Παρασκευή, 7 Μαρτίου 2014

Οι θυσίες αίματος των ντόπιων Μακεδόνων Ελλήνων (3)


Οι θυσίες αίματος των ντόπιων 
Μακεδόνων Ελλήνων (3)

(Από το βιβλίο του Ιωάννη Χολέβα: Οι Έλληνες σλαβόφωνοι της Μακεδονίας, εκδ. Πελασγός, 1999) 

ΘΥΣΙΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΩΝ ΣΛΑΒΟΦΩΝΩΝ 
ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ 
ΣΤΟΥΣ ΕΘΝΙΚΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ

ΙΙ. ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΤΟΝ (ΚΥΡΙΩΣ) ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΑΓΩΝΑ
 Στα Βοδενά, στο Σκούταρι, στα Σκόπια, στο Μπεράτι, μακεδονίτικες λογγιές, όλα τα κατατόπια, κι ό κάμπος της Πελαγονιάς κι ό δρόμος της Τριαδίτσας.
 Και πήρε το Λογγόκαστρο και πήγε από το Λόγγο στην Καστοριά, πού απλώνεται χλωρή σιμά στη λίμνη και τα στερνά τα τσάκισε του Σαμουήλ Φουσάτα και πνίγει μέσ’ στον ποταμό τον βρώμιο Πετσενέγο καίει, πέρα στ’ Όστροβο σιμά, του τσάρου το παλάτι.
 Και πέσαν τα Βοσόγραδα και βόγγυξε ή Βιστρίτσα.
 Και στην Πρεσλάβα στάθηκε κι ήρθε κι από την Πρέσπα, τον τόπο το νησόχτιστο και σα ζωγραφισμένο, στη λίμνη την αξέχαστη με τα δασά λειβάδια, με τα μεγάλα τα βουνά, τα λογγωμένα γύρω, και το Βαρδάρι πέρασε, τον είδανε τα Σκόπια.
 Κι από τη Μοσυνόπολη την πόρτα της τού ανοίγει κι ή Σέρρα ή λαγκαδόκλειστη
πού πλέει μέσ’ στο Στρυμώνα...
 Τ’ άπαρτο παίρνει Πέρνικο, τού κάμπου καβαλάρη ς κι αϊτός φωλιάζει τού βουνού στης Πρόνιστας τον Πύργο.
 και μέσ’ στην Aχρίδα καρδιά τού Βούλγαρου πού στέκει σάμπως κρυμμένη στο ύψωμα προς τη μαγεύτρα λίμνη
 και πάτησε της Aχρίδας παλάτια και χασνέδες.
 (Από τη “Φλογέρα τού Βασιλιά” τού Κωστή Παλαμά, γραμμένη το 1909 για τον βυζαντινό αυτοκράτορα Βασίλειο Βουλγαροκτόνο, εμπνευσμένο από το θρυλικό “Μακεδονικό Αγώνα”- τόμος 3ος, στ. 3 και έπ).
 Σημείωση τού συγγραφέα. Όπως ανέφερα και στον Πρόλογο τού παρόντος έργου, αυτό δεν είναι έργο ιστορικής πρωτοτυπίας. Σκοπός μου είναι, με βάση τα αντικειμενικά και αδιαμφισβήτητα στοιχεία πού συγκέντρωσα, να δώσω, σε μία συνθετική προσπάθεια, κατά το δυνατόν πληρέστερη εικόνα των θυσιών και τής μεγάλης προσφοράς των Ελλήνων σλαβόφωνων τής Μακεδονίας στους εθνικούς αγώνες και ειδικότερα στον κρισιμότατο για την ύπαρξη τής Μακεδονίας, θρυλικό Μακεδονικό Αγώνα.
  Τα έργα πού κυρίως χρησιμοποίησα για το σκοπό αυτό (και ευγνομωνώ τούς συγγραφείς τους, νεκρούς και ζώντες) ήταν τα εξής (σε αλφαβητική σειρά των επωνύμων των συγγραφέων):
Κων. Βακαλόπουλου -Ιστορία τού Βορείου Ελληνισμού ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ. Θεσσαλονίκη, 1990.
 Παντ. Βυσσούλη  - Ο Μακεδονικός Ελληνισμός. Αγώνες και θυσίες αιώνων. Αθήνα, 1980.
 Γερμανού (Καραβαγγέλη) Ο Μακεδονικός Αγών. Απομνημονεύματα. Αρχεΐον Μακεδονικού Αγώνος Πηνελόπης Δέλτα. Θεσσαλονίκη 1959.
 D. Dakin, Ι. Κ. Μαζαράκη-Αινιάνος,   Ε. Κωφού, Ι. Διαμαντούρου, -Μακεδονικός Αγώνας. Αθήνα 1985.
Γεωργ. Δικωνύμου-Μακρή -Ο Μακεδονικός Αγών. Απομνημονεύματα. Θεσσαλονίκη, 1959.
Βασ. Λαούρδα -Ο Μακεδονικός ‘Αγών. Θεσσαλονίκη, 1962.
Νικ. Μέρτζου -Εμείς ο Μακεδόνες. Αθήνα, 1986.
Γεωργ. Χ. Μόδη
 Μακεδονικός Αγών και Μακεδόνες Αρχηγοί. Θεσσαλονίκη, 1950.

III. Η θυσία αίματος των σλαβοφώνων
 Στον θρυλικό Μακεδονικό Αγώνα οι απώλειες τής ελληνικής πλευράς, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία ήταν:
Νεκροί: 12 Αξιωματικοί μόνιμοι τού Στρατού ως Αρχηγοί Σωμάτων, 3 Ιδιώτες Αρχηγοί Σωμάτων, 23  Οπλαρχηγοί, 313 Ομαδάρχες, 600 οπλίτες αντάρτες, 1200 πρόκριτοι, ιερείς, δάσκαλοι, υπάλληλοι κ.λ.π. (Δεν συμπεριλαμβάνονται οι δολοφονηθέντες άμαχοι πριν και μετά το 1904-1908).
Οι D. Dakin κ.ά. (Μακεδονικός Αγώνας, ο.π., σ. 171) γράφουν: “Στην διάρκεια του Αγώνα έπεσαν στα πεδία των συγκρούσεων γύρω στους 700 αγωνιστές. Σ αυτούς πρέπει να προστεθούν 1250 ντόπιοι Μακεδόνες πού δολοφονήθηκαν από τούς κομιτατζήδες στα δύο βιλαέτια Μοναστηρίου και Θεσσαλονίκης. Ο αριθμός όμως των ανωνύμων είναι ασφαλώς πολύ μεγαλύτερος, αφού οι συνθήκες πού επικρατούσαν τότε στη Μακεδονία καθιστούσαν εξαιρετικά δύσκολη την καταγραφή των αγωνιστών και των νεκρών από τον άμαχο πληθυσμό... Θα πρέπει ιδιαίτερα να τονιστεί το γεγονός ότι, χωρίς τις προσπάθειες του ντόπιου πληθυσμού, τα αντάρτικα σώματα πού οργανώνονταν στην Ελεύθερη Ελλάδα και περνούσαν στη Μακεδονία, δεν θα είχαν την παραμικρή δυνατότητα, όχι δράσης, αλλά ούτε επιβίωσης”
Ο απολογισμός των νεκρών ηγετών - Οπλαρχηγών, από την ελεύθερη Ελλάδα και σλαβόφωνων είναι μακρός. Ανάμεσα στα ονόματα των φονευθέντων κατά το Μακεδονικό Αγώνα, Αρχηγών Οργανωτών: Ανθ/γού Παύλου Μελά (Μίκη Ζέζα), Ανθ/γού Τέλλου Αγαπηνού (Άγρα), Ανθ/γού Αντων. Βλαχάκου (Λίτσα), Ανθ/γού Μαρίνου Λυμπερόπουλου (Κρόμπα), λοχαγού Μιχαήλ Μοραΐτη (Κόδρου), Ανθ/γού Νικολάου Τσοτάκου (Γέρμα), Ανθ/γού Ζαχαρία Παπαδά (Φούφα), Ανθ/γού Χρήστου Πραντούνα (Καψάλη), Ανθ/γού Σπύρου Φραγκοπούλου (Ζόγρα), υπολοχ. Γεωργίου Παπαδοπούλου (Νικηφόρου Β), των ιδιωτών Αρχηγών, Εμμαν. Κατσίγαρη, Εύαγγ. Νικολούδη, Γεωργ. Σκαλίδη, Κωνστ. Γαρέφη, των Οπλαρχηγών Α’ Τάξεως, Ανθ/γού Ανδρέα Μακούλη, Λεων: Πετροπουλάκη, Νικολ. Ανδριανάκη, Ιωάν. Καλογεράκη, Αθαν. Χατζηπανταζή, Παναγ. Κουκή, Χρήστου Αργυράκου (Κίτσου Μουρίκη), Παναγ. Φιωτάκη, Ευάγγ. Κοροπούλη, Ηλία Φαρμάκη -Κούντουρα, Θεόδ. Τουρλεντέ και Οπλαρχηγών Β’ Τάξεως Λαμπρινού Βρανά, Ιωάνν. Ιωάννου, Κούντα Τουρναβίτη, Ευσταθ. Λιχαδιώτη, Γεωργ. Μάπη ή Μιναδάκη, Παύλου Περδίκα Νεράντζη, Γεωργ. Σαϊμένη,
ΠΑΙΡΝΟΥΝ ΔΙΠΛΑ ΤΟΥΣ ΘΕΣΗ ΣΤΟ ΠΑΝΘΕΟ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ ΠΟΥ ΕΠΕΣΑΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΣΤΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΑΓΩΝΑ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΛΑΒΟΦΩΝΟΙ:
Αρχηγός Ιδιώτης: Κωνσταντίνος Κώττας.
Οπλαρχηγοί Α Τάξεως: Βαγγέλης Νάτσης-Στρεμπενιώτης, Γεώργιος Γιώτας-Γκόνος, Δημήτριος Νταλίπης, Παύλος Κύρου, Παύλος Ρακοβίκης.
Οπλαρχηγοί Β· Τάξεως: Δημήτριος Γκογκολάκης Μητρούσης, Ιωάννης Τσίτσιας - Βλάχος, Γεώργιος Καραϊσκάκης, Πέτρος Χρήστου, Λάζος Δουγιάμας.
Στο αίμα πού χύθηκε δεν γίνεται διάκριση. Ήταν όλοι Έλληνες πού αγωνίσθηκαν ηρωικά και έδωσαν τη ζωή τους για την Ελλάδα.
Τιμή και Δόξα πρέπει σε όλους ΑΥΤΟΥΣ.

IV. Λίγες, πολύ χαρακτηριστικές εικόνες από την προσφορά των σλαβόφωνων στον Αγώνα.
 (1) Το φοβερό μίσος των Βουλγάρων εναντίον των σλαβόφωνων Ελλήνων-γραικομάνων. Φαίνεται καθαρά από επιστολή που βρέθηκε πάνω στον αρχικομιτατζή Ιβάν Καρασούλη το Φεβρουάριο 1905:
΄΄Αδελφέ μας Ιβάν,
Είμαστε σύμφωνοι στο ζήτημα της τιμωρίας των Γραικομάνων. (Στο κεφάλαιο αυτό όλοι οι κομιτατζήδες όλων των παρατάξεων δεν είχαν ποτέ διαφωνία). Σου στέλνομε τον σχετικό κατάλογο. Απαγορέψαμε και το εμπόριο με τούς Γραικομάνους. Δώσατε και σεις ανάλογες διαταγές στο χωριά. “Αν συναντήσετε τον Άγο Ντάνε και τον Γρηγόρη Στρωμνίτσαλη ξεκάμετέ τους. Είναι Γραικομάνοι και προδότες οι άθλιοι. Αποφασίσαμε να ξεκαθαρίσουμε και τρεις Γραικομάνους της πόλεώς μας, τον Χρήστο Σεκερτζή, τον διευθυντή του σχολείου, και τον Βασίλη Σούεφ. Γνωρίσατέ μας αν πήρατε τις 40 λίρες, πού εισέπραξε ό Ιβάν Άγκωφ άπ’ το χωριό του.
Ύστερ’ Απαγορέψετε αυστηρότατα να πηγαίνουν οι χωρικοί σε χάνια Γραικομάνων, όπως ό Ραντίναλης και ό Στόϊτσες”.
 (2) Η περίπτωση τού χωριού Μοριχόβου (μία από τις πάμπολλες τού Αγώνα): “Όλοι οι κάτοικοι τού χωριού ήταν σλαβόφωνοι. Λίγοι ήξεραν ελληνικά. Ωστόσο, είναι ζήτημα αν σ’ όλο τον υπόδουλο κι ελεύθερο ελληνισμό υπήρχαν τέτοιοι Έλληνες. Δεν είναι λίγα τα παραδείγματα χωρικών πού τούς έβαζαν το μαχαίρι στο λαιμό οι κομιτατζήδες και τούς έλεγαν: Πέστε ότι δεν είστε Έλληνες και σας χαρίζουμε τη ζωή. Κι εκείνοι απαντούσαν βουλγάρικα: ‘’Είμαστε Έλληνες’’. Και σφάζονταν.
(3) Το σλαβόφωνο Ζέλοβο (Ανταρτικό) ήταν ή ακρόπολη τού Ελληνισμού στα Κορέστια. Γράφει ό μητρ. Γερμανός Καραβαγγέλης (ό.π., σ. 32): “.. Ο Π. Μελάς βλέποντας ότι βρέθηκε μεταξύ δύο πυρών κι ότι κινδύνευε να κυκλωθή, αναγκάστηκε να υποχωρήση κι έτσι βρήκε τον καιρό ό Μήτρος Βλάχος και ξέφυγε στο Κονομπλάκ. Ο Μελάς τράβηξε για το Ζέλοβο, σλαβόφωνο χωριό, μα πού με τούς αγώνες τού δασκάλου Νικολάου, τού Ναούμ, τού Τράϊκου, τού Παύλου Κύρου και άλλων είχε γίνει ή άκρόττολη τού Ελληνισμού στα Κορέστια”.
(4) Ένας από τούς πολλούς καταλόγους σλαβόφωνων Ελλήνων πού σφαγιάσθηκαν στο Μακεδονικό Αγώνα, βρέθηκε στα χαρτιά τού σλαβόφωνοι Οπλαρχηγού Αντώνη Ζώη μετά το θάνατό του (αυτοκτονία το 1941):
“Κατάλογος των μαρτύρων: 1) Γραδέσνιτσα: Σταύρος Μήτρου, Στογιάννης Βόλτσης, Αθαν. Πέϊος, Τραϊανός Στεπάνης, Χρίστος Μήτρου, Ιωάν. Χρίστου, Πέτρος Μήτρου, Πέτρ. Πέτκου, Δημ. Ιωάννου, Στάϊκος Δημητρίου, Δημ. Γκιούρος, Λάζ. Πριονάς, Δημ. Δολεβάτσιος, Στογ. Πέτκου, Στόϊκος Μήτρου, Μήτρος Κώστα, Πέϊος Μιλαδένης, Στόϊκος Κικιρίκος, Κωνστ. Τράϊκος, Ιωάν. Μέντσης, Γεώργ. Σούντσης, Χρ. Μήτκου, Πέτρ. Χρίστου, Πρόϊοτης Χρίστου, Σταύρος Βελένκος, Τρ. Γιόσκος, Παπάς Δημήτριος, Δημ. Σουδίας, Χρ. Μήτκος. 2) Σταραβίνα: Στόϊκος Ιωάννου, Δημ. Κράϊος, Τράϊκος Μήτρου, Ιωάν. Μήτρου, Δήμος Χρίστου, Ιωάν. Πέτκου, Ιωάν. Στεφάνου. 3) Βουδιμέρτσι: Χρ. Ιωάννου, Χρ. Νεδάνου, Δημ. Πέκτου, Πέτρος Ζώλης, Χρίστ. Δημητρίου, Βέλκος Δημητρίου, Χρ. Στογιάννου, Πέτρος Μήτρου, Δημ. Στογιάννου. 4) Γράνιστα: Β. Μήτρου, Βόλτσης Βασιλείου, Πέτρ. Στογιάννου, Ιωάν. Σερβίδης, Στέφ. Μήτρου. 5) Ζώβικ: Γεώρ. Μιάκος, Πέϊος Πηλινός. 6) Μάκοβι: Χρ. Νάϊδος, Δαμιανός Γιόσης, Κόλιας Στογιάννου, Στογ. Μιάκος, Ιωάν. Μπιάρδας, Ηλ. Ρωμάνος, Γεώργ. Νάϊδος, Μαρ. Γεωργίου, Χρ. Μπέλλης, Χρ. Κουβάσιας. 7) Μπρότ: Παπαστόϊτσης και ή παπαδιά του, Κώστας Στάλης, Βελιάνης Θεοδώρου. 8) Ίβενι: Χρ. Σουγκάρης. 9) Πόλτσιστα: Χρ. Γιόρας, Βασ. Γλάμνος, Τράϊκος Μέσκος. 10) Σκοτσιβίρι: Αθαν. Γεωργίου, Γιόσκος Γεωργίου, Αθ. Κούζας, Στόϊτσος Χρίστου. 11) Τέπαφτσι: Νάϊδος Στογιάννη”.
(5) Επιστολή τού Παύλου Μελά με ημερομηνία 16-3- 1904. “Η ώρα είναι 3 το πρωί, όταν φθάνουν εις τον μύλον τον επί τού ποταμού, τού ρέοντος έξω από το Γαβρέσι και κατά μήκος της δημοσία ς οδού Μοναστηρίου. Εξυπνούμεν τον μυλωνάν και μας οδηγεί εις το χωριό. Εισερχόμεθα κατ’ αρχάς εις το σπίτι της οικογενείας ενός των παλληκαριών τού Κώτα. Μας ανοίγει την αυλόθυραν μία νέα χωρική, ή οποία μας φωτίζει με δάδα. Η αυλή είναι αρκετά μεγάλη μέσα της τρέχουν σαν τρελλά πλήθος μικρών γουρουνιών, κατσικιών και αρνιών, πού εξυπνήσαμεν και ετρόμαξαν.
Εις τον εξώστην τού χαγιατιού προβάλλουν λογιών λογιών τρομαγμένα γυναικόπαιδα, γέροντες, γριές, νέες, νέοι, παιδιά καμμιά δεκαπενταριά. Μόλις αναγνωρίζουν τον Κώταν, αμέσως γέλια και χαρά διαδέχονται την ανησυχίαν. Είναι απερίγραπτος ή ευτυχία, την οποίαν προκαλεί ή παρουσία και επάνοδος τού Κώτα. Τον λατρεύουν όλα αυτά τα χωριά, διότι πράγματι εμπόδισε διά της παρουσίας του και μόνον τούς Βουλγάρους να τα ψευδοεπαναστατήσουν και ούτω τα έσωσεν από την καταστροφήν των Τούρκων.
Είμεθα ενθουσιασμένοι με τον Κώταν και ό Κώτας μαζί μας. Ο οδηγός μας Μήτρος τού είπε, φαίνεται, ότι έδωκα εις την πτωχήν χήραν τού Σιστέβου μιαν λίραν και με ευχαριστεί μετά δακρύων. “Μπράβο, κύριε Παύλο, δε ξεύρεις τι καλά που έκαμες” Ο άνθρωπος αυτός δεν είναι κοινός. Δεν τον κρίνω μόνον από τα κατορθώματά του, τα οποία είναι θετικά και πραγματικά, αλλά το κρίνω και από την ευγένειαν της ψυχής του, πού πολλάκις έως τώρα είχα την ευκαιρίαν να εκτιμήσω.
…Το απόγευμα περί τας 5 μ.μ., κατόπιν προσκλήσεως του Κώτα, συνεκεντρώθησαν εις το δωμάτιόν μας 12 προύχοντες. Εις αυτούς ζωηρότατα, ευγλωττότατα και πειοτικώτατα (μετέφραζεν ό Πύρζας) ωμίλησεν (σλαβο)μακεδονικά ό Κώτας. Τούς είπε Πολλά, αλλά Περιορίζομαι να σου ειπώ ότι ήσαν όλα σύμφωνα με τας ιδέας μας, ό δε τόνος της φωνής του και το ύφος του εδείκνυον ότι τα έλεγεν ειλικρινώς. Όλοι οι προύχοντες ενθουσιάσθησαν και συμφώνησαν με τον Κώταν.
...Σε βεβαιώ ότι θα ήθελα να παρευρίσκεσο εις την συνάθροισιν αυτήν. Όλοι οι προύχοντες (ομιλούν όλοι κάλλιστα τα ελληνικά) εκάθηντο Κάτω σταυροπόδι... Ο Κώτας με την φανταστικήν στολήν του γονατιστός ενώπιόν των τούς ωμιλούσε με πολύν ενθουσιασμόν και πολλήν διπλωματίαν διά τα διάφορα ζητήματά μας. Όταν δε έφθασεν εις το ζήτημα της ελευθερίας, τούς έκαμε την έξης ευφυεστάτην παραβολήν. Ημείς οι Μακεδόνες, διά ν’ αποκτήσωμεν ελευθερίαν, έχομεν δύο δρόμους ν’ ακολουθήσωμεν. Εκλέξατε σεις ποιον θέλετε. Ο ένας πηγαίνει εις την Βουλγαρίαν. Είναι ό δρόμος πού βαστά τριάντα ημέρας και είναι γεμάτος αγκάθια, πού θα μάς γδάρουν ως πού να φθάσωμεν εκεί. Ό άλλος πηγαίνει εις την Ελλάδα εις τρεις ημέρας και είναι ωραίος και καθαρός.
(6) Η πίστη και ή αφοσίωση των Ελλήνων σλαβόφωνων (Ν. Μέρτζος, ο.π., σελ. 120).
‘’Στο αμιγές σλαβόφωνο χωριό Μπάχοβο (Πρόμαχοι,) της Καρατζόβας, δεν κατόρθωσε ΠΟΤΕ, σ’ όλη τη διάρκεια του αγώνα να μπει Βούλγαρος, όπως και σε πολλά χωριά της Φλώρινας. Όταν ό ηρωικός και αγαθός καπετάνιος του Βάλτου Τέλλος Άγρας (Αγαπηνός) αποφάσισε να συναντηθεί στο Βέρμιο άοπλος με τούς Βουλγάρους βοεβόδες Κατσάπτσικ και Ζατάν, για να διαπραγματευθεί ειρήνη στη Μακεδονία, ο σλαβόφωνος ψυχογιός του Αντώνης Μίγγας τον προειδοποίησε πώς οδεύουν κατ’ ευθείαν στο θάνατο, αλλά τον ακολούθησε. Και όταν πράγματι, οι Βούλγαροι τούς συνέλαβαν, κάλεσαν τον Μίγγα να ενωθεί μαζί τους και να σωθεί. Αλλά, ό σλαβόφωνος Μακεδόνας, ακλόνητος και σιωπηλός αρνήθηκε. Συμμερίσθηκε τη μαρτυρική πορεία και τη διαπόμπευση, τούς βασανισμούς και τελικά την αγχόνη στην καρυδιά του Βλαδόβου, πού από τότε φέρει το όνομα Άγρας. Σλαβόφωνες γυναίκες του χωριού με κίνδυνο της Ζωής τους και των παιδιών τους, κατέβασαν τα δύο νεκρά παλικάρια του γένους και τα κήδεψαν νύχτα. Αυτή ήταν ή εθελοθυσία κι αυτήν την εθελοθυσία προτίμησαν οι σλαβόφωνοι Μακεδόνες. Γιατί ήθελαν να μείνουν Έλληνες και να πεθάνουν Έλληνες”.
(7) Ακόμα και τα μικρά σλαβόφωνα Ελληνόπουλα πήραν μέρος με τον τρόπο τους στον Αγώνα. Την πραγματική ιστορία του Γιωβάν περιγράφει ό Τάκης Παπαθανασίου στο “Μακεδονικό Ημερολόγιο” (Ν. Σφενδόνη), τ. 1962, σελ. 299 και επ.

Τα “παιδιά’’ στον Μακεδονικόν Αγώνα
 - Γιωβάν!...που είσαι Γιωβάν;
Το παιδί έτρεξε χαρούμενο στη φωνή της κυρίας Ηλέκτρας της δασκάλας του Ζορμπά (Μεγ. Μοναστήρι Γιαννιτσών). Στάθηκε μπρος της και σκούπισε τα κλαμμένα μάτια του.
Στο άκουσμα ό Γιωβάν άνοιξε διάπλατα τα μάτια. Του φάνηκε παράξενο. Πρώτη φορά θα του ανέθετε εμπιστευτική δουλειά ή κυρία Ηλέκτρα από τότε πού τον πήρε στη φροντίδα της. Πόσο θα ήθελε κι αυτός να λάβη μέρος στον αγώνα πού συνεχίζονταν εδώ και τέσσερα χρόνια άγριος στους πυκνούς καλαμώνες της λίμνης των Γιαννιτσών. Να προσφέρη κι αυτός κάτι σύμφωνα με τις δυνάμεις του. Ήταν όμως μικρός και δεν τον εμπιστεύονταν... Μα αυτό είναι νιάνιαρο! είχε πη μια μέρα στο Τσέρκι (καλύβες στη λίμνη Γιαννιτσών) ό Καπετάν Νικηφόρος (ό μετέπειτα ναύαρχος Ιωάν. Δεμέστιχας). Κι αυτουνού σαν τ’ άκουσε του κακοφάνηκε πολύ. Να που ήρθε όμως στιγμή να ζωντανέψουν τα όνειρά του. Που άραγε να τον χρησιμοποιούσε η Κυρία; Ήταν μήπως καμμιά μεγάλη δουλειά ή δανεικά άπ’ τη γειτόνισσα; Χίλια δυο σκεφτόταν. Από τότε πού ήρθε σ’ αυτό το χωριό ή ηρωική δασκάλα δεν έμεινε ούτε στιγμή μονάχα με τις έγνοιες του Σχολείου και των μαθητών της. Κι άλλοι πολλοί σήκωναν βάρη στη λίμνη των Γιαννιτσών μα και αυτή είχε τα δικά της. Κρίσιμη περίπτωση. Κορίτσι είκοσι χρονών κι αυτή δεν είχε τίποτ’ άλλο να σκεφτή άραγε; Όμως πρώτα ή Πατρίδα. Σαν ελευθερώνονταν αυτή είχε τον καιρό να σκεφτή τ’ άλλα. Τώρα έπρεπε δουλειά, αγώνα.
Κάποιος είχε φέρει λίγη ώρα πριν ένα εμπιστευτικό και επείγον γράμμα για το Κέντρο (Ελληνικό Προξενείο Θεσσαλονίκης). Έρχονταν από τον Καπετάν Νικηφόρο. Το Μπόζετς λέει ήταν φωλιά Κομιτατζήδων. Σχεδίαζαν Κάποιο κακούργημα πάλι εκεί κι έπρεπε ό Δεσπότης (Λ. Κορομηλάς, γεν. πρόξενος στη Θεσ/νίκη), να λάβη τα μέτρα του, πριν είναι αργά.
-Τι λες αγόρι μου θα τα καταφέρης να περάσης χωρίς να σε υποψιαστούν;
Ο Γιωβάν έπεσε στην αγκαλιά της κι έκλαιγε τώρα από συγκίνηση και χαρά μαζί. Πιο πριν έκλαιγε από στενοχώρια πώς τάχα δεν τον έχει εμπιστοσύνη και τον διώχνει σαν έχει με κανένα ομιλίες.
Ενώ με τον σύνδεσμο τον Αποστόλη κατέστρωναν το σχέδιο της αποστολής ό Γιωβάν όλο μάτια και αυτιά στέκονταν δίπλα κι άκουγε. Δεν έπρεπε αυτή τη φορά να πάη πάλι ό Αποστόλης γιατί θα τον σημάδευαν όπως είπε ή δασκάλα. Και ό κλήρος έπεσε στο μικρό πού δεν είχε κλείσει καλά-καλά τα οχτώ του χρόνια. Αλλά μήπως ό άλλος; Κι εκείνος δεν είχε πατήσει στην εφηβική ηλικία. Δεν είχε όμως σημασία!... Για την Πατρίδα όλοι δουλεύουν μεγάλοι και μικροί.
1906. Λίγο μετά το μεσημέρι βρήκαν τα παιδιά προφυλαχτικά από το χωριό. Ο μικρός ήταν νευρικός φαίνονταν ν’ αγωνιούσε. Ό Αποστόλης τον αποθάρρυνε.
- Φοβάσαι Γιωβάν; Δεν το πιστεύω. Το άλλο πού έκανες ήταν πολύ πιο δύσκολο να πας ειδήσεις στην Κούγκα (καλύβια στη λίμνη) και στο Τσέρκι. Τούτο είναι εύκολο. Φτάνει να έχης τα μάτια σου ανοιχτά. Ο μικρός σιωπούσε. Ό άλλος τον χάιδεψε στο κεφάλι.
- Δεν απαντάς λοιπόν; Έ; Μήπως θέλεις να γυρίσουμε πίσω; Στάσου. Πάμε λοιπόν να φύγουμε πίσω και δεν πρέπει ξανά να σε στείλουμε πουθενά γιατί όπως φαίνεται φοβάσαι. Ή φέρτο να το πάω εγώ και σαν με πιάσουν, μ’ έπιασαν. Τι να γίνη; Για την Πατρίδα όλα.
Κύτταξε μια γύρω κι’ έκανε να του πάρη το γράμμα. Ό Γιωβάν αντιστάθηκε.
- Δώστο λοιπόν; - Όχι. - Μα αφού φοβάσαι. - Δεν φοβάσαι. - Θα το πας; - Ναι - Έ, Τι σκέφτεσαι λοιπόν και δεν μιλάς; - Τίποτα. - Έτσι μπράβο. Είσαι άντρας, κι έξυπνος. Και σαν τελειώσης τη δουλειά ό Καπετάν Νικηφόρος είπε θα σε δωρήση την πιστόλα πού τούδωσαν προχθές οι Κουλιακιώτες ψαράδες.
Κοντοστάθηκε με μιας ό Γιωβάν. Σταμάτησε κι ο Αποστόλης. Κυτάχτηκαν στα μάτια, ο μικρός ερωτηματικά, με απορία ο άλλος.
- Αλήθεια;
- Ναι, έτσι είπε. Αλλά... αργήσαμε. Μπορείς να τρέξης;
- Μπορώ.
Κίνησαν τρεχάτοι. Κουράζονταν όμως γιατί βούλιαζαν τα πόδια τους στη λασπερή γη. Σε λίγο σταμάτησαν το τρέξιμο και βάδιζαν ξελαχανιάζοντας. Δεν μιλούσαν καθόλου τώρα. Χίλιες δυο σκέψεις έρχονταν στο μυαλό του Αποστόλη. Τι καλά να τα κατάφερνε ό μικρός... Αν δε τα κατάφερνε! Αλλοίμονο! Τι προδοσία θα προλάβαιναν να κάμουν τα άτιμα σκυλιά πάλι. Μα και ό μικρός Γιωβάν; Αν μπέρδευε τα λόγια του και τον καταλάβαιναν; Έριξε μία ματιά λοξίς στο ξανθό αγοράκι πού, βουλιάζοντας στις λάσπες προχωρούσε δίπλα του ξυπόλυτο. Έμοιαζε σαν αγγελούδι με τα κατσαρά μαλλιά του.
Ευθύς θυμήθηκε πόσο το βασάνιζε το καϋμένο ό Βούλγαρος Άγγελ-Πέϊο ό πατρυϊός του για ένα κομμάτι ψωμί. Από που άραγε να το είχε πάρει; Ήταν όμως Ελληνόπουλο. Σίγουρα θα ορφάνεψε από καμμιά κομιτατζίδικη επιδρομή και οι κομιτατζήδες το πήραν για δουλοπαίδι. Έφυγε ύστερα εγκαταλείποντας το πρόβατο του Άγγελ-Πέϊο. Έτσι τυχαία το βρήκε ό Αποστόλης στην ερημιά. Το μίσος του για τούς Βουλγάρους ήταν φανερό και στο άκουσμα τους άστραφτε από θυμό το προσωπάκι του. Στο σπιτικό του Βουλγάρου δεν το χώνευε κανένας. Ήθελε να εκδικηθή, καθώς έλεγε συχνά, τον άτιμο κομιτατζή, μα ήταν μικρός ακόμα.
Έστρεψε ό Αποστόλης ακόμα μια φορά και είδε τον μικρό με τα Βουλγάρικα ρούχα. Ο νους του φαίνονταν να μην ήταν στα βήματά του. Πετούσε ποιος ξέρει που...
Είχαν περάσει τώρα τον Λουδία και τραβούσαν προς τα νότια.
- Άκουσε Γιωβάν, είπε ό Αποστόλης. Επειδή όπως βλέπεις φαίνεται το Πλατύ δεν θα ‘ρθώ πιο πέρα. Τράβα τώρα μόνος σου. Θα σε περιμένω κάτω από τη γέφυρα. Σφύριξέ με αν βεβαιωθής ότι δεν είναι κανένας. Άντε τώρα στο καλό. Το σύνθημα το ξέρεις καλά;
- Το ξέρω απάντησε ό Γιωβάν και έφυγε σκυφτός, σχεδόν τρεχάτος.
Το μυαλουδάκι του λειτουργούσε τώρα εντατικά. Κατέβαζε ιδέες. Είχε συνηθίσει σε κάθε είδους πονηριές για να προφυλάγεται από τη μανία του Άγγελ-Πέϊο πού συχνά τον έδερνε. Αλλά και κοντά στην κυρία Ηλέκτρα είχε μάθει πολλά τεχνάσματα για τις δύσκολες ώρες, ποιος ξέρει καμμιά φορά...
Ο Σταθμός του Πλατέος είχε τη μεγαλύτερη κίνηση κείνον τον καιρό.
Λίγο ύστερα έφτασε και ό υπάλληλος με τη σημαία στο χέρι έτοιμος να υποδεχτή το τραίνο πού από μακρυά τώρα σφύριζε.
Ήρθε το τραίνο, και μερικοί χωριάτες με τα σακκίδια στο χέρι μπήκαν μέσα. Τότε σκαρφάλωσε κι αυτός με προορισμό την σκευοφόρο όπως τον είχαν πή, αλλά με μιας τον άρπαξε κάποιος από πίσω. Ήταν Τούρκος χαμάλης.
- Που ωρέ διάβολα;
Ό Γιωβάν δεν τάχασε. Έξυσε αμέσως τα μάγουλά του και το μέτωπο.
- Έ; ανεφώνησε πάλι ό χαμάλης. Και πάλι επανέλαβε ό Γιωβάν τα ίδια συνθηματικά. Αλλά ό άλλος καμμιά απόκριση. Δίπλα περνούσε ό τροχοπεδητής.
- Ξέρεις Βουλγάρικα; τον ρώτησε ό Τούρκος.
- Ξέρω, γιατί,·
- Μου φαίνεται πώς αυτό το Βουλγαράκι για κλέψιμο σκαρφάλωσε.
Κι έφυγε.
Ο Γιωβάν, σαν έστριψε ό άλλος, έξυσε πάλι τα μάγουλά του και το μέτωπο. Τα μάτια του τροχοπεδητή μεγάλωσαν. - Τράβα πίσω γρήγορα. Έρχεται ό Χρήστος. Ήταν ένα από τα τρία ονόματα πού του ανέφερε ή Κυρία Ηλέκτρα. Σε λίγο από την άλλη μεριά ό άλλος έφθανε εξετάζοντας με τον τροχοπεδητή τις ρόδες. Κι ενώ ό ένας ήταν σκυμμένος, ό άλλος ρώτησε τον μικρό:
- Από που έρχεσαι;
- Από τον Ζορμπά.
-Κυρία Ηλέκτρα;
-Ναι
- Γράμμα;
-Ναι
- Άστο κάτω.
Αστραπιαία ο Γιωβάν είχε βγάλει τώρα το γράμμα από τον κόρφο του και τ’ άφησε να πέση δίπλα του με τρόπο. Το πάτησε αμέσως ο υπάλληλος και σκύβοντας τάχα πως βλέπει κι αυτός τις ρόδες τόχωσε στο μανίκι βαθειά.
- Προξενείο; ρωτά χαμηλόφωνα.
- Δεσπότη, απαντά ό Γιωβάν.
- Καλά. Χαιρετίσματα την κυρία. Από Χρήστο. Ξέρει.
Και σφυρίζοντας πλησίασε τον τροχοπεδητή κολλητά...
Σε λίγο το τραίνο κίνησε για τη Θεσσαλονίκη και ό Γιωβάν για τη γέφυρα.
Είχε σκοτεινιάσει σαν σφύριξε κι’ έκανε το τσακάλι. Αμέσως ξετρύπωσε ένα κεφάλι και ύστερα ολόκληρος ό Αποστόλης με το ντουφέκι στο χέρι.
Κύτταξαν μια ερευνητικά γύρω.
- Τι έγινε;
- Εντάξει.
 - Σε ποιόνε;
- Στον Χρήστο. Κι’ έφυγαν βιαστικά. Σε λίγο έμπαιναν στον Βάλτο (Λίμνη Γιαννιτσών).

 (8) Λάθος σκόπιμο ή σκοπιανό. Από το άρθρο “Μακεδόνα” στη “Μακεδονική Ζωή” τού Φεβρουαρίου 1991:
Είναι λάθος να συγχέει οποιοσδήποτε -προπαντός σκόπιμα ή σκοπιανά- την γλώσσα με την εθνική συνείδηση και να επιχειρεί να σύρει τούς ανθρώπους από τη γλώσσα κυριολεκτικά εναντίον των συνειδήσεών τους, των παραδόσεών τους, της κληρονομιάς και της Ιστορίας τους. Λάθος διπλό, γιατί αυτή ή απόπειρα έχει επιχειρηθεί και άλλοτε αλλά οι σλαβόφωνοι Μακεδόνες βρεθήκαμε με το μέρος της καρδιάς μας -με τη Μητέρα ‘Ελλάδα. Γέμισαν τότε οι καρυδιές με κρεμάλες, οι αναμμένοι φούρνοι με ζωντανούς, οι πλατείες των χωριών και οι ρεματιές των βουνών με νεκρούς σλαβόφωνους Μακεδόνες. Γιατί αρνήθηκαν ν απαρνηθούν την πίστη τους, αρνήθηκαν να ενταχθούν με τους κομιτατζήδες και γι’ αυτό αποτέλεσαν τη ραχοκοκαλιά του Μακεδονικού Αγώνα, αλλά και το ιερό σφάγιό του”.
  
Πηγή: Ιωάννης Χολέβας, Οι Έλληνες σλαβόφωνοι της Μακεδονίας, εκδ. Πελασγός, 1999


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δεν επιτρέπονται σχόλια σε γκρήκλις. Καλύτερα να έχουμε ορθογραφικά λάθη παρά να καταστρέφουμε την γλώσσα μας.

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Αρχαία Μακεδονία

Αρχαία Μακεδονία