Τετάρτη, 5 Μαρτίου 2014

Οι θυσίες αίματος των ντόπιων Μακεδόνων Ελλήνων (2)

Καπετάν-Δούκας, Σέρρες


Οι θυσίες αίματος των ντόπιων 
Μακεδόνων Ελλήνων (2)

(Από το βιβλίο του Ιωάννη Χολέβα: Οι Έλληνες σλαβόφωνοι 
της Μακεδονίας, εκδ. Πελασγός, 1999)



ΘΥΣΙΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΩΝ ΣΛΑΒΟΦΩΝΩΝ 
ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ 
ΣΤΟΥΣ ΕΘΝΙΚΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ

δ. Συμμετοχή στην Επανάσταση του 1878
 Η συμμετοχή των Ελλήνων σλαβόφωνων τής Μακεδονίας στην Επανάσταση τού 1878 (πού ήταν ή ελληνική απάντηση στο δημιούργημα της Συνθήκης του Αγ. Στεφάνου, την “μεγάλη Βουλγαρία”) ήταν μαζική, έντονη και αποτελεσματική.
Προηγήθηκαν οι διαμαρτυρίες προς τις Μεγάλες Δυνάμεις τής εποχής, πού έστειλαν όλες οι ελληνικές (ελληνόφωνες, σλαβόφωνες, βλαχόφωνες, αλβανόφωνες) Κοινότητες τής Μακεδονίας.
Η επανάσταση εκδηλώθηκε στον Όλυμπο και ξεκίνησε με την κατάληψη του Λιτοχώρου (19-2-1878) από δύναμη πού είχε συγκροτηθεί στην Αθήνα με αρχηγό τόν Κ. Δουμπιώτη. Ακολούθησε ή απελευθέρωση τού Πλαταμώνα (20-2-1878) καί τού Κολινδρού (26-2-1878), πού όμως δεν κράτησε πολύ. Οι Τούρκοι κινητοποιήθηκαν καί ξαναπήραν τό Λιτόχωρο στις 4-3-1878 πού το έκαψαν. Η κατάληξη ήταν να υπογραφεί στις 16-4-1878, με την μεσολάβηση των ξένων, ανακωχή. Αλλά ο επαναστατικός σπόρος είχε πέσει σε πολύ εύφορο έδαφος καί βλάστησε αμέσως. Οι Έλληνες σλαβόφωνοι βλαχόφωνοι καί αλβανόφωνοι κράτησαν ψηλά την επαναστατική δάδα. Τό Μοναστήρι, τό Μεγάροβο, τό Τίρνοβο, η Νιζόπολη, τό Κρούσοβο, το Μπούκοβο, τό Μπούσι, τό Γκόπσι, η Μηλόβυστα, η Κορυτσά, η Ρέσνα, η Αχρίδα, τό Γιαγκοβέτσι, η Άνω καί Κάτω Μπεάλα, η Φλώρινα, η Καστοριά, η Βλάστη, η Κλεισούρα έσφυζαν από επαναστατικό παλμό.
Οι τρεις πιο σημαντικοί ηγέτες τής Επανάστασης ήταν σλαβόφωνοι: Βασίλης Ζούρκας, Νικόλαος Νταλίπης καί Νικόλαος Κορδίστας καί είχαν ορμητήριο τά Κορέστια. Τον Ιούνιο 1878 κατάφεραν βαριά πλήγματα κατά των Τούρκων στο Μπούφι καί στο Πισοδέρι, που τα επανέλαβαν και τόν Ιούλιο στο Πισοδέρι, στα Άλωνα (Αρμένσκι) καί Τύρσια (Τύρνοβο). Ό Ζούρκας κυνήγησε τόν Ισμαήλ Αγά πού αποτελούσε μάστιγα για την Περιφέρεια Καστοριάς.
Ο Έλληνας Πρόξενος στο Μοναστήρι Π. Λογοθέτης σημείωνε στις 19-7-1878: Οι μαχόμενοι άνδρες είναι γηγενείς, ως και οι οπλαρχηγοί, τυγχάνουσι μεστοί αδαμάστου τόλμης καί ρίπτονται μετ’ ακαθέκτου ορμής εις τας συμπλοκάς, καθ’ ως πάντοτε σχεδόν μέχρι τούδε την δοκίμησαν... η τόλμη των εκτρέπεται μέχρι παραφροσύνης”.
Οι Ζούρκας, Κορδίστας μαζί με τούς Μανθόπουλο καί Καραγεώργη έφτασαν μέχρι τη Νιζόπολη κι ο Ζούρκας αιχμαλώτισε τον Αλβανό Αλώμπεη, που όμως τόν ελευθέρωσε με τον όρο να μη ξαναχτυπήσει Έλληνες.
Οι συγκρούσεις συνεχίσθηκαν και το Φθινόπωρο, με εκδηλώσεις φοβερών ωμοτήτων από τουρκικής πλευράς. Στο Μορίχοβο, στα μέσα Νοεμβρίου 1878, συνελήφθησαν 100 Έλληνες σλαβόφωνοι με την κατηγορία της ενίσχυσης των επαναστατών.
Επαναστατική δραστηριότητα παρατηρήθηκε και στις περιοχές Γευγελής, Στρώμνιτσας, Δοϊράνης, Μελενίκου, Σηράς (Λούμνιστα), Κάρπης (Τσέρνα Ράκα), Καστανερής (Μπαράβιστα) κ.α. Παντού οι Έλληνες σλαβόφωνοι (όπως καί οι βλαχόφωνοι) πρωτοστατούσαν.
Γράφει ο Ν. Μέρτζος για τούς αγωνιστές του 1878:
Όλοι αυτοί οι αρματωμένοι ξεπερνούν τις 2500 κατά τούς μετριότερους υπολογισμούς και είναι όλοι Μακεδόνες. Δεν έχουν έλθει από την ελεύθερη Ελλάδα, αλλά ξεπήδησαν μέσα από τα χωριά τους, υπερασπίζονται τη ζωή, την μικρή περιουσία και την μεγάλη τιμή των οικογενειών τους και είναι αδύνατο να φύγουν στο “Ελληνικό”. Δεν έχουν άλλωστε που να πάνε. Μπορεί 2-3 καπεταναίοι με δεσμούς στην Αθήνα να έφυγαν ακολουθώντας τα παράδειγμα του λοχαγού Κ. Δουμπιώτη πού βρέθηκε στη Θεσσαλία από τον Μάρτιο κιόλας του 1878. Αλλά, οι δεκάδες άλλοι ντόπιοι οπλαρχηγοί θα άφηναν τον τόπο τους στο έλεος των μπασιμπουζούκων; Εξάλλου, από το Φθινόπωρο κιόλας της ίδιας χρονιάς, μόλις το Συνέδριο του Βερολίνου κατάργησε την “μεγάλη Βουλγαρία’’ οι ένοπλοι Βούλγαροι άρχισαν επιδρομές στην Άνω Μακεδονία για να διαμαρτυρηθούν... Οι Τούρκοι έκαιγαν αδιάκριτα όλα τα χριστιανικά χωριά, πού στη συντριπτική τους πλειοψηφία ήταν ελληνικά, έστω καί σλαβόφωνα καί στο βορρά μεικτά. Έτσι ή παρουσία των ενόπλων Μακεδόνων για την αυτοάμυνα τους ήταν ζήτημα ζωής ή θανάτου...”.

ε: Δράση μετά τό 1878 και ώς την έναρξη του κυρίως Μακεδονικού Αγώνα
 Μετά τό 1878 στη Βόρεια καί τή Δυτική Μακεδονία δρούσαν επαναστατικά σώματα με ηγέτες τούς δίγλωσσους:
- Βασίλη Ζούρκα και Νικόλαο Γκίζα ή Κορδίστα στις Πρέσπες και στο Βίτσι.
- Θανάση Μπρούφα και Τάκη Περήφανο στο Μορίχοβο και στα κεφαλοχώρια γύρω από το Μοναστήρι,
- Καραναούμ ή Ναούμη στην περιοχή τής Φλώρινας, Κορεστίων, Καστοριάς, Κορυτσάς,
- Ναούμ Σπανό από τη Χρούπιστα, στην Καστοριά, Ανασελίτσα και Γράμμο και
- Καταραχιά στο Βίτσι, στο Μουρίκι και στο Βέρμιο.
Στο μεταξύ οι Βούλγαροι, θέλοντας νά επιτύχουν εφαρμογή του άρ. 10 του σουλτανικού φιρμανιού για την ίδρυση τής Εξαρχίας (σύμφωνα με τό οποίο θα θεωρούνταν βουλγαρικές όσες κοινότητες με πλειοψηφία των 2/3 των κατοίκων τους θα δήλωναν σχετικά) έκαμαν συστηματικό αγώνα εκβουλγαρισμού των Ελλήνων και στράφηκαν σε πρώτη φάση προς τούς σλαβοφώνους, οι οποίοι όμως δεν έδειξαν αυτή τή διάθεση.
Η αντίδραση αυτή των σλαβοφώνων της Μακεδονίας οδήγησε τους Βουλγάρους στην ίδρυση της Ε.Μ.Ε.Ο. το 1893 και στην αποστολή ενόπλων συμμοριών στη Μακεδονία για να επιτύχουν με το όπλο ό,τι δεν μπόρεσαν με την πειθώ και την προπαγάνδα.
Η δράση των κομιτατζήδων άρχισε το 1895 από τις περιοχές Νευροκοπίου, Πετριτσίου, Μελενίκου καί Στρώμνιτσας, όπου υπήρχε σλαβόφωνο ελληνικό στοιχείο.
Η ελληνική απάντηση δόθηκε το καλοκαίρι τού 1896 με σώματα πού μπήκαν από την Θεσσαλία. Αλλά “τό αντάρτικο κίνημα του 1896 βασίσθηκε κυρίως στους ενόπλους ελληνομακεδονικούς πυρήνες, οι οποίοι διεδραμάτισαν σημαντικό ρόλο κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα στην εθνική κινητοποίηση του Ελληνισμού της Μακεδονίας” καί “Η ταχύτατη ελληνική διείσδυση στο γεωγραφικό αυτό χώρο του 1896 οφείλεται κυρίως στην παρουσία των έμπειρων δυτικομακεδόνων οπλαρχηγών, πολλοί από τους οποίους είχαν πάρει μέρος στην επανάσταση του 1878 και γνώριζαν άριστα τούς τόπους εκείνους, αλλά και στη φιλική μεταχείριση των ελληνικών πληθυσμών, όπου έδρασαν τα ελληνικά σώματα”.
Επικεφαλής τής κίνησης τού 1896 τέθηκε ο παλαίμαχος Μακεδόνας (Γρεβενά) αγωνιστής Θανάσης Μπρούφας (1892-1897), πού είχε υπαρχηγούς τούς Μακεδόνες Τάκη Νάτσιο (Περήφανο), Δημ. Καναβό, Ιωάν. Γεωργαντά, Ιωάν. Τσάμη, Βασ. Οικονόμου καί Λάζο Βαρδή. Ο Μπρούφας σκοτώθηκε τό 1897 στο Μπέλες και η πρωτοβουλία του κινήματος ανελήφθη από άλλους ντόπιους οπλαρχηγούς, πού οι περισσότεροι ήταν σλαβόφωνοι.
Σ’ αυτή την φάση διακρίθηκαν ιδιαίτερα οι εξής Έλληνες σλαβόφωνοι ηγέτες:
- Τάκης Νάτσιος ή Περήφανος. Όπως αναφέραμε ήταν υπαρχηγός τού Μπρούφα. Στις 15-8-1896, ο Τάκης, ο επίσης σλαβόφωνος υπαρχηγός από τό Μεγάροβο Κωνσταντίνος Γκούντας κ.α. μαζεύθηκαν στο Μοναστήρι τής Παναγιάς τής Στρώμνιτσας κοντά στο χωριό Λουμπόϊνο (πού σήμερα βρίσκεται στη νότια Γιουγκοσλαβία) κι από εκεί έστειλαν προκήρυξη προς τούς κατοίκους τής Μακεδονίας και τούς ξένους προξένους εξηγώντας τούς λόγους τής ανάληψης δραστηριότητας. Το ελληνικό στοιχείο είδε με ανακούφιση τις επιτυχίες τού Τάκη στα Κορέστια, αλλά τό σώμα του διαλύθηκε σε μάχη με τούς Τούρκους στο Μπούκοβο τό Σεπτέμβριο τού 1896.
- Γούλας Γκρούτας. Ηγήθηκε αντάρτικου σώματος τό 1896, στο οποίο εντάχθηκε καί τό σώμα τού Καρβελά, πού συνεργαζόταν με τόν Π. Βερβέρα (αδερφό τού Χρίστου Βερβέρα πού ήταν υπαρχηγός ενός σώματος με αρχηγό τόν Μακεδόνα Πλατή, τό οποίο έδρασε στα μέσα Ιουλίου 1896). Ο Γκρούτας έμεινε στην ιστορία σαν τιμωρός τού Αλβανού μπέη τού χωριού Πλέσια (Μελίσσι) Γρεβενών, πού έδειχνε υπέρμετρη σκληρότητα προς τούς Έλληνες. Τό σώμα του συγκρούσθηκε με τούς Τούρκους κοντά στα Ανάβρυτα (Βρέσθενα).
- Ναούμ (ης) Κύρου. Αρνήθηκε νά προσκυνήσει τόν μπέη τού Ζέλοβου (Ανταρτικού) καί με συντρόφους τον επίσης σλαβόφωνο Ζούρκα, τον Τσολάκη κ.ά. εκτέλεσε τον μπέη μαζί με τούς πέντε τουρκαλβανούς σωματοφύλακές του. Την εποχή εκείνη έρχονταν οπλοφόροι κι από την παλιά Ελλάδα, άλλοτε “κλέφτες”, άλλοτε ληστές ή και τα δύο. Ο Ναούμης διατηρούσε στενές σχέσεις μαζί τους. Ορισμένες φορές δρούσε μαζί τους κι άλλες χωριστά. Αυτοί, τον χειμώνα έφευγαν, όπως τά χελιδόνια. Ο Ναούμης ήταν ριζωμένος στον τόπο του. Επί χρόνια γύριζε στα βουνά πολεμώντας τούς Τούρκους. Ο Αμπεντίν μπέης για νά τόν εκδικηθεί έπιασε δύο συγγενείς του, τον Μαύρο καί τόν Βέϊνο καί τούς κάρφωσε σ’ ένα δένδρο στις Καρυές τής Πρέσπας. Σε μία συμπλοκή κοντά στο  Ανταρτικό σκοτώθηκε ό σύντροφός του Τσολάκης καί σ’ ένα μοναστήρι κοντά στην Καστοριά ό Ζούρκας. Δεν άργησε νά έρθει καί ή σειρά του. Προδόθηκε καί οι αγάδες τής Λευκώνας του έκοψαν τό κεφάλι καί τό γύριζαν καρφωμένο σ’ ένα ξύλο θριαμβευτικά στην Καστοριά καί στα γύρω χωριά.
- Ναούμης Κωνσταντινίδης. Καταγόταν από την Ιεροπηγή (Κωστενέτσι). Γενναίος οπλαρχηγός έγινε ο φόβος και ο τρόμος των Τούρκων στην περιοχή των Κορεστίων. Μία πράξη του δημιούργησε θρύλο γύρω από το όνομά του. Μία βραδιά ραμαζανιού του 1880 μπήκε μέσα στη Φλώρινα καί απήγαγε τόν Τούρκο καϊμακάμη (έπαρχο). Το δημοτικό τραγούδι πού εξυμνεί την πράξη του αυτή καί τραγουδιέται και χορεύεται μέχρι σήμερα σ’ όλη την Δυτική Μακεδονία είναι το παρακάτω:

Ναούμης πάει στη Φλώρινα
-μωρέ Φλώρινα-
-άιντε- μ’ εξήντα παλληκάρια.
- Γεια σου, Ναούμη, καπετάνε
Ναούμης πάει στη Φλώρινα
-μωρέ Φλώρινα-
-άιντε- πιάνει τόν καϊμακάμη.
- Γεια σου, Ναούμη, καπετάνε.
Ήταν ημέρα Κυριακή
-μωρέ Κυριακή
-άιντε- ημέρα ραμαζάνι
- Γεια σου, Ναούμη, καπετάνε.
“Παιδιά γιατ’ είστε λέροβα,
-μωρέ λέροβα-
-άιντε- γιατ’ είστε λερωμένα;
-μέσ’ στ’ ασήμι φορτωμένα;
Είμαστ’ άπ’ την κλεφτουριά
-μωρέ κλεφτουριά-
-άιντε- κ’ είμαστε λερωμένα
-μέσ’ στο αίμα βουτηγμένα”.

- Ναούμ Σπανός - Απίκραντος. Όπως αναφέραμε και παραπάνω ήταν τρίγλωσσος (ελληνόφωνος, σλαβόφωνος, βλαχόφωνος) και έδρασε και στις παραμονές τού πολέμου τού 1897 (μετέχοντας στο σώμα των Γ. Καψαλόπουλου και Αλ. Μυλωνά μαζί με άλλους Μακεδόνες οπλαρχηγούς όπως Νταβέλης, Αλαμάνας, Βαρζής, Ι. Τσάμης κ.α.) όσο και στον (κυρίως) Μακεδονικό Αγώνα.
Ο ίδιος αφηγήθηκε τή ζωή του στον Χαρ. Γ. Σακελλαριάδη καί η Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών εξέδωσε την αφήγησή του αυτή ώς Απομνημονεύματα, τό 1957. Περίληψη των Αναμνήσεων του δίνει ό Χαρ. Σακελλαριάδης με τά εξής:
“Γεννήθηκε, όπως τό λέει καί στις αναμνήσεις του, στη Χρούπιστα (τώρα Άργος Ορεστικό), την γνωστή κωμόπολη της Μακεδονίας, πού οι κάτοικοί της καί πριν από πολλά χρόνια ήσαν βλαχόφωνοι, αλλά πάντοτε με συνείδηση ελληνική. Στην επανάσταση του 1821 τό χωριό του ξεσηκώθηκε κι αυτό με αρχηγό τόν καπετάν Βαγγέλη Σπανό, αδερφό του παππού του, πού σκοτώθηκε τότε από τούς Τούρκους. Έγινε κατόπιν καπετάνιος ο δεύτερος αδερφός του, ο Σέργιος, καί μετά τό θανάτωμα κι αυτού πήρε την αρχηγία η αδερφή τους Μαρία, ή Σπανομαρία, καθώς την λέγανε και τότε. Κατόπιν μάλιστα όλη ή οικογένεια ονομάστηκε από τούτη Σπανομαρία, από το παρανόμι πού της βγάλαν. Πολύ κατόπιν ο καπετάν Ναούμ ξαναπήρε το πρώτο οικογενειακό του όνομα, Σπανός. Τόν παππού του, οχτάχρονο παιδάκι ακόμη, στην επανάσταση του 1821 τόν πήγαν από τή Χρούπιστα σε κάτι συγγενείς τους στη Νιγρίτα, για νά τόν προφυλάξουν. Ξαναγύρισε στο χωριό με τό τέλος της επανάστασης, κι όταν μεγάλωσε, έγινε ράφτης καί τούτος, γιατί όλη τους ή οικογένεια για επάγγελμα είχε τή ραφτική. Ράφτης ήταν καί ο ίδιος ο καπετάν Ναούμ, καί πρώτος μάλιστα στο χωριό του άρχισε αυτός νά ράβη παντελόνια, γιατί ώς τότε φορούσαν εκεί αντεριά. Νέος πολύ ακόμα, επειδή σκότωσε κάποιο Τούρκο, επήρε τότε τά βουνά κι έκανε δικό του σώμα αντάρτικο. Μπορούμε νά τόν λογαριάσουμε λοιπόν από τούς πρώτους μακεδονομάχους. Ο περίφημος καπετάν Κώττας, πού τά παιδιά του ο Σπανός ύστερ’ από τόσες περιπέτειες -μας τις περιγράφει στις αναμνήσεις του- κατάφερε νά τα φέρη στην Αθήνα άρχισε νά χτυπιέται με τούς Τούρκους μετά τό 1897. Ήταν άλλωστε οικογενειακή παράδοση ο ολόθερμος πόθος για τό ξελευθέρωμα της πατρίδας του. Κι ο μεγαλύτερος αδερφός του, ο αρχιμανδρίτης στη Χρούπιστα παπα-Γιαννάκης, κρατούσε μυστική αλληλογραφία με τ’ ανταρτικά σώματα καί τούς έστελνε κάπες καί κόλτσες, πού τις πλέκανε οι γυναίκες. Γι’ αυτό τό λόγο φυλακίστηκε από τούς Τούρκους στα Βιτώλια.
Οι αναμνήσεις του καπετάν Ναούμ είναι, νομίζω, ενδιαφέρουσες πολύ, γιατί τώρα μ’ αυτές έρχονται στο φως τόσες άγνωστες λεπτομέρειες από πλήθος γεγονότα του Μακεδονικού αγώνα, καί πριν αρχίσει ακόμα συστηματικά ή ένοπλη αντίσταση εναντίον των Βουλγάρων, πράμα πού έγινε μόλις τό 1902. Υστερ’ από κάθε αξιοπρόσεχτο περιστατικό, κίνδυνο, περιπέτεια ή μάχη, όπου ποτέ δεν έχανε την ψυχραιμία -για τούτο ακριβώς τόν ονομάσαν καπετάν Απίκραντο- κρατούσε σημειώσεις καί τις φύλαγε στης κάπας του τό μανίκι. Αυτές χρησιμοποίησε κατόπι για νά υπαγορεύση τ’ απομνημονεύματά του στον λόγιο φίλο του Νικόλαο Σαχίνη κι αυτός τάγραψε σε καθαρεύουσα. Έτυχε νά χάση μερικές, μα τά κενά τά συμπλήρωσε άπ’ όσα θυμόταν. Έχει όμως παραλείψει πολλά, καθώς μούχε πει, άπ’ όσα είχε καταφέρει τότε, όπως λ.χ. πώς θανάτωσε μέσα στα Βιτώλια τόν πρόεδρο του βουλγαρικού κομιτάτου Χρηστώφ, πώς πέτυχε κατόπι νά κρυφτή σ’ ένα βλαχόφωνο εκεί κοντά χωριό και νά γυρίση έπειτα για τό παλιά του λημέρια. Οπωσδήποτε αντίθετα με τ’ απομνημονεύματα μερικών άλλων αγωνιστών, οι αναμνήσεις αυτές μακριά από κάθε προσωπική φιλοδοξία ή τοπικιστικά συμφέροντα είναι, νομίζω, γραμμένες μ’ αυθόρμητη ειλικρίνεια, χωρίς καμμιά προσπάθεια νά σκοτιστή ή αλήθεια καί χωρίς ακόμα υπερβολές, τις τόσο πολύ συνηθισμένες σε τέτοιας λογής ενθυμίσεις. Από ένα έλεγχο τουλάχιστο, πού κάναμε, βρίσκουμε πώς σωστά είναι γραμμένα τά σχετικό με τά παιδιά του Κώττα καί την ύπαρξη βουλγαρικού κομιτάτου στην Αθήνα εκείνη την εποχή. Περιορίζονται όμως αυτές ώς τόν Ιανουάριο του 1905, την εποχή δηλ. πού αναγκάστηκε νά παρατήση τόν αγώνα, αφού ήρθε σ’ αντίθεση σοβαρή με τόν καπετάν Βάρδα. Ήρθε τότε κ’ έμεινε στον Πειραιά καί κατόπι στην Αθήνα. Ξανάπιασε την παλιά του δουλειά, τή ραφτική· μα πάντοτε, όσο τούταν βολετό, πρόσφερε τις υπηρεσίες του για τή Μακεδονία. Το 1907 έγινε πρόεδρος του “Παμμακεδονικού αγώνος Πειραιώς” καί τό 1916-1917 σύμβουλος καί ταμίας του “Παμμακεδονικού αγώνος Αθηνών’’. Αυτόν τό σύλλογο είχαν ιδρύσει Μακεδόνες διαλεχτοί, όπως ό κατόπιν υπουργός της Παιδείας Δ. Δίγκας, οι Καστοριανοί Ιω. Βαλαλάς, πολιτευτής - έγινε ύστερα υπουργός της Παιδείας καί τούτος- καί Κωνστ. Τσιμινάκης, ό γνωστός γιατρό ς νευρολόγος, καί ό Αναστ. Χρηστομάνος, που κρατούσε από παλιά βυζαντινή οικογένεια του Μελένικου. Καθώς είναι γνωστό, ό τελευταίος ίδρυσε τό 1925 τή Μακεδονική Εκπαιδευτική Εταιρεία, τή βραβευμένη από την Ακαδημία των Αθηνών, με σκοπό τή δημιουργία νυκτερινών σχολείων καθώς κι άλλων σχολών σε πολλές περιφέρειες της Μακεδονίας. Με συγκίνηση πάντοτε τούς αναθυμόταν, καθώς κι άλλους αρκετούς, πού τόσο μόχτησαν για τό ξεσκλάβωμα της πατρίδας του, όπως τούς Στέφανο καί Ίωνα Δραγούμη, τόν Κωνστ. Μελά, τόν Ίω. Ράλλη, τόν διευθυντή του “Εμπρός” Δημ. Καλαποθάκη καί τόν έμπορο !ω. Αηδονόπουλο. Οι δύο τελευταίοι μάλιστα έκαναν κι έξοδα πολλά για νά πετύχη ό σκοπός τους. Πάνω απ’ όλους όμως ξόδεψε μ’ απλοχεριά η οικογένεια Δραγούμη.
Από τό 1931 ό Ναούμ Σπανός έμενε στη Νέα Σμύρνη, όπου έκανε καί δημοτικός σύμβουλος στο 1934-1951. Όσοι τόν θυμούνται από παλιότερα χρόνια, όλοι τους μιλάνε για τον έντιμο οικογενειακό του βίο, την εμπορική του αξιοσύνη, την πονετική του φύση, μα καί για τό κουράγιο του καί τή λεβεντιά του· πρώτος όταν στους ελληνικούς χορούς καί στο κλέφτικο τραγούδι. Τά τελευταία χρόνια της τόσο μεστής ζωής του (πέθανε στις 31 Ιουλίου του 1955) τό πέρασε αποτραβηγμένος σε τούτο τό προάστειο, πού τό ακριβαγαπούσε σα δεύτερή του πατρίδα- για την ίδρυση καί προκοπή του χάρισε οικόπεδο από δέκα στρέμματα, με κάποιαν άνεση ευτυχώς οικονομική, μέσα σε ζεστασιά οικογενειακής ευλογίας. Στοχαστικά καί ολόψυχα παραδομένος πια σ’ αναθυμίσματα παλιά, έστεκε πάντα με τ’ όνειρο νά έρθουν στο φως της δημοσιότητας αυτές του οι αναμνήσεις, πού βγάζοντάς τες τώρα από την μία λήθη έχουμε την ελπίδα πώς δεν τις ξαναρίχνουμε σε μιαν άλλη”.
Χαρακτηριστική είναι ή περικοπή των Αναμνήσεων του Ν. Σπανού πού περιγράφει πώς ανακάλυψε δραστηριότητα του βουλγαρικού κομιτάτου μέσα στην ίδια την Αθήνα!
Εις Αθήνας ήλθα ακριβώς 3 Οκτωβρίου 1899 καί εφρόντιζα δι’ εργασίαν. Οκτωβρίου 26 με αντάμωσεν ο Απόστολος Περόφσκης, με χαιρετά “Καλώς τόν καπετάνιο, μου λέγει. Μάς έβγαλες ασπροπρόσωπους τούς Μακεδόνας”. Αυτό ήτο κόλπο του. Μου λέγει ‘’Καπετάν Ναούμ, ελευθερία νά μην περιμένωμεν ούτε από τούς Βουλγάρους. Μόνον εμείς οι Μακεδόνες νά αγωνισθώμεν διά την Μακεδονίαν μας”. “Μάλιστα ήλθε ή ώρα” αμέσως του είπα. “Μπράβο, πολύ ωραία τά λες”. Κάτι όμως είχα υποπτευθή. Έλαβε θάρρος όμως καί μου λέγει ότι “Άρχισαν οι Μακεδόνες νά ετοιμάζωνται. μάλιστα εδώ είναι κομιτάτον από Μακεδόνας καί στην Ρουμανίαν, Σερβίαν καί Βουλγαρίαν, θα ετοιμασθώμεν όλοι οι Μακεδόνες και θα δράσωμεν στην Μακεδονίαν, πρέπει νά εγγραφώμεν όλοι στο κομιτάτο”. Αμέσως εδέχθην εγώ και μου λέγει: “Συ ως καπετάνιος θα παίρνης 15 εικοσόφραγκα τον μήνα και μάλιστα να φύγης να μένης ή εις την Σερβίαν ή εις την Βάρναν της Βουλγαρίας, ώς πού νά ετοιμασθη το κομιτάτον εν έτος ή δύο καί δράσωμεν όλοι οι Μακεδόνες από όλα τα μέρη μαζί’’. Του είπα “Που θα βρούμε το κομιτάτον;” Μου λέγει πώς πρόεδρος του κομιτάτου εντός των Αθηνών είναι ένας από τον Περλεπέν της Μακεδονίας, είναι πρόεδρος του βουλγαρικού πρακτορείου. Τότε οι Βούλγαροι δεν είχον προξενείον, αλλά πρακτορείο. Αμέσως του είπα “Πάμε”. Κινήσαμε, στην οδόν Αχαρνών ήτο το πρακτορείο. Μόλις φθάσαμε εκεί εμπήκαμε μέσα και με αφήνει στη σκάλα κάτω καί ανέβηκε αυτός. Μόλις παρουσιάστηκε, λέγει εις τούς συναθροισθέντας, οίτινες όλοι ήσαν χτίσται, σοβατζήδες και εργολάβοι, άπαντες εκ της επαρχίας Καστοριάς. “Έπεισα τον βλάχο τον καπετάν Ναούμ καί τόν έφερα, τόν έχω κάτω”. Τότε κάποιος Χρήστος Μαρκουλής από το χωρίον Κοναστανέτσι Καστοριάς του λέγει βουλγαρικά “βρε ζμίατα σε κλάβα να ποζούλατα” δηλ. “τό φείδι μπαίνει στον κόρφο, θα σε δαγκώση”, παρ’ τόν καί φύγε γλήγορα. Εγώ τα άκουσα όλα. Κατεβαίνει κάτω καί μας λέγει πώς δεν είναι ό πράκτωρ εδώ, το απόγευμα ερχόμεθα. “Ας είναι, του λέγω, ερχόμεθα το απόγευμα”. Εμένα μου μπήκαν οι ψύλλοι στα αυτιά. Εβγήκαμε έξω 80  μέτρα μακρυά και του λέγω.· “Το απόγευμα θα ανταμωθούμε’’ λέγω δε ότι θα υπάγω στην οδόν Αχαρνών αριθμ. 92 εις τον προϊστάμενόν μου Κοντονικολάου Γεώργιον. Μόλις χωρίσαμε, έστριψα και γύρισα πίσω. Απέναντι του πρακτορείου ήταν μία ταβερνίτσα μικρή, εμπήκα μέσα, εζήτησα δύο συκωτάκια και μία πεντάρα ψωμί και πέντε κρασί εκάθησα σιγά-σιγά από το παραθυράκι και έβλεπα την πόρτα του πρακτορείου. Ακριβώς 12 και 20 μεσημέρι, ήτον ημέρα του Αγίου Δημητρίου, είδαν να βγαίνουν δέκα πέντε, τούς οποίους εγνώριζα, διότι τούς έβλεπα τακτικά στο καφενείο των κτιστάδων εις το Βαρβάκειον. Έγραψα τα ονόματά τους και μετά δέκα λεπτά βγήκαν άλλοι δέκα εννέα, των οποίων επίσης έγραψα τα ονόματά των και αυτών. Την άλλην ημέραν, του Αγίου Νέστορος, ώρα 10 επήγα εις τον κ. Στέφανον Δραγούμην, του τα είπα όλα όσα συνέβησαν και ό κ. Δραγούμης με έστειλεν εις τον κ. Πανάν γραμματέα του υπουργείου των εξωτερικών. Του είπα τα καθέκαστα. Μου λέγει να φροντίσω να ανακαλύψω και άλλα πράγματα. Τότε αμέσως εγώ ήρχισα τη δουλειά μου. Έκαμα μία παρέα από ενθουσιώδεις πατριώτας: τον Ιωάννην Κεφαλάν, Χρήστον Ζησιάδην, Θεόδωρον Θεοδωράκον εκ Μάνης και Γκάγκαν και ήρχισα μυστικά να ανακαλύπτω πολλά μυστικά των κομιτατζήδων, τα οποία έκαμα γνωστά εις τον Δραγούμην και Πανάν. Έμαθα πώς εις την Βάθην, εις την ταβέρναν των αδελφών Λεκαφτσιέφ έφθασαν κομιτατζήδες από την Μακεδονίαν. Επήρα την παρέαν μου μόλις νύκτωσε, επήγα εκεί έβγαλα το πιστόλι και επυροβόλησα και έσπασα την λάμπαν. Αρχίσαμε τις μπιστολιές και εκτυπηθήκανε εξ, οι τέσσερες ήσαν κομιτατζήδες. Από μάς κτυπήθηκεν ό Γκάγκας, με μαχαίρι εις το χέρι και εφύγαμε χωρίς να συλληφθώμεν. Μετά ολίγας ημέρας επήγαμε εις την οδόν Πινακωτών εις το μπακάλικο του Ναούμ Ρούκα, εκεί τον εσπάσαμε εις το ξύλο και το μπακάλικο το εκάμαμε σαλεπιτζήδικο, ώστε ηναγκάσθη να φύγη εις Βουλγαρίαν. Εν τέλει πολλά άλλα πράγματα εκάμαμε εντός των Αθηνών μέχρι του 1901.

(Συνεχίζεται)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δεν επιτρέπονται σχόλια σε γκρήκλις. Καλύτερα να έχουμε ορθογραφικά λάθη παρά να καταστρέφουμε την γλώσσα μας.

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Αρχαία Μακεδονία

Αρχαία Μακεδονία