν σε όλες τις πόλεις της Μακεδονίας -ιδιαίτερα στη Θεσσαλονίκη- αλλά και εκστρατείες εναντίον των Σλάβων έγιναν. Το 658 ο Κώνστας ο Β΄ «επεστράτευσεν κατά Σκλαβηνίας καί ηχμαλώτευσε πολλούς καί υπέταξεν», ο Ιουστινιανός ο Β΄ το 688, ο οποίος κατενίκησε τους Σλάβους και πολλούς από αυτούς μετοίκησε και εγκατέστησε στο μικρασιατικό Θέμα του Οψικίου και τέλος στην εποχή της Ειρήνης (783), ο «λογοθέτης του δρόμου» Σταυράκιος, αφού νίκησε τους Βουλγάρους και τους Σλάβους στη Θράκη, «κατελθών επί Θεσσαλονίκην καί Ελλάδα υπέταξε πάντας καί υποφόρους εποίησε τη βασιλεία». 

Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, σλαβικές ομάδες είχαν ήδη έλθει από τις αρχές του Ζ΄ αιώνος στη Μακεδονία και τη Θράκη και είχαν δημιουργήσει εγκαταστάσεις σε ελώδεις ή ημιορεινές περιοχές, τις οποίες οι Βυζαντινοί ονομάζουν σκλαβηνίες. Τέτοιες ομάδες ή φύλα ήταν οι Δρουγουβίται και Σαγουδάτοι, που ζούσαν μεταξύ Βεροίας και Μοναστηρίου, οι Βελεγεζίτες στην περιοχή της Δημητριάδος στη Θεσσαλία, οι Στρυμονίτες στις ορεινές περιοχές του Στρυμόνα, οι Ρηγχίνοι κοντά στη Ρεντίνα και οι Σμολεάνοι στα ορεινά της Ροδόπης. Οι ομάδες αυτές ήταν ανεξάρτητες και είχαν δικούς τους άρχοντες (ρήγες). ήταν όμως υποχρεωμένες να πληρώνουν φόρους στο βυζαντινό κράτος, λόγος άλλωστε για τον οποίο και συχνά επαναστατούσαν. Τότε επενέβαινε ο βυζαντινός στρατός και τις επανέφερε στην τάξη. 

Με το πέρασμα του χρόνου, οι σχέσεις των Σλάβων που ήταν εγκατεστημένοι στα εδάφη της αυτοκρατορίας, άρχισαν να γίνονται φιλικές. Οι νεοφερμένοι άρχισαν να αναπτύσσουν εμπορικές σχέσεις και σταδιακά να αποδέχονται και να μιμούνται τον τρόπο ζωής των Βυζαντινών. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του «Ρηγός» των Ρυγχίνων Περβούνδου, ο οποίος ντυνόταν όπως οι Βυζαντινοί, μιλούσε ελληνικά, συναναστρεφόταν πλουσίους Θεσσαλονικείς και -το κυριώτερο- προτιμούσε να ζει στην πόλη του Θερμαϊκού και όχι με τους υπηκόους του. Έτσι, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι με τον καιρό ο υπέρτερος βυζαντινός πολιτισμός ελκύει τους Σλάβους, οι οποίοι τελικά εκχριστιανίζονται «θείω βαπτίσματι δεξάμενοι» και εντάσσονται στην βυζαντινή κοινωνία. 

Οι αβαροσλαβικές επιδρομές και η επιτυχής άμυνα που αντέταξε η μακεδονική πρωτεύουσα αποτελούν βέβαια τα σημαντικότερα γεγονότα του ΣΤ΄ και του Ζ΄ αιώνος στην ιστορία της περιοχής. Υπάρχει όμως και κάτι εξίσου σημαντικό, που πρέπει να τονισθεί ιδιαιτέρως. Το γεγονός ότι με την σωτηρία της Θεσσαλονίκης διασώζεται και διατηρείται μία πολιτιστική παράδοση αιώνων, μία παράδοση που σίγουρα θα είχε διαταραχθεί, εάν οι Σλάβοι κατελάμβαναν την πόλη του Αγίου Δημητρίου. Είναι βέβαια φυσικό ότι οι συνεχείς αγώνες για την επιβίωση της πόλεως την περίοδο αυτή δεν προσέφεραν το ευνοϊκότερο περιβάλλον για πνευματικές και πολιτιστικές δραστηριότητες. Όμως τα αποθέματα γνώσεως και πολιτισμού που αιώνες τώρα είχαν συσσωρευθεί στη Θεσσαλονίκη, ήταν αρκετά για να επιτρέψουν στην πόλη να ακτινοβολήσει το φως της και να διαδραματίσει -τον Θ΄ κυρίως αιώνα- πρωταρχικό ρόλο στον εκπολιτισμό και εκχριστιανισμό των Σλάβων που κατοικούσαν έξω από τα όρια της αυτοκρατορίας. Στο ζήτημα όμως αυτό θα αναφερθούμε στη συνέχεια. 

Θεματική οργάνωση της Βαλκανικής 
Τον Ζ΄ αιώνα φαίνεται πως αλλάζει και πάλι ο διοικητικός χάρτης της περιοχής. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία διαιρείται σε νέες στρατιωτικές-διοικητικές ενότητες, τα «θέματα», όπως αναφέρουν οι πηγές της εποχής. Το νέο αυτό διοικητικό σύστημα ανέθετε στον ίδιο αξιωματούχο, τον στρατηγό, παράλληλα και την πολιτική και την στρατιωτική διοίκηση του «θέματος» και αντικαθιστούσε τα μισθοφορικά στρατεύματα με εντόπιους στρατιώτες, οι οποίοι κάλυπταν τα έξοδα της στρατείας τους από την καλλιέργεια της γης που τους εκχωρήθηκε. Ο κλήρος αυτός ήταν αναπαλλοτρίωτος και μεταβιβάζονταν στα άρρενα τέκνα τους μαζί με την υποχρέωση παροχής στρατιωτικών υπηρεσιών. 

Ο νέος θεσμός των «θεμάτων» εφαρμόζεται και στον βαλκανικό χώρο. Το 680/81 ιδρύεται το Θέμα Θράκης και στα τέλη του Η΄ αιώνος το Θέμα Μακεδονίας, με πρωτεύουσα την Αδριανούπολη, πιθανότατα στα χρόνια της μονοκρατορίας της Ειρήνης της Αθηναίας (797-802). Στις αρχές του Θ΄ αιώνος, ιδρύονται τα Θέματα Στρυμόνος και Θεσσαλονίκης. Η Θεσσαλονίκη, που ήταν παλαιότερα πρωτεύουσα του Ιλλυρικού, αναδεικνύεται πλέον σε «άρχουσα των δυτικών θεμάτων». 

Ίδρυση του βουλγαρικού κράτους. Βυζαντινο-βουλγαρικοί Πόλεμοι (680-820) 
Τις μεταβολές στο υπάρχον διοικητικό σύστημα της βυζαντινής Μακεδονίας φαίνεται ότι υπαγόρευσαν οι συνθήκες που επικράτησαν μετά την άφιξη και εγκατάσταση στην Βορειοανατολική Θράκη ενός νέου λαού, των Βουλγάρων, ο οποίος κατέστη ο σημαντικότερος εχθρός των Βυζαντινών. Περί τα μέσα του Ζ΄ αιώνος, βουλγαρικά φύλα με αρχηγό τον Ασπαρούχ εγκαταστάθηκαν στο βόρειο τμήμα του δέλτα του Δούναβη και άρχισαν να ενοχλούν με ληστρικές επιδρομές τις όμορες βυζαντινές επαρχίες. Ο Κωνσταντίνος ο Δ΄ (668-685) πέρασε με ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις, το 680, τον Δούναβη και προσπάθησε να συγκρουσθεί με τους Βουλγάρους. Όμως, η ελώδης περιοχή δεν επέτρεψε στους Βυζαντινούς να αναπτύξουν τις δυνάμεις τους και να επιτύχουν μία γρήγορη νίκη. Ο αυτοκράτορας αρρώστησε και η αποχώρησή του προκάλεσε την άτακτη υποχώρηση του συνόλου του στρατού του. Οι Βούλγαροι τους κατεδίωξαν, πέρασαν τον Δούναβη και ενώ οι Βυζαντινοί έφευγαν πανικόβλητοι «μηδενός διώκοντος», όπως αναφέρουν οι πηγές, εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Βάρνας, αφού υπέταξαν τα σλαβικά φύλα που ζούσαν στην περιοχή. Από τη νέα τους βάση, οι Βούλγαροι άρχισαν να ενοχλούν με επιδρομές τις πόλεις και τα φρούρια της περιοχής. Μάταια ο αυτοκράτορας προσπάθησε να αποκρούσει τους νέους εχθρούς. τελικά αναγκάσθηκε να εξαγοράσει την ειρήνη που δεν μπορούσε να επιβάλλει με τα όπλα. 

Το 685 ανεβαίνει στον βυζαντινό θρόνο, μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου του Δ΄, ο γιος του Ιουστινιανός ο Β΄ (685-695), ο οποίος νέος, άπειρος και φιλόδοξος καθώς ήταν, δεν μπορούσε να ανεχθεί την πληρωμή ετησίου φόρου προς τους Βουλγάρους. Έτσι, το 688 προήλασε κατά των Βουλγάρων και των Σλάβων στη Θράκη νοτίως του Αίμου, τους νίκησε και μετά στράφηκε νοτιοδυτικά προς την Θεσσαλονίκη, νικώντας και υποτάσσοντας όσους Σλάβους είχαν επαναστατήσει. Όταν όμως πήρε τον δρόμο της επιστροφής προς την Βασιλεύουσα, πιθανώς στα στενά της Φιλιππουπόλεως ή του Ρούπελ έπεσε σε ενέδρα των Βουλγάρων και «εν τω στενώ της κλεισούρας μετά σφαγής του οικείου λαού καί τραυματίας πολλής μόλις αντιπαρελθείν ηδυνήθη». Εξίσου άτυχη για τους Βυζαντινούς στάθηκε και η επόμενη εκστρατεία του Ιουστινιανού του Β΄ κατά των Βουλγάρων κοντά στην Αγχίαλο, το 708, στη διάρκεια της δεύτερης βασιλείας του (705-711). 

Άσπονδοι εχθροί των Βυζαντινών, οι Βούλγαροι προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να βλάψουν την αυτοκρατορία. Έτσι, όταν το 719 εκδηλώθηκε κίνημα του εξορίστου στη Θεσσαλονίκη τέως Αυτοκράτορος Αρτέμιου-Αναστασίου κατά του Λέοντος του Γ΄ (717-741), οι Βούλγαροι συνέπραξαν με τον κινηματία. Βέβαια, οι προσδοκίες τους για την πρόκληση εμφυλίου πολέμου μεταξύ των Βυζαντινών δεν ευοδώθηκαν, γιατί ο Λέων ο Γ΄ κατέπνιξε το κίνημα στα πρώτα του στάδια. 

Η βυζαντινοβουλγαρική αντιπαράθεση συνεχίζεται και στα χρόνια του διαδόχου του Λέοντος του Γ΄, του Κωνσταντίνου Ε΄ (741-775). Το 746 ξέσπασε φοβερός λοιμός, ο οποίος, προερχόμενος από την Σικελία, εξαπλώθηκε γρήγορα στην Κυρίως Ελλάδα, στα νησιά και τέλος έφθασε το 747 στην Κωνσταντινούπολη. Οι περιοχές της Θράκης και της Βασιλευούσης χτυπήθηκαν άσχημα από τον λοιμό και ερημώθηκαν από κατοίκους. Γι' αυτό λίγο αργότερα ο αυτοκράτορας αναγκάσθηκε να εποικήσει τις περιοχές μεταφέροντας κατοίκους από τη Συρία, την Αρμενία αλλά και «εκ των νήσων καί Ελλάδος», για να προλάβει τις επεκτατικές διαθέσεις των Βουλγάρων. Οι Βούλγαροι όμως αντέδρασαν, εισέβαλαν στη Θράκη και έφθασαν μάλιστα έως τα προάστεια της Κωνσταντινουπόλεως. Πριν στραφεί κατά των Βουλγάρων, ο αυτοκράτορας εξεστράτευσε το 758 στο Θέμα Μακεδονίας και υπέταξε όλες τις επαναστατημένες σκλαβηνίες της περιοχής. Το 759, μετά από αμφίρροπες επιχειρήσεις, ο Κωνσταντίνος ο Ε΄ κατάφερε να συντρίψει τους Βουλγάρους σε μάχη κοντά στο Φρούριο των Μαρκελλών και να τους εξαναγκάσει να ζητήσουν ειρήνη, η οποία όμως δεν διήρκεσε για πολύ. 

Τρία χρόνια αργότερα, το 762, ο νέος αρχηγός των Βουλγάρων Τελέτζης επανέλαβε τις επιδρομές κατά της αυτοκρατορίας και ο Κωνσταντίνος ο Ε΄ εξεστράτευσε εναντίον του. Οι δύο στρατοί συναντήθηκαν κοντά στην Αγχίαλο, το καλοκαίρι του 763 και οι Βούλγαροι υπέστησαν συντριπτική ήττα, γεγονός που ο Κωνσταντίνος ο Ε΄ το εόρτασε με λαμπρό θρίαμβο στον ιππόδρομο της Κωνσταντινουπόλεως. Παρά τις ήττες που είχαν υποστεί όμως, οι Βούλγαροι εξακολουθούσαν να αποτελούν τον σημαντικότερο εχθρό της αυτοκρατορίας στη Βαλκανική και στη Μακεδονία ειδικότερα και όπως θα δούμε στη συνέχεια, θα εξακολουθήσουν μέχρι τον ΙΑ΄ αιώνα να απειλούν τις πολύπαθες βόρειες βυζαντινές επαρχίες. 

Ο επόμενος κύκλος Βυζαντινοβουλγαρικού Πολέμου αρχίζει στην βόρεια περιοχή του Στρυμόνα, το 809, όταν οι Βούλγαροι επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά στα βυζαντινά στρατεύματα την ώρα της πληρωμής τους και αφού κατέσφαξαν αξιωματικούς και στρατιώτες, έφυγαν συναποκομίζοντας και το ταμείο που περιείχε 1.100 λίτρες χρυσού. Τον ίδιο χρόνο οι Βούλγαροι, με αρχηγό τον Κρούμο, κατέλαβαν με προδοσία την Σαρδική (Σόφια), αναγκάζοντας τον Αυτοκράτορα Νικηφόρο τον Α΄ (802-811) να στραφεί εναντίον τους μόλις οι περιστάσεις το επέτρεψαν. Πράγματι, το καλοκαίρι του 811, επικεφαλής των θεματικών στρατευμάτων ο αυτοκράτορας πέρασε τον Αίμο και εισέβαλε στη Βουλγαρία. Παρά τις αρχικές επιτυχίες τους, οι Βυζαντινοί παγιδεύθηκαν τελικά από τον Κρούμο και υπέστησαν συντριπτική ήττα με μεγάλες απώλειες. Μεταξύ των νεκρών ήταν και ο ίδιος ο Αυτοκράτωρ Νικηφόρος ο Α΄. Ο πόλεμος συνεχίζεται και επί των διαδόχων του Νικηφόρου στις πεδιάδες της Ανατολικής Θράκης αλλά και με επιδρομές και λεηλασίες πόλεων του Θέματος Μακεδονίας μέχρι το φθινόπωρο του 813, που ο Λέων ο Ε΄ (813-820) καταφέρνει να αιφνιδιάσει και να καταστρέψει τον βουλγαρικό στρατό κοντά στη Μεσημβρία. Λίγους μήνες αργότερα, πεθαίνει ο ικανός Ηγεμόνας των Βουλγάρων Κρούμος και το Βυζάντιο ησυχάζει για λίγο από τους επικίνδυνους βόρειους γείτονές του.
(Συνεχίζεται)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δεν επιτρέπονται σχόλια σε γκρήκλις. Καλύτερα να έχουμε ορθογραφικά λάθη παρά να καταστρέφουμε την γλώσσα μας.

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Αρχαία Μακεδονία

Αρχαία Μακεδονία